Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

περί της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου, σε σχέση με την παρουσία της θείας προνοίας στη ζωή του όπως διατυπώνεται από τον Μάξιμο τον Ομολογητή (580-662),




 Tο πρόβλημα περί της ελεύθερης βούλησης του ανθρώπου, σε σχέση με την παρουσία της θείας προνοίας στη ζωή του όπως διατυπώνεται από τον Μάξιμο τον Ομολογητή (580-662), οπότε αναγκαίως εισήχθη στη συζήτηση και το μεταφυσικό στοιχείο με τις γενικές οντολογικές προκείμενες που το διέπουν και τις ειδικές κοσμολογικές που το ακολουθούν. Τα κύρια σημεία που επιχειρούμε να αναδείξουμε, ως ερευνητικά προς εξειδίκευση ζητήματα, με συνοπτικό τρόπο είναι τα εξής: α΄. Ο άνθρωπος έχει τις προϋποθέσεις να φέρει στο προσκήνιο με ποιοτικούς όρους την ύπαρξή του υπό την οπτική του προσώπου, κατ’ αναλογίαν με τα Πρόσωπα της τριαδικής θεότητας, να πραγματοποιήσει δηλαδή τη ζωή ως αγάπη, δηλαδή ως ελευθερία και όχι ως φυσική αναγκαιότητα. β΄. Ο Θεός ελεύθερα δημιουργεί τον κόσμο και ανάγει το είναι στην ελευθερία, θέτοντας νέα δεδομένα στην οιονεί λογοκεντρική αναγκαιότητα που κατά περιπτώσεις παρουσιάζεται στην αρχαία ελληνική διανόηση της κλασικής περιόδου, παρά το ότι δεν πρέπει να μάς διαφεύγει ότι ο Δημιουργός στον πλατωνικό Τίμαιον διέπεται από προκεχωρημένο βαθμό ελεύθερων προσωπικών επιλογών. Γίνεται λόγος από τον Αθηναίο φιλόσοφο για ένα θείο πρόσωπο που βούλεται, βουλεύεται και κινείται με αισθητικά κριτήρια, τα οποία δεν υποτάσσονται σε αναγκαιότητες. Σημειωτέον μάλιστα ότι και ο νεοπλατωνικός Πρόκλος (412 - 485) επιμένει έτι περαιτέρω στις εν λόγω καταστάσεις. Η χριστιανική θεώρηση όμως της δημιουργίας διευρύνει σε μέγιστο βαθμό το βουλητικό και το βουλευτικό περιεχόμενο της θείας ενέργειας. Το κεφαλαιώδες μάλιστα μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας και ενανθρωπήσεως του θείου Λόγου, δηλώνει ακριβώς τη μεταμόρφωση του αιτιατού υπό τους όρους του αιτίου του. γ΄. Ο άνθρωπος διαθέτει φύσει – οντολογικά – ελευθερία βουλήσεως, και έτσι ενισχύεται εξ ορισμού το δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας του και διασφαλίζεται το αυτεξούσιό του, ανεξάρτητα από το πώς θα το κατανοήσει και θα το προβάλει. δ΄. Η ανθρώπινη φύση φθάνει στην πληρότητά της ή στο καθ’ ομοίωσιν, διά της ελευθερίας του προσώπου, εφ’ όσον το ίδιο χρησιμοποίησε το αυτεξούσιον του προς την πραγμάτωση του αγαθού. Πρόκειται για μία ρήτρα που κινείται στον άξονα μιας απόλυτης συμμετρίας, καθότι η μία έννοια (αγαθόν) θέτει δι’ αμέσου συνεπαγωγής και την παρουσία της δεύτερης (ελευθερία) ή και αντιστρόφως. Τέλος, προκειμένου να αναδείξουμε ευρύτερα την σχέση ελευθερίας –αναγκαιότητας, επιχειρήσαμε σε ορισμένες περιπτώσεις να την εντοπίσουμε, στις γενικές διατυπώσεις της, και στον χώρο του Νεοπλατωνισμού, και ιδιαίτερα στον Πρόκλο, ο οποίος έχει επεξεργασθεί συστηματικά το ζήτημα στα σχόλιά του στους Πλατωνικούς διαλόγους Αλκιβιάδης Α’, κυρίως, Πολιτεία και Τίμαιος, στα οποία μάλιστα αναπτύσσει μία γενικευμένη ανθρωπολογία. Μέσα από τις εν λόγω αναφορές, άλλοτε ρητά και άλλοτε υπόρρητα, επιχειρήσαμε να διατυπώσουμε εκτιμήσεις για το φιλοσοφικό βάθος του στοχασμού του Μαξίμου, ο οποίος κινείται κυρίως στον θεολογικό άξονα έρευνας. Σε ορισμένα, επίσης, σημεία εξετάσαμε και τις σχέσεις του με την ηθική του Αριστοτέλη, κυρίως ως προς την έννοια της προαίρεσης. Τέλος οι αναφορές μας στους Στωικούς κυρίως είχαν ως βάση τις ανθρωπολογικές –ηθικές κατηγορίες του «ἐφ’ ἡμῖν» και του «οὐκ ἐφ ἡμῖν».

Μάξιμος ο Ομολογητής και τα κύρια στοιχεία της διδασκαλίας του


Ο Μάξιμος Ομολογητής είναι ένας από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας. Έζησε και μαρτύρησε τον 7ο αι (580-662 μ.Χ.). Φέρει τον τίτλο του Ομολογητή γιατί όταν ομολογούσε τις δύο θελήσεις του Χριστού δεν υπήρχε κανείς επί της γης προκειμένου να εκφράσει την πίστη του «όμου μετ’ αυτού» και έτσι αναγκάστηκε να ομολογήσει με τους νεκρούς, τους «όντως ζώντες εν Χριστώ» αγίους της Εκκλησίας τον καιρό της αντίστασης, στη φυλακή και στην εξορία. Η τύχη της Χριστολογίας εξαρτήθηκε από την άκαμπτη σταθερότητα ενός ανθρώπου μονάχα. Αποτέλεσε παράδειγμα δυναμισμού και θεολογικής εμπειρίας, αλλά και ταυτόχρονα, πνευματικό ηγήτορα με πρωτότυπο και εντυπωσιακό, θεολογικό σχήμα. Το εκτεταμένο και πολυσχιδές έργο του διαβάστηκε πολύ, αφομοιώθηκε δημιουργικά από μεταγενέστερους συγγραφείς και άσκησε τεράστια επίδραση στη διαμόρφωση της θεολογικής σκέψης. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι ελαχίστων Πατέρων τα κείμενα είχαν μέσα στη συνολική εκκλησιαστική παράδοση τον μείζονα και καθοριστικό ρόλο, που άσκησαν οι πραγματείες του Μάξιμου. Ο Μάξιμος ανατρέπει όλες εκείνες τις απόψεις των αιρετικών που απαξίωναν την ανθρώπινη φύση του Ιησού Χριστού, βασισμένοι στην υποτίμηση του κόