Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2019

Βασίλειος ο Μέγας Για το Άγιο Πνεύμα




Πηγή: Επιστολές και άλλα κείμενα τού Μεγάλου Βασιλείου. Εισαγωγή: Στυλ. Παπαδόπουλος, Απόδοση: Βασ. Μουστάκης. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος

Αναδημοσίευση από: http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/basil_pnevma_1.html




Θ’
Προσδιοριστικές έννοιες για το Πνεύμα, σύμφωνες με τη διδασκαλία των Γραφών

22. Ας εξετάσουμε τώρα και τι λογής είναι οι κοινές μας έννοιες για το Πνεύμα, που τις συνάξαμε γι' αυτό από τις Γραφές και τις κληρονομήσαμε από την άγραφη παράδοση των πατέρων.

Πρώτα λοιπόν, ποιος είναι που, ακούοντας τις ονομασίες του Πνεύματος, δεν νιώθει τον ψυχικό του κόσμο να υψώνεται και δεν πετά η σκέψη του προς την ανώτατη φύση; Γιατί Πνεύμα Θεού έχει ειπωθεί και «Πνεύμα της αληθείας, που από τον Πατέρα εκπορεύεται»(1), «Πνεύμα ευθές»(2), «Πνεύμα ηγεμονικό»(3). «Πνεύμα άγιο»(4) είναι η κύρια και ξεχωριστή του ονομασία, που βέβαια ταιριάζει σαν ονομασία σε κάθε τι το ασώματο και καθαρά άϋλο κι αμέριστο. Έτσι κι ο Κύριος, διδάσκοντας τη γυναίκα που θαρρούσε το Θεό προσκυνητό σε κάποιο τόπο, ότι το ασώματο δεν περιέχεται, λέει: «Πνεύμα είναι ο Θεός»(5). Δεν είναι λοιπόν μπορετό, ακούοντας Πνεύμα, να τυπώσει κανείς μέσα στο νου του περιορισμένη φύση, που να υπόκειται σε μετατροπές κι αλλοιώσεις ή να είναι σε όλα όμοια με την κτίση. Αλλά, ανεβάζοντας πολύ ψηλά τους λογισμούς, είναι ανάγκη ν' αντιληφθεί κάποια ουσία νοερή, άπειρη σε δύναμη, απεριόριστη σε μέγεθος, αμέτρητη με χρόνους ή αιώνες, πάμπλουτη σε βιός αγαθών. Προς αυτό έχουν στραφεί όλα όσα χρειάζονται αγιασμό. Αυτό ποθούν όλα όσα ζουν με αρετή, σαν να ποτίζονται από την άνωθεν πνοή του και να βοηθούνται στο δικό τους και φυσικό σκοπό. Τελειοποιεί τα άλλα, το ίδιο όμως δεν έχει καμμιά έλλειψη. Δεν εξαρτά από πουθενά τη ζωή του, αλλά το ίδιο χορηγεί ζωή. Δεν μεγαλώνει με προσθήκες, αλλά είναι ανέκαθεν ολοκληρωμένο, στον εαυτό του θεμελιωμένο και παντού παρόν. Είναι η πηγή του αγιασμού, φως νοητό, παρέχοντας μες από τον εαυτό του σε κάθε λογικό ον ένα φως σαν άπλετο για την εύρεση της αλήθειας. Απρόσιτο κατά τη φύση. Αντιληπτό εξ αιτίας του ότι είναι αγαθό. Πλημμυρίζει τα πάντα με τη δύναμή του, αλλά μόνο οι άξιοι μετέχουν σ' αυτό. Και δεν μετέχουν κατά το ίδιο μέτρο, αλλά η ενέργειά του μοιράζεται ανάλογα προς την πίστη. Είναι απλό στην ουσία, ποικίλο όμως στις ενέργειες. Ολόκληρο είναι στον καθένα(6) κι ολόκληρο παντού είναι. Μερίζεται δίχως να παθαίνει τίποτα και μετέχει κανείς σ' αυτό ολότελα. Συμβαίνει όπως με το ηλιοφώς. Η χάρη του φαίνεται να είναι παρούσα μονάχα σ' αυτόν που το απολαμβάνει, όμως συνάμα και πάνω στη γη και τη θάλασσα λάμπει και με τον αέρα είναι ανακατωμένο. Έτσι λοιπόν και το Πνεύμα. Στο καθένα απ' αυτά που το δέχονται σαν να είναι μονάχα παρόν, αδιάκοπα αφήνει τη χάρη του ολόκληρη σε όλα. Όσα μετέχουν σ' αυτό, το απολαμβάνουν όσο τους επιτρέπει η φύση τους κι όχι όσο εκείνο μπορεί.

Αγίου Αθανασίου Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Λόγος περί της Ενανθρωπίσεως του Λόγου και της δια σώματος προς ημάς επιφανείας Αυτού



Απόδοση εις την νέα Ελληνική: Αρχιμανδρίτης Δωρόθεος Πάπαρης

Πηγή: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/paterikon/a8anasios_megas_logos_peri_enan8rwphsews.htm 



Εισαγωγή - Περίληψη

Ο λόγος αυτός, όπως και ο «Κατά Ειδώλων», γράφτηκε περί τα έτη 317-319 μ.Χ. Σ’ αυτόν εξετάζεται το μεγάλο γεγονός της σαρκώσεως του άσαρκου Λόγου του Θεού, δηλαδή του Υιού του Θεού, του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος.

Στο πρώτο μέρος του λόγου αναλύεται ο διπλός σκοπός της ενανθρωπήσεως του Λόγου: α) η επιστροφή της ανθρωπότητας στην κατάσταση της αθανασίας που απωλέσθηκε λόγω του προπατορικού αμαρτήματος· και β) η απόδοση στους ανθρώπους της ικανότητας να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό.

Στο δεύτερο μέρος του λόγου περιγράφει τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται ο διπλός σκοπός της ενανθρωπήσεως: είναι τα θαυμαστά έργα του Χριστού, ο θάνατος και η ανάστασή του.

Στο τρίτο μέρος του λόγου ανασκευάζονται οι αντιρρήσεις των Ιουδαίων και των Ελλήνων (ειδωλολατρών) για την ενανθρώπηση του Λόγου. Οι αντιρρήσεις των Ιουδαίων ανασκευάζονται από την προφητική τους παράδοση. Οι αντιρρήσεις των ειδωλολατρών ανασκευάζονται με λογικά επιχειρήματα. Ο Μέγας Αθανάσιος τονίζει ότι το ανθρώπινο γένος δεν είναι απρεπές για να υπηρετήσει την αποκάλυψη του Θεού. Ποιό καλύτερο σκεύος από τον άνθρωπο υπήρχε για την αποκάλυψη του Λόγου;

Τέλος, στον επίλογο ο συγγραφέας τονίζει ότι για την ολοκλήρωση της διδασκαλίας για την ενανθρώπηση του Σωτήρα χρειάζονται δυό πράγματα: μελέτη της Αγίας Γραφής και βίος αγνός.

Η ενανθρώπηση του Λόγου παίζει τον σπουδαιότερο ρόλο για την δημιουργία, την κτίση και τον άνθρωπο. Οδηγεί στη θέωση, όπως με έμφαση θεολογεί ο Μέγας Αθανάσιος: «ο Λόγος ενανθρώπησε, για να θεοποιηθούμε εμείς». Αφορά το νόημα και τον στόχο της υπάρξεως και της ζωής μας.


ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ     Νεοελληνική απόδοση

1. Αυτάρκως εν τοις προ τούτων εκ πολλών ολίγα διαλαβόντες, περί
της των εθνών περί τα είδωλα πλάνης και της τούτων δεισιδαιμονίας,
Πως εξ αρχής τούτων γέγονεν η εύρεσις, ότι εκ κακίας οι άνθρωποι
εαυτοίς την προς τα είδωλα θρησκείαν επενόησαν·
αλλά γαρ χάριτι Θεού σημάναντες ολίγα και περί της θειότητος του
Λόγου του Πατρός και της εις πάντα προνοίας και δυνάμεως αυτού·
και ότι ο αγαθός Πατήρ τούτω τα πάντα διακοσμεί και τα πάντα
υπ αυτού κινείται και εν αυτώ ζωοποιείται·
φέρε κατά ακολουθίαν, μακάριε και αληθώς φιλόχριστε, τη περί της
ευσεβείας πίστει, και τα περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου
διηγησώμεθα, και περί της θείας αυτού προς ημάς επιφανείας
δηλώσωμεν· ην Ιουδαίοι μεν διαβάλλουσιν, Έλληνες δε χλευάζουσιν,
ημείς δε προσκυνούμεν· ίν έτι μάλλον εκ της δοκούσης ευτελείας του
Λόγου μείζονα και πλείονα την εις αυτόν ευσέβειαν έχης.
Όσω γαρ παρά τοις απίστοις χλευάζεται, τοσούτω μείζονα την περί
της θεότητος αυτού μαρτυρίαν παρέχει· ότι τε α μη καταλαμβάνουσιν
άνθρωποι ως αδύνατα, ταύτα αυτός επιδείκνυται δυνατά· και α ως
απρεπή χλευάζουσιν άνθρωποι, ταύτα αυτός τη εαυτού αγαθότητι
ευπρεπή κατασκευάζει· και α σοφιζόμενοι οι άνθρωποι ως ανθρώπινα
γελώσι, ταύτα αυτός τη εαυτού δυνάμει θεία επιδείκνυται, την μεν των
ειδώλων φαντασίαν τη νομιζομένη εαυτού ευτελεία δια του σταυρού
καταστρέφων, τους δε χλευάζοντας και απιστούντας μεταπείθων
αφανώς ώστε την θειότητα αυτού και δύναμιν επιγινώσκειν.
Εις δε την περί τούτων διήγησιν, χρεία της των προειρημένων μνήμης·
ίνα και την αιτίαν της εν σώματι φανερώσεως του τοσούτου και
τηλικούτου πατρικού Λόγου γνώναι δυνηθής, και μη νομίσης ότι
φύσεως ακολουθία σώμα πεφόρεκεν ο Σωτήρ· αλλ ότι ασώματος ων
τη φύσει, και Λόγος υπάρχων, όμως κατά φιλανθρωπίαν και
αγαθότητα του εαυτού Πατρός, δια την ημών σωτηρίαν, εν
ανθρωπίνω σώματι ημίν πεφανέρωται.
Πρέπει δε ποιουμένους ημάς την περί τούτου διήγησιν, πρότερον περί
της των όλων κτίσεως και του ταύτης Δημιουργού Θεού ειπείν, ίνα
ούτως και την ταύτης ανακαίνισιν υπό του κατά την αρχήν αυτήν
δημιουργήσαντος Λόγου γεγενήσθαι αξίως αν τις θεωρήσειεν· ουδέν
γαρ εναντίον φανήσεται, ει δι ου ταύτην εδημιούργησεν ο Πατήρ, εν
αυτώ και την ταύτης σωτηρίαν ειργάσατο.
   

Είναι αρκετά αυτά τα λίγα από τα πολλά που αναπτύξαμε, πριν από τον τωρινό
μας λόγο,για την πλάνη και τη δεισιδαιμονία των εθνικών στην ειδωλολατρία·
είπαμε με ποιό τρόπο από την αρχή έγινε η επινόηση των ειδώλων· από την
κακία τους οι άνθρωποι έφτιαξαν αυτή τη θρησκεία.
Με τη χάρη βέβαια του Θεού, μας δόθηκε η ευκαιρία να πούμε λίγα και για τη
θεότητα του Λόγου του Πατέρα, αλλά και τη δύναμη και πρόνοιά του για όλα.
Ο πανάγαθος Πατέρας με το Λόγο του φροντίζει το σύμπαν· όλα κινούνται και
παίρνουν ζωή απ' αυτόν.
Στη συνέχεια, λοιπόν, αγαπητέ μου, γνήσιε φίλε του Χριστού, θα σου διηγηθώ
για την αληθινή πίστη και την ενανθρώπηση του Λόγου· επιπλέον, θα σου πω
με λεπτομέρειες για τη ζωή του Λόγου πάνω στη γη (θεία επιφάνεια).
Οι Ιουδαίοι βέβαια την συκοφαντούν, ενώ οι ειδωλολάτρες την εμπαίζουν·
εμείς όμως την προσκυνάμε. Συμβαίνει το εξής: φαινομενικά οι χλευαστές
εξευτελίζουν το Λόγο· εσύ όμως (και κάθε ευσεβής) αποκτάς περισσότερη και
μεγαλύτερη ευλάβεια στο πρόσωπό Του.

Αγίου Αθανασίου Κατά Αρειανών Μέρος 22ο Η κτιστή ανθρώπινη φύση του Χριστού Μιχάλης Μαυροφοράκης




Απομαγνητοφώνηση από εκπομπή της Πειραϊκής Εκκλησίας, της σειράς εκπομπών: "Ορθοδοξία και Αίρεση", του Β΄ Βιβλικού και των συνεργατών του.

Ομιλία Νο 285

Ομιλία Νο 285.

(ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ // ΕΠΟΜΕΝΗ).

(Εκφωνήθηκε για πρώτη φορά: 13-4-2003).

Κατεβάστε την από την ΟΟΔΕ και σε ηχητικό αρχείο ΜΡ3 (Σύντομα)

Εξ αφορμής των κακοδοξιών των αιρετικών οι οποίοι ισχυρίζονται ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός δεν είναι γνήσιος Υιός του Θεού και κατά συνέπειαν Θεός κατά φύσιν, κατ’ ουσίαν Θεός δηλαδή, αλλά κτίσμα, κι όπως λέγουν: «η αρχή των κτισμάτων», «το πρώτο κτίσμα» με άλλα λόγια, κι ότι έχει αρχή εν χρόνω, και ότι υπήρχε καιρός κατά τον οποίο ο Υιος δεν υπήρχε, αλλά ήταν μόνος του ο Πατήρ, μας δόθηκε η ευκαιρία να εξετάσουμε τα επιχειρήματα, τα σαθρά αυτά επιχειρήματα, τα οποία προβάλλουν και στα οποία στηρίζουν τις πλάνες που διδάσκουν, και κυρίως να δούμε με ποιο τρόπο παρερμηνεύουν ορισμένα από τα χωριά της Αγίας Γραφής, αποσιωπώντας ή παντελώς τα υπόλοιπα, και διαστρέφοντας την έννοια ορισμένων χωρίων, να προσπαθούν να πείσουν εκείνους οι οποίοι είναι αστήρικτοι στην πίστη, και να τους διαστρέφουν και να μεταστρέφουν την πίστη τους από την πίστη των Πατέρων σε μια πίστη καινούργια, σε μια πίστη εντελώς λαθεμένη, η οποία δεν οδηγεί και δεν αποσκοπεί στην σωτηρία.

Στις προηγούμενες εκπομπές μιλώντας για το θέμα αυτό, εξετάσαμε το χωρίο από το βιβλίο των Παροιμιών 8ο (η΄) κεφάλαιο και  εδάφιο 22, στο οποίο ο Υιός ως Σοφία, αναφέρει τα εξής: «Κύριος έκτισέ με, αρχήν οδών Αυτού, εις έργα Αυτού». Αυτό λοιπόν, (όπως και σε προηγούμενες εκπομπές λεπτομερώς αναφέραμε), αυτό το χωρίο χρησιμοποιούν όσοι δεν αποδέχονται την Θεία φύση του Υιου και Λόγου του Θεού, και λέγουν ότι είναι κτίσμα.

Εξ αφορμής λοιπόν αυτού του συγκεκριμένου χωρίου, μας δόθηκε η ευκαιρία να έχουμε δύο οφέλη:  το πρώτο είναι να παρουσιάσουμε ποια είναι η Ορθόδοξη, η αληθινή ερμηνεία του χωρίου αυτού, πώς η Εκκλησία μας δηλαδή ερμηνεύει το χωρίο αυτό και το εντάσσει πλήρως στα υπόλοιπα χωριά της Αγίας Γραφής αλλά και της παραδόσεως της Εκκλησίας μας, και αφετέρου να γνωρίσουμε τον τρόπο με τον οποίον οι πατέρες της Εκκλησίας Θεολογούν, δηλαδή προβάλλουν την Ορθόδοξη δογματική και επιχειρηματολογούν εναντίον των αιρετικών. Συγκεκριμένα έχουμε αναφερθεί εκτενώς στο Δεύτερο Κατά Αριανών Λόγο του Αγίου Αθανασίου, του μεγάλου αυτού Πατέρα της Εκκλησίας μας, κι από αυτόν τον λόγο θα αντλήσουμε στοιχεία και θα διαβάσουμε αποσπάσματα, σχολιάζοντάς τα και στη σημερινή εκπομπή, πάλι με το ίδιο θέμα, με το ίδιο αντικείμενο.

Είδαμε λοιπόν κατ’ αρχήν, ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «Κύριος έκτισέ με», και στο ότι ο Υιός είναι κτίσμα. Δεν αναφέρεται πουθενά στην Αγία Γραφή ότι ο Υιός είναι δημιούργημα (κτίσμα), σε αντίθεση βεβαίως, όπως είναι φυσικό, με όλη την υπόλοιπη κτίση.  Πουθενά λοιπόν δεν αναφέρεται ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού, η Σοφία του Θεού είναι κτίσμα. Στο συγκεκριμένο λοιπόν χωρίο, λέγει ότι: «Κύριος έκτισέ με», και μάλιστα όχι απομονωμένα, αλλά σε συνάφεια με το υπόλοιπο του χωρίου, που αναφέρεται στις οδούς Αυτού, Αρχήν, μάλιστα, οδών Αυτού, εις έργα Αυτού.

Επισημαίνουμε λοιπόν για μια ακόμη φορά, ότι όταν διαβάζουμε τέτοια χωρία στην Αγία Γραφή, είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη μας ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός έχει δύο φύσεις. Η μεν πρώτη είναι η προ-ανθρώπινη, η Θεία φύση, την οποία ως Υιός και Λόγος του Θεού είχε ανέκαθεν, και εξακολουθεί να έχει, και είναι η ίδια φύσις του Θεού Πατρός, (αυτό άλλωστε υποδηλώνει και η Υιότης και η Πατρότης αντίστοιχα), και τη δεύτερη φύση την ανέλαβε (την απέκτησε) εν χρόνω, την κτιστή φύση δηλαδή, την δική μας, την ανθρώπινη, με σκοπό να την αναστήσει από τον θάνατο και να την καθαρίσει από την αμαρτία,  ούτως ώστε να οδηγήσει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος το δημιούργημά Του δηλαδή, τον άνθρωπο, στη σωτηρία. Είναι λοιπόν σημαντικό να έχουμε συνεχώς να υπ’ όψη μας αυτήν την σημαντική αλήθεια όταν ακυρώσουμε τέτοιου είδους χωρία, και όταν αντιμετωπίζουμε τα διάφορα σαθρά επιχειρήματα των αιρετικών. Εκείνο που είναι σύνηθες είναι ότι οι αιρετικοί συγχέουν άλλοτε ηθελημένα και άλλοτε εν αγνοία τους, αυτή την διάκριση των φύσεων του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και αποδίδουν αυτό που είναι γραμμένα για την ανθρώπινη φύση, στην Θεία.

Είδαμε λοιπόν ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «έκτισε» και στο «γεννά», και ανάμεσα στην «αρχήν των οδών», και του «προ πάντων», όπως αναφέρεται για τον Υιό.  Διότι δεν είναι δυνατόν να μένουμε και να στηριζόμαστε σε ορισμένα μόνο χωρία της Αγίας Γραφής και να ξεχνούμε ή να διαγράφουμε τα υπόλοιπα τα οποία έρχονται σε άμεση σύγκρουση με τις δογματικές μας αντιλήψεις, οι οποίες τότε δεν είναι τίποτε άλλο παρά κακοδοξίες, και αυτό ακριβώς πράττουν οι αιρετικοί. Ο Θεός λοιπόν είναι Κτίστης των ανθρώπων. Και αργότερα γίνεται και Πατήρ τους. Και γίνεται Πατήρ αργότερα, εξ αιτίας του Λόγου ο Οποίος «ενοικεί» εντός αυτών που τον έχουν δεχθεί. Υπάρχει λοιπόν αυτή η χρονική τάξις, δηλαδή ο Θεός για τους ανθρώπους πρώτα είναι Κτίστης και Δημιουργός, και στη συνέχεια μέσω του Λόγου γίνεται Πατήρ. Όσον αφορά όμως εις τον Λόγο, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ενώ δηλαδή ο Θεός είναι εκ φύσεως Πατήρ Αυτού, γίνεται μετά ταύτα, και Κτίστης Αυτού, και Δημιουργός. Πότε; Όταν ενδύεται ο λόγος την κτισθείσα και δημιουργηθείσα σάρκα και γίνεται άνθρωπος. Παρατηρούμε δηλαδή μια πλήρη χρονική αντιστροφή των σχέσεων, όσον αφορά τους ανθρώπους και τον Υιό. Οι άνθρωποι λοιπόν κατ’ αρχήν είναι κτίσματα και στη συνέχεια γίνονται υιοί διά του Λόγου, ενώ ο Υιός είναι Υιός κατά φύσιν του Θεού Πατρός, και στη συνέχεια εξ αιτίας μας για λογαριασμό μας, γίνεται κτίσμα με την έννοια ότι κτίζεται ανθρώπινη φύση την οποία αναλαμβάνει για να σώσει. Όπως δηλαδή ακριβώς οι άνθρωποι με το να λαμβάνουν το Πνεύμα του Υιού γίνονται δι’ αυτού υιοί, παιδιά, τέκνα, έτσι ο Λόγος του Θεού, όταν και Αυτός ενεδύθη την σάρκα των ανθρώπων τότε λέγεται ότι και κτίζεται και δημιουργείται. Εάν λοιπόν εμείς είμαστε εκ φύσεως υιοί, είναι φανερό ότι και Εκείνος είναι εκ φύσεως κτίσμα και δημιούργημα εξαιτίας της σάρκας, της ανθρώπινης δηλαδή φύσεως, η οποία είναι δημιούργημα και την οποία ανέλαβε. Εάν πάλι εμείς γινόμαστε εξ υιοθεσίας και κατά χάριν υιοί, είναι φανερό ότι και ο Λόγος επειδή έγινε άνθρωπος διά την προς ημάς Χάριν, γι’ αυτό ακριβώς είπε: «Κύριος έκτισέ με», που αναφέρει το επίμαχο χωρίο του βιβλίου των Παροιμιών, όγδοο κεφάλαιο και στίχο είκοσι δύο.[*]

Έπειτα, επειδή με το να ενδυθεί το κτιστό, έγινε όμοιος μ’ εμάς κατά την ανθρωπότητα, κατά την ανθρώπινη δηλαδή φύση, για τούτο εύλογα ονομάστηκε αδελφός μας και πρωτότοκός μας. Παρά το ότι δηλαδή έγινε άνθρωπος μετά από μας, και αδελφός μας εξαιτίας της ομοιότητας της σαρκός, όμως και κατά τούτο λέγεται και είναι πρωτότοκος ημών, επειδή με το να έχουν καταστραφεί όλοι οι άνθρωποι εξαιτίας της παραβάσεως του Αδάμ, πρώτη απ’ όλες τις άλλες, σώθηκε και απελευθερώθηκε η σάρκα εκείνου, επειδή υπήρξε σώμα αυτού του Λόγου. Υπήρξε φύσις ανθρώπινη ενωμένη με τον Λόγο. Και έτσι πλέον εμείς, με το να είμαστε σύσσωμοι, σωζόμαστε όπως ακριβώς και εκείνη η ανθρώπινη φύση, η σάρκα δηλαδή του Λόγου.

Με εκείνο λοιπόν το σώμα, γίνεται ο Κύριος και οδηγός μας στην Βασιλεία των Ουρανών, και προς τον Πατέρα Αυτού, διότι λέγει: «Εγώ είμαι η Οδός» (Ιωάννης 14/ιδ: 6). Και πάλι λέγει ότι: «εγώ είμαι η Θύρα» (Ιωάννης 10/ι: 7). Και ότι «Όλοι πρέπει να εισέλθουν δι’ Εμού», (μέσω Εμού). Γι’ αυτό λοιπόν λέγεται και «πρωτότοκος εκ των νεκρών», όχι διότι αυτός πέθανε πρώτος, πριν από εμάς, αλλά διότι εμείς (δηλαδή ο Αδάμ και οι απόγονοί του), είχαν προαποθάνει, αλλά διότι επειδή πήρε πάνω του το θάνατο, χάριν ημών και τον κατήργησε, αναστήθηκε αυτός πρώτος ως ανθρώπος και ανέστησε χάριν ημών την ανθρώπινη φύση στο σώμα του. Ώστε λοιπόν, επειδή εκείνος αναστήθηκε, εν συνεχεία κι εμείς μετά από Εκείνον, και εξαιτίας Εκείνου, ανιστάμεθα  εκ των νεκρών.

Ο Κύριός μας λοιπόν, προηγήθηκε σ’ εμάς κατά την Ανάσταση, και είναι για το ανθρώπινο γένος «η Οδός» και «η Θύρα». Εάν λοιπόν ονομάζεται και «Πρωτότοκος της κτίσεως»,  όπως για παράδειγμα στην προς Κολοσσαείς επιστολή, 1/α: 15, όμως δεν ονομάζεται «πρωτότοκος», σαν να εξισώνεται προς τα κτίσματα και σαν να είναι απλώς και μόνον χρονικά πρώτος προς αυτά. Γιατί πώς είναι δυνατόν αυτό, όταν βέβαια είναι αυτός και μονογενής; Αλλά εξ αιτίας της  συγκατάβασης του Λόγου προς τα κτίσματα, λόγω της οποίας έχει γίνει και αδελφός πολλών. Διότι βέβαια ο μονογενής, είναι μονογενής επειδή δεν υπάρχουν άλλοι αδελφοί. Γι’ αυτό λοιπόν σε κανένα σημείο των Αγίων Γραφών δεν έχει λεχθεί «Πρωτότοκος του Θεού», ούτε «κτίσμα του Θεού». Λέγονται όμως, το: «μονογενής», και «ο Υιός», και «ο Λόγος», και «η Σοφία», που αναφέρονται στον Πατέρα, και είναι γνωρίσματα Αυτού. «Εθεσάμεθα γαρ την δόξαν Αυτού, δόξαν ως Μονογενούς παρά Πατρός», (λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στο πρώτο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του, στίχο 14), και: «απέστειλεν ο Θεός τον Υιόν Αυτού τον Μονογενή» (ο ίδιος Ευαγγελιστής, στην πρώτη του επιστολή, τέταρτο κεφάλαιο και στίχο 8). Πάλι στον Ψαλμό 118ο, (σύμφωνα με την αρίθμηση της μετάφρασης των Εβδομήκοντα), και στίχο 89, διαβάζουμε: «εις τον αιώνα Κύριε, ο Λόγος Σου διαμένει». Και πάλι στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο α/1: 1, διαβάζουμε: «Εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν». Και πάλι στην πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή, 1/α: 24, λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Χριστός, Θεού Δύναμις και Θεού Σοφία». Αλλά και στο κατά Ματθαίον Ευαγγελίου 3/γ: 17, και σε άλλα σημεία, του ιδίου Ευαγγελίου και άλλων Ευαγγελίων, έχουμε την φωνή του Πατρός να λέγει: «Ούτος εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός». Και από το ίδιο Ευαγγέλιο 16/ιστ: 16, έχουμε την δήλωση: «Συ ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του Ζώντος».  Το δε «πρωτότοκος» αναφέρεται εις την προς την κτίσιν επιδειχθείσα συγκατάβαση, διότι αυτής της κτίσεως, ονομάστηκε «πρωτότοκος». Και το «έκτισε», (που διαβάζουμε στο βιβλίο των Παροιμιών 8/η: 22, («Κύριος έκτισέ με»), αυτό λοιπόν το «έκτισε» πάλι αναφέρεται εις την προς τα κτίσματα Χάρη, διότι χάριν αυτών κτίζεται, ενανθρώπισε, έλαβε την ανθρώπινη φύση. Είναι με άλλα λόγια ο Υιός, Μονογενής μεν, λόγω της γεννήσεως Αυτού εκ του Πατρός, όπως έχει λεχθεί, Πρωτότοκος δε, λόγω της προς τα κτίσματα συγκαταβάσεως, και της μετά των πολλών αδελφοποιήσεως. Γι’ αυτό εάν αυτά τα δύο ρητά, αντίκεινται μεταξύ τους, θα μπορούσε κανείς δίκαια να πει, ότι υπερισχύει στον Λόγο, μάλλον το ιδίωμα του Μονογενούς, για το ότι δεν υπάρχει άλλος Λόγος ή άλλη Σοφία, αλλά μόνο Αυτός είναι αληθινός Υιός του Πατρός. Και μάλιστα, όπως έχει λεχθεί στα προηγούμενα, δεν έχει λεχθεί συνδεδεμένο με κάποια αιτία, αλλά ανεξάρτητα το: «Ο Μονογενής Υιός, ο Ων εις τον κόλπον του Πατρός» (Ιωάννης 1/α: 18). Το δε «Πρωτότοκος», είναι συνδεδεμένο με την αιτία της κτίσεως, την οποία ανέφερε και ο Απόστολος Παύλος όταν έλεγε: «ότι εν Αυτώ εκτίσθη τα πάντα», (δημιουργήθηκαν δηλαδή τα πάντα). Κι αν πάλι όπως διαβάζουμε στο εδάφιο που μόλις αναφέραμε, όλα τα κτίσματα «εκτίσθησαν δι’ Αυτού», («εν Αυτώ εκτίσθει τα πάντα»), είναι φανερό ότι αυτός είναι διαφορετικός από τα πάντα, απ’ όλα δηλαδή τα κτίσματα, και δεν είναι κτίσμα, αλλά Κτίστης των κτισμάτων.

Δεν ονομάσθηκε λοιπόν, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός «πρωτότοκος», επειδή γεννήθηκε εκ του Πατρός, αλλά επειδή η κτίσις δημιουργήθηκε δι’ Αυτού. Και όπως ακριβώς «πριν» από την δημιουργία αυτός ήταν ο Υιός διά του Οποίου έγινε η δημιουργία, έτσι και πριν ονομασθεί «πρωτότοκος όλης της κτίσεως», αυτός ήταν επίσης ο Λόγος που «ήταν εις Θεόν, κι ήταν Θεός ο Λόγος», όπως μας λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην αρχή του Ευαγγελίου του. Αλλά επειδή κι αυτό δεν το κατανόησαν οι αιρετικοί, περιφέρονται και λέγουν τα εξής: Εάν είναι πρωτότοκος όλης της κτίσεως, είναι φανερό ότι κι αυτός είναι ένας εκ της κτίσεως. Αυτό όμως είναι ανοησία. Εάν είναι καθ’ ολοκληρίαν πρωτότοκος όλης της κτίσεως, άρα όλης της κτίσεως είναι διαφορετικός. Διότι δεν είπε ότι είναι πρωτότοκος των άλλων κτισμάτων, για να μη νομισθεί ότι είναι σαν ένα από τα κτίσματα, αλλά έχει γραφεί: «όλης της κτίσεως», για να δειχθεί ότι είναι διαφορετικός από την κτίση. Ο Ρουβήν για παράδειγμα, δεν ονομάσθηκε πρωτότοκος όλων των τέκνων του Ιακώβ, αλλά του ιδίου του Ιακώβ και των αδελφών. Για να μη θεωρηθεί ότι είναι άλλος και δεν ανήκει στα παιδιά του Ιακώβ, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο της Γενέσεως (λε/35: 23). Αλλά και για τον Ίδιο τον Κύριο, ο Απόστολος Παύλος δεν είπε: «για να γίνει πρωτότοκος όλων», για να μη νομισθεί ότι φοράει σώμα ξένο από το δικό μας, αλλά είπε: «πρωτότοκος μεταξύ πολλών αδελφών» («εν πολλοίς αδελφοίς»), εξαιτίας της ομοιότητος της σαρκός, δηλαδή για την ανθρώπινη φύση που ανέλαβε, ( Ρωμαίους 8/η: 29).

Εάν λοιπόν και ο Λόγος ήταν ένας από τα κτίσματα, θα είχε πει η Αγία Γραφή και γι’ Αυτόν, ότι είναι πρωτότοκος των άλλων κτισμάτων. Τώρα όμως που οι άγιοι, οι συγγραφείς των Γραφών, λέγουν ότι είναι πρωτότοκος πάσης της κτίσεως, (ολόκληρης δηλαδή της κτίσεως), αποδεικνύεται τελείως αντίθετα με αυτά που λέγουν οι αιρετικοί, ότι δηλαδή είναι διαφορετικός από όλη την κτίση, και ότι δεν είναι κτίσμα ο Υιός του Θεού. Διότι εάν είναι κτίσμα, θα είναι και ο ίδιος «του εαυτού του πρωτότοκός», το οποίο είναι παράλογο και άτοπο. Πώς λοιπόν μπορεί, να είναι και πρώτος από τον εαυτό του, και δεύτερος μετά τον εαυτό του, αν ακολουθήσουμε τον συλλογισμό και την επιχειρηματολογία των αιρετικών; Έπειτα, εάν είναι κτίσμα, κι όλη η κτίσις (γιατί αυτό ακριβώς μας λέγει το εδάφιο, «πρωτότοκος πάσης της κτίσεως»), και όλη λοιπόν η κτίσις δημιουργήθηκε δι’ Αυτού, και δι’ Αυτού συνεστήθη, πώς μπορεί και να κτίζει την κτίση, και να είναι συγχρόνως ένα εξ αυτών τα οποία δημιουργήθηκαν δι’ Αυτού και απετέλεσαν την κτίση; Επειδή δε, αυτού του είδους η επινόηση των αιρετικών φαίνεται ότι είναι εντελώς άτοπη, ελέγχονται από την αλήθεια, ότι ονομάστηκε μεν «πρωτότοκος μεταξύ πολλών αδελφών», εξ αιτίας της συγγένειας της σαρκός, ονομάστηκε δε και «πρωτότοκος εκ των νεκρών» δια το ότι η Ανάσταση των νεκρών έγινε εξ Αυτού και μετά από Αυτόν. Πρωτότοκος δε «πάσης της κτίσεως», (ολοκλήρου της κτίσεως), ονομάσθηκε για τη φιλανθρωπία του Πατρός, ένεκα της οποίας όχι μόνον τα πάντα εδημιουργήθησαν διά του Λόγου αυτού, αλλά διότι και αυτή κτίση περί της οποίας ο Απόστολος είπε ότι «αναμένει με λαχτάρα την αποκάλυψη των υιών του Θεού», (Ρωμαίους 8/η: 19), αυτή λοιπόν η κτίση θα ελευθερωθεί κάποτε από τη δουλεία στη φθορά, για να εισέλθει στην ένδοξη ελευθερία των παιδιών του Θεού. («Ελευθερωθήσεταί ποτε, από της δουλείας της φθοράς, εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού» όπως διαβάζουμε πάλι στην ίδια επιστολή, στην προς Ρωμαίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου 8/η΄ 21).

Κατ’ αυτό τον τρόπο λοιπόν, με το να ελευθερωθεί η κτίσις θα είναι και αυτής πρωτότοκος ο Κύριος, μαζί με όλους αυτούς οι οποίοι έχουν υιοθετηθεί, εις τρόπον ώστε με το να λέγεται αυτός «πρώτος», αυτά τα οποία θα ακολουθήσουν να παραμένουν συνδεδεμένα με τον Λόγο, σαν να είναι συνδεδεμένα με κάποια αρχή.

Ύστερα λοιπόν από αυτή την ανάλυση, είναι επόμενο ότι και οι ίδιοι οι ασεβείς, θα έπρεπε να ντραπούν από αυτά τα οποία λέγουν για τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, και για τον τρόπο που μεταφράζουν κι ερμηνεύουν τις έννοιες που συναντούν στα χωριά της Αγίας Γραφής. Εάν δηλαδή δεν είναι έτσι όπως προηγουμένως αναφέραμε, αλλά θελήσουν οι αιρετικοί να είναι ο Υιός του Πατρός κατά την φύση, κατά την ουσία δηλαδή, ως Υιός του Θεού να είναι κτίσμα, μεταξύ κτισμάτων πρωτότοκος όλης της κτίσεως, ας σκεφτούν ότι θα υπονοήσουν Αυτόν, ότι είναι αδελφός και όμοιος και των αλόγων, αυτών δηλαδή που δεν έχουν λογική, και που δεν έχουν έλλογη ψυχή. Αλλά όχι μόνο αυτό, αλλά και τών αψύχων, διότι και αυτά είναι μέρη και μέλη «πάσης της κτίσεως». Γι’ αυτό κατ’ ανάγκην και ο Πρωτότοκος, είναι πρώτος κατά τον χρόνο μόνον, κατά δε το γένος και την ομοιότητα, είναι ίδιος προς όλους. Πώς λοιπόν, όταν λέγουν και αυτό, (αυτό δηλαδή που μόλις αναφέραμε), δεν υπερβαίνουν κάθε ασέβεια; Ποιος μπορεί να ανεχθεί αυτά τα πράγματα τα οποία λέγουν, αλλά κι αυτούς που τα λέγουν, διότι τα αλλάζουν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, και δεν εφαρμόζουν κάποιο κοινό μέτρο και την ίδια λογική και ίδια επιχειρηματολογία παντού, αλλά σε ότι τους συμφέρει και είναι σύμφωνο με τις κακοδοξίες τους, το ερμηνεύουν κατά τον ένα τρόπο, και ό,τι δεν είναι σύμφωνο το ερμηνεύουν κατά άλλον διαφορετικό τρόπο, έστω και αν αυτά αναφέρονται στο ίδιο πράγμα; Και πώς δεν θα τους απεχθανόταν κανείς, και μόνον διότι σκέφτονται τέτοια πράγματα, και ερμηνεύουν κατ’ αυτό τον καιρό τα λόγια της Γραφής;

Σε όλους λοιπόν είναι φανερό, ότι ούτε για τον εαυτό του, σαν να είναι κτίσμα, ούτε για το ότι έχει κατά την Θεία φύση, κάποια συγγένεια προς όλη την κτίση, ονομάστηκε «Πρωτότοκος» αυτής, αλλά επειδή εξ αρχής, όταν δημιουργούσε ο Λόγος τα κτίσματα, είχε εκδηλώσει τη συγκατάβασή του προς τα δημιουργήματα, για να μπορέσουν να δημιουργηθούν. Δεν θα μπορούσαν δηλαδή τα κτίσματα να αντέξουν τη φύση Του, που είναι η ανόθευτη Πατρική λαμπρότητα, εάν λόγω της πατρικής συγκαταβάσεως δεν τα βοηθούσε και δεν τα έφερνε σε ύπαρξη με την υποστήριξή Του. Και δεύτερον, επειδή ο Λόγος εξεδήλωσε τη συγκατάβασή Του, υιοθετείται δι’ Αυτού και αυτή η κτίσις, για να γίνει και αυτής «πρωτότοκος κατά πάντα», όπως έχει λεχθεί, και για το ότι κτίζει, και δια το ότι εισέρχεται σ’ αυτή την οικουμένη, υπέρ πάντων. Γι’ αυτό λοιπόν έχει γραφεί: «Όταν δε εισαγάγει τον Πρωτότοκον εις την οικουμένην, λέγει: Και προσκυνησάτωσαν Αυτώ πάντες άγγελοι Θεού» (Εβραίους 1/α: 6).

Ας τα ακούν αυτά οι αιρετικοί και ας φρίττουν, για τα μεγάλα ατοπήματα που πράττουν, παρερμηνεύοντας τους λόγους της Αγίας Γραφής, διαστρέφοντας τα νοήματά της και υποβιβάζοντας τον Κύριο και Δημιουργό και Υιό και Λόγο του Θεού. Διότι το να εισέλθει Εκείνος εις την οικουμένη, συνετέλεσε στο να ονομασθεί και «πρωτότοκος όλων», έτσι ώστε να είναι: του μεν Πατρός «Μονογενής Υιός», δια το ότι εξ Αυτού μόνος Αυτός εγεννήθη, της δε κτίσεως «πρωτότοκος» εξαιτίας της υιοθεσίας των πάντων. Καθώς δε, είναι πρωτότοκος μεταξύ αδελφών, και αναστήθηκε εκ των νεκρών γενόμενος έτσι «απαρχή των κεκοιμημένων» (Α΄ Κορινθίους 15/ιε: 20), έτσι επειδή έπρεπε να είναι πρώτος Αυτός μεταξύ όλων, διά τούτο και κτίζεται «Αρχή Οδών», όπως λέγει το επίμαχο εδάφιο των Παροιμιών, (8/η: 22), εις τρόπον ώστε, όταν ακολουθήσουμε αυτήν την Οδό, και εισέλθουμε δι’ Αυτού, ο Οποίος λέγει: «Εγώ είμαι η Οδός και η Θύρα», και με το να κοινωνήσουμε της γνώσεως του Πατρός, να ακούσουμε κι εμείς: «Μακάριοι οι άμωμοι εν Οδώ», (Ψαλμός 118:1), και «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθαίος 5/ε: 8). Αυτά λοιπόν σε σχέση με το χωρίο του βιβλίου των Παροιμιών: «Κύριος έκτισέ με, αρχήν Οδών Αυτού».



[*] Σημείωση ΟΟΔΕ: Ο Άγιος Αθανάσιος αναιρεί τα επιχειρήματα των Αρειανών, ασχολούμενος μόνο με τη μία από τις εφαρμογές του χωρίου αυτού των Παροιμιών περί της Σοφίας του Θεού, (την προφητική), που εφαρμόζεται στην κτιστή ανθρώπινη φύση του Κυρίου Ιησού Χριστού. Όπως όμως έχουμε δείξει αναλυτικά σε άλλα άρθρα μας, το χωρίο αυτό δεν βοηθάει τους Αριανιστές, ούτε και αν το ερμηνεύσουμε με την άλλη εφαρμογή του, ως προς τη Θεϊκή φύση του Κυρίου, γιατί η λέξη που χρησιμοποιείται στα Εβραϊκά είναι διφορούμενη, ώστε ως προς τη μεν Θεϊκή φύση του Χριστού, βάσει συμφραζομένων του χωρίου, μπορεί να σημαίνει μόνο "απόκτηση", ως προς την δε ανθρώπινη φύση Του, μπορεί πράγματι να σημαίνει "κτίση", (όπως αναλύει ο άγιος Αθανάσιος), αλλά μόνο προφητικά, για την μέλλουσα τότε ενανθρώπιση του Χριστού.

 

Aγίου Αθανασίου Κατά Αρειανών Λόγος 1οςΟ Πατήρ είναι «Μείζων» του Υιού και ο Υιός «Κρείττων» των αγγέλων Μιχάλης Μαυροφοράκης



Απομαγνητοφώνηση από εκπομπή της Πειραϊκής Εκκλησίας, της σειράς εκπομπών: "Ορθοδοξία και Αίρεση", του Β΄ Βιβλικού και των συνεργατών του.

Ομιλία Νο 260

Ομιλία Νο 260.

(ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ // ΕΠΟΜΕΝΗ).

(Εκφωνήθηκε για πρώτη φορά: 20-5-2001).

Κατεβάστε την από την ΟΟΔΕ και σε ηχητικό αρχείο ΜΡ3 (Σύντομα)

    1. Ένα χωρίο που διαστρέφεται από τους αιρετικούς

    2. Η μεθοδολογία της απομόνωσης χωρίων

    3. Το θέμα και η συνάφεια της προς Εβραίους επιστολής με το χωρίο που διαστρέφεται

    4. Ο σκοπός είναι όχι η σύγκριση, αλλά η αντιπαραβολή του Υιού με τα κτίσματα

    5. Τα γενητά (με ένα «ν») και τα γεννητά (με δύο)

    6. Η ειδωλολατρική προέλευση των Αρειανιστών

    7. «Κρείττων», «Μάλλον» και «Πλέον»

    8. Η αϊδιότητα του Υιού σε αντιπαράθεση με τα γενητά

    9. Ο Πατήρ είναι «μείζων» του Υιού και όχι «κρείττων»





1. Ένα χωρίο που διαστρέφεται από τους αιρετικούς

Αγαπητοί ακροαταί χαίρετε!

Η σημερινή εκπομπή, και σε συνέχεια προηγουμένων εκπομπών, θα ασχοληθούμε με ένα χωρίο που χρησιμοποιούν συχνά οι αιρετικοί, όσοι θέλουν να μειώσουν την αξία της φύσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Το χωρίο αυτό είναι από την προς Εβραίους επιστολή, πρώτο κεφάλαιο στίχος 4:

«Τοσούτω κρείττων γενόμενος των αγγέλων, όσω διαφορώτερον παρ' αυτούς κεκληρονόμηκεν όνομα».

Ήδη από την εποχή που άρχισαν αυτές οι επιθέσεις εναντίον του προσώπου και κυρίως της Θείας φύσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, το χωρίο αυτό ήταν προσφιλές σε όσους ήθελαν να επιτύχουν αυτό ακριβώς, δηλαδή να θεωρήσουν και να προωθήσουν την άποψή τους, ότι ο Κύριός μας, ο Υιός και Λόγος του Θεού, δεν είναι γνήσιος Υιός του Θεού Πατρός και άρα Θεός κατά την φύση, (δηλαδή ότι η φύσις Του δεν είναι ίδια με αυτή τη Θεού Πατέρα), εκείνων λοιπόν που ήθελαν να υποβιβάσουν τον Υιό και να τον καταβιβάσουν στο επίπεδο των κτισμάτων.

Αυτό λοιπόν το χωρίο, που μόλις προηγουμένως διαβάσαμε από την προς Εβραίους επιστολή του αποστόλου Παύλου, το παρερμηνεύουν οι αιρετικοί, το απομονώνουν από όλο το υπόλοιπο περιεχόμενο της επιστολής αυτής, αλλά και γενικότερα το περιεχόμενο των Αγίων Γραφών, και μένουν, (παρεξηγώντας και παρερμηνεύοντας και την έννοια των λέξεων), μένουν λοιπόν, στο «τοσούτω κρείττων γενόμενος», (ότι έγινε δηλαδή ανώτερος των αγγέλων), «όσω διαφορώτερον παρ' αυτούς κεκληρονόμηκεν όνομα».

Λέγουν λοιπόν, ότι κατ’ αρχήν, ο Υιός συνδέεται με τη λέξη: «γενόμενος», (ότι έγινε δηλαδή), και λέγουν ότι άρα αποδίδεται στον Υιό το ρήμα που σημαίνει «γίνομαι», («κάνω» δηλαδή και όχι «γεννώ»), και αφ’ ετέρου θεωρούν ότι η λέξη «ανώτερος», («κρείττων»), αποδίδεται με έννοια συγκρίσεως προς τους αγγέλους, και έτσι οδηγούνται στο εσφαλμένο συμπέρασμα, ότι συγκρινόμενος ο Υιός με τους αγγέλους, δεν διαφέρει απ’ αυτούς κατά την ουσία.

Όπως θα δούμε αναλυτικά στη συνέχεια, και με τη βοήθεια του Πρώτου κατά Αρειανών Λόγου του αγίου Αθανασίου, αυτά τα συμπεράσματα είναι εντελώς εσφαλμένα και τελείως ξένα προς το περιεχόμενο και της προς Εβραίους επιστολής αλλά και ολοκλήρου του κειμένου των Αγίων Γραφών.



2. Η μεθοδολογία της απομόνωσης χωρίων

Κατ’ αρχήν να υπενθυμίσουμε, ότι η μεθοδολογία που σίγουρα συναντούμε σε κάθε αίρεση, είναι η απομόνωση συγκεκριμένων χωρίων, ή ακόμα και λέξεων, και μικρών φράσεων του κειμένου των Αγίων Γραφών, και η παρερμηνεία τους, ούτως ώστε το αποτέλεσμα να ταιριάζει στις δογματικές απαιτήσεις του κάθε αιρετικού χώρου.

Με άλλα λόγια, αντίστροφα πλέον, αν κανείς θέλει πραγματικά να γνωρίσει το περιεχόμενο των Γραφών, να το κατανοήσει και να το ερμηνεύσει με το σωστό τρόπο, θα πρέπει, όταν διαβάζει ο,τιδήποτε, κατ’ αρχήν να ερωτά: «Πότε γράφθηκε, από ποιον, προς ποίους, και για ποιον λόγο». Κάθε τι που γράφεται, έχει ένα σκοπό. Και λέγεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι κατανοητό από αυτόν κυρίως, προς τον οποίο πρωτογενώς απευθύνεται. Στη συγκεκριμένη λοιπόν περίπτωση, (η οποία μας απασχολεί στη σημερινή εκπομπή), το εν λόγω δηλαδή χωρίο από την προς Εβραίους επιστολή, θα πρέπει να το εξετάσουμε και να το ερευνήσουμε μέσα από αυτό κατ’ αρχήν το πρίσμα, ούτως ώστε να οδηγηθούμε σε ένα ασφαλές συμπέρασμα. Όμως (όπως είπαμε και προηγουμένως), οι αιρετικοί ακολουθούν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Απομονώνουν το χωρίο από όλη την υπόλοιπη συνάφεια, από το κείμενο δηλαδή στο οποίο βρίσκεται, και επιχειρηματολογούν πάνω στο χωρίο, μόνο και μόνο έχοντας σαν εφόδιο την δογματική τους διδασκαλία, την οποία θέλουν να υποστηρίξουν.

Η σύγκραση Ιουδαϊσμού, Ελληνισμού και Χριστιανισμού, ως μοναδικό κριτήριο αυθεντικής ερμηνείας του νοήματος της Ιστορίας του Μιχαήλ Γ. Χούλη, Θεολόγου


Η σύγκραση Ιουδαϊσμού, Ελληνισμού και Χριστιανισμού, ως μοναδικό κριτήριο αυθεντικής ερμηνείας του νοήματος της Ιστορίας

Αποτελεί βασική θέση της χριστιανικής κοσμοθεωρίας η πίστη ότι το νόημα της ιστορίας είναι ... μεταϊστορικό. Η ιστορία βαδίζει συνεχώς προς τα έσχατα, υπάρχει για να ξεπερασθεί, όμως όχι παράλογα και συμπτωματικά, αλλά μεταμορφωμένη σε Βασιλεία του Θεού (ο όρος με θεολογική και όχι με πολιτική έννοια). Αυτό επετεύχθη ιδίως με τη σάρκωση και το όλο αγιαστικό έργο του Υιού του Θεού επί της γης, δια του οποίου όχι μόνο ο άνθρωπος ως πρόσωπο αλλά και η καθημερινή αλήθεια των πραγμάτων και γεγονότων του κόσμου (καθώς και το νόημα της κάθε στιγμής), προσεγγίζονται και ερμηνεύονται όχι μόνο ιστορικά αλλά ταυτόχρονα εσχατολογικά, ως αγιασμός της κτίσεως και θέωση των ανθρώπων, δια της λειτουργικής και μυστηριακής ζωής.  Άλλωστε, αφού ο Λόγος του Θεού έγινε σάρκα (ύλη), και ο σκοπός της ύλης είναι ο Λόγος. Το Τέλος της δημιουργίας είναι ο Δημιουργός της. Η ιστορία έχει λοιπόν νόημα και δεν είναι μια απλή συνένωση τυχαίων γεγονότων. Αυτή την αλήθεια περί του εσχατολογικού νοήματος του χρόνου, του σκοπού και του ποιοτικού Τέλους της ιστορίας, σηματοδοτεί και καταδεικνύει πλέον περίφημα και ανεπανάληπτα μέσα στον κόσμο η αλληλοπεριχώρηση τριών κορυφαίων μεγεθών, του ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΥ, του ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ και του ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ, άνευ της συμβολής των οποίων δεν θα μπορούσε ποτέ να ερμηνευθεί αυθεντικά ο κόσμος και η ιστορία. Τη μοναδική αυτή συνάφεια στην ιστορία θα προσπαθήσουμε να επισημάνουμε ακολούθως, έστω και περιορισμένα.  
 Καταρχάς, η ιστορία μάς διδάσκει ότι υπήρξε πράγματι πόλεμος μεταξύ Ιουδαίων και Ελλήνων σε πολλά μέτωπα: Θρησκευτικό, φιλοσοφικό, ιδεολογικό, πολιτιστικό, υλικό. Πέρα όμως από τις μακρόχρονες διενέξεις, αλλά και ένεκα αυτών, πραγματοποιήθηκε μια βαθιά προσέγγισή τους, που οι επιφανειακοί μελετητές της ιστορίας δεν κατανοούν. Η ελληνική παιδεία και κουλτούρα εισέδυσε στον Ιουδαϊσμό των ελληνιστικών χρόνων σε όλα σχεδόν τα επίπεδα, επισημαίνει ο Σεβ. Περγάμου Ιωάννης, στοιχεία από την πολύ κατατοπιστική εργασία του οποίου θα παραθέσουμε στη συνέχεια (ΣΤ’ τόμος Εκδοτικής Αθηνών), καθώς και από την εξαίρετη μελέτη του καθηγητή Αθανασίου Ι. Δεληκωστόπουλου “Ελληνικός Στοχασμός και Χριστιανική Διανόηση” (εκδόσεις Αποστολικής  Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος).

Η εισφορά του Ελληνισμού εν περιλήψει προέκυψε:

Ἡ Ὑπαπαντὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ βιβλίο «Δωδεκάορτο. Εἰσαγωγὴ στὴν ὀρθόδοξη Χριστολογία» Ἱεροθέου, Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου-ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ


Σαράντα ἡμέρες ἀπὸ τὴν κατὰ σάρκα Γέννησή Του ὁ Χριστὸς προσφέρθηκε στὸν Ναό, σύμφωνα μὲ τὰ καθιερωμένα ἀπὸ τὸν νόμο. Καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖ στὸν Ναὸ τοῦ ἔγινε ὑποδοχὴ ἀπὸ πνευματοκίνητους ἀνθρώπους, καὶ μάλιστα ἐπειδὴ ὁ Συμεὼν τὸν πῆρε στὴν ἀγκαλιά του, γι᾿ αὐτὸ καὶ λέγεται Ὑπαπαντή. Ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ὑπαντάω καὶ σημαίνει ἔρχομαι σὲ συνάντηση κάποιου.
Ἡ Ἐκκλησία καθόρισε ἡ μεγάλη αὐτὴ Δεσποτικοθεομητορικὴ ἑορτὴ νὰ ἑορτάζεται τὴν 2α Φεβρουαρίου, γιατὶ αὐτὴ ἡ ἡμέρα εἶναι ἡ τεσσαρακοστὴ ἀπὸ τὴν 25η Δεκεμβρίου, ποὺ ἑορτάζεται ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ κατὰ σάρκα. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο διαιρεῖ τὸν ἐτήσιο χρόνο μὲ τοὺς σταθμοὺς τῆς θείας οἰκονομίας καὶ τὸν εὐλογεῖ. Ταυτόχρονα δίνει στὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα νὰ μυηθῇ στὸ μεγάλο μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ θεοῦ.
Τὸ περιστατικὸ τῆς προσφορᾶς τοῦ Χριστοῦ στὸν Ναό, κατὰ τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ἀπὸ τὴν Γέννησή Του περιγράφεται μόνον ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ (Λουκ. β´ 22-39).

α´

Ὁ ἴδιος ὁ Θεός, δηλαδὴ ὁ ἄσαρκος Λόγος τοῦ θεοῦ, ἔδωσε τὴν ἐντολὴ τοῦ καθαρισμοῦ κατὰ τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα στὸν Μωϋσῆ καὶ εἶχε καθιερωθῆ γιὰ ὅλους τοὺς Ἰσραηλίτας. Καὶ μάλιστα ἡ ἐντολὴ αὐτὴ δόθηκε στὸν Μωϋσῆ πρὶν ἀκόμη γίνῃ ἡ ἔξοδος τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, δηλαδὴ πρὶν τὴν διάβασή τους ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα.
Ἡ σχετικὴ ἐντολὴ εἶναι ἡ ἑξῆς: «Εἶπε δὲ Κύριος πρὸς Μωϋσῆν λέγων ἁγίασόν μοι πᾶν πρωτότοκον πρωτογενὲς διανοϊγον πάσαν μήτραν ἐν τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους, ἐμοὶ ἐστίν» (Ἐξ. ιγ´ 1-2). Αὐτὴ ἡ ἐντολὴ ἀναφερόταν καὶ στὰ πρωτότοκα ἀρσενικὰ τῶν ζώων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ξεχωρίζωνται καὶ νὰ προσφέρωνται στὸν Θεό. Ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ἦταν σαφής: «καὶ ἀφελεῖς πᾶν διανοῖγον μήτραν, τὰ ἀρσενικά, τῷ Κυρίῳ» (Ἐξ. ιγ´ 12).
Αὐτὴ ἡ ἀφιέρωση ἦταν σημεῖο ἀναγνωρίσεως τῆς εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπόδειξη ὅτι ἀνήκουν σὲ Αὐτόν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἐντολὴ τῆς ἀφιερώσεως τοῦ πρωτοτόκου ἀρσενικοῦ παιδιοῦ δόθηκε στὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό, διὰ τοῦ Μωϋσέως, ἀμέσως μετὰ τὴν πάταξη τῶν πρωτοτόκων παιδιῶν τῶν Αἰγυπτίων, ὅποτε ὁ Φαραὼ ἀμέσως ἔδωσε τὴν ἄδεια τῆς ἐξόδου, καὶ βέβαια πρὶν ἀκόμη περάσουν τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ αἰτιολογία τῆς πράξεως αὐτῆς: «ἐν γὰρ χειρὶ κραταιᾷ ἐξήγαγέ σε Κύριος ὁ Θεὸς ἐξ Αἰγύπτου» (Ἐξ. ιγ´ 9).
Σὲ ἄλλο βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, στὸ Λευιτικό, φαίνεται ὅτι ὁ Θεὸς δίνει περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὴν τελετὴ τῆς ἀφιερώσεως καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης. Ἡ γυναίκα ποὺ θὰ γεννήσῃ ἀρσενικὸ παιδὶ θὰ τοῦ κάνῃ τὴν περιτομὴ τὴν ὀγδόη ἡμέρα καὶ κατὰ τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα θὰ τὸ προσφέρῃ στὸν Ναό. Καὶ μαζὶ μὲ τὴν προσφορὰ τοῦ γεννηθέντος «προσοίσει ἀμνὸν ἐνιαύσιον ἄμωμον εἰς ὁλοκαύτωμα, καὶ νεοσσὸν περιστερᾶς ἡ τρυγόνα περὶ ἁμαρτίας ἐπὶ τὴν θύραν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου πρὸς τὸν ἱερέα» (Λευιτ. ιβ´ 1-6).

Τι σημαίνει πρωτότοκος πάσης κτίσεως Μεγάλου Αθανασίου.δογμα

Εάν δε ονομάζεται και ‘πρωτότοκος της κτίσεως’ (Κολ.1:15), όμως δεν ονομάζεται πρωτότοκος ως εξισούμενος προς τα κτίσματα και ως πρώτος εξ αυτών χρονικώς (διότι πώς είναι δυνατόν τούτο όταν βέβαια είναι αυτός και Μονογενής;), αλλά εξαιτίας της συγκαταβάσεως του Λόγου προς τα κτίσματα, λόγω της οποίας έχει γίνει και αδελφός πολλών.
Διότι βεβαίως ο μονογενής είναι μονογενής επειδή δεν υπάρχουν άλλοι αδελφοί, ο δε πρωτότοκος λέγεται πρωτότοκος λόγω της υπάρξεως και των άλλων αδελφών.
Δια τούτο λοιπόν εις ουδέν σημείον των Γραφών έχει λεχθή, πρωτότοκος του Θεού ούτε κτίσμα του Θεού, λέγονται όμως το Μονογενής, και το Υιός, και ο Λόγος, και η Σοφία που αναφέρονται εις τον Πατέρα και είναι γνωρίσματα αυτού. ‘Διότι είδαμεν την δόξαν αυτού, ωσάν μια δόξαν που έχει ένας Μονογενής Υιός από τον Πατέρα’ (Ιωάν. 1:14), και απέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού τον Μονογενή’ (Α’ Ιωάν. 4:8), και ‘ο Λόγος σου Κύριε, διαμένει αιωνίως’ (Ψαλμ. 118 [119]: 89), και ‘εν αρχή υπήρχεν ο Λόγος και ο Λόγος ήτο προς τον Θεόν’ (Ιωάν. 1:1), και ‘ο Χριστός είναι Θεού δύναμις και Θεού σοφίαν’ (Α’ Κορ. 1:24), και ‘αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός’ (Ματθ.3:17, 17:5), και ‘συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του ζώντος Θεού’ (Ματθ.16:16).
Το δε πρωτότοκος αναφέρεται εις την προς την κτίσιν επιδειχθείσαν συγκατάβασιν, διότι αυτής της κτίσεως ωνομάσθη και πρωτότοκος. Και το ‘έκτισε’ πάλιν αναφέρεται εις την προς τα κτίσματα χάριν, διότι χάριν αυτών κτίζεται.
Εάν λοιπόν είναι Μονογενής, όπως βέβαια και είναι, τότε πρέπει να ερμηνευθή το πρωτότοκος, εάν όμως είναι πρωτότοκος δεν θα είναι Μονογενής.
Διότι δεν είναι δυνατόν ο ίδιος να είναι και Μονογενής και πρωτότοκος, εκτός εάν αναφέρεται αλλού το ένα και αλλού το άλλο. Είναι δηλαδή Μονογενής λόγω της γεννήσεως αυτού εκ του Πατρός, όπως έχει λεχθή, πρωτότοκος δε λόγω της προς τα κτίσματα συγκαταβάσεως και της μετά των πολλών αδελφοποιήσεως.
Δια τούτο, εάν τα δύο αυτά ρητά αντίκεινται μεταξύ των, θα ημπορούσε κανείς δικαίως να είπη ότι υπερισχύει εις τον Λόγον μάλλον το ιδίωμα του Μονογενούς, δια το ότι δεν υπάρχει άλλος Λόγος, ή άλλη Σοφία, αλλά μόνον αυτός είναι ο αληθινός Υιός του Πατρός.
Και μάλιστα, όπως έχει λεχθή εις τα προηγούμενα, δεν έχει λεχθή συνδεδεμένον με κάποιαν αιτίαν, αλλ’ ανεξαρτήτως, το ‘ο Μονογενής Υιός, ο οποίος είναι εις τον κόλπον του Πατρός’ (Ιωάν. 1:18). Το δε πρωτότοκος είναι συνδεδεμένον πάλιν με την αιτίαν της κτίσεως, την οποίαν ανέφερεν ο Παύλος όταν έλεγε, ‘διότι δι’ αυτού εδημιουργήθησαν τα πάντα’ (Κολ. 1:16). Εάν δε όλα τα κτίσματα εκτίσθησαν δι’ αυτού, αυτός είναι διαφορετικός από τα κτίσματα, και δεν είναι κτίσμα, αλλά κτίστης των κτισμάτων.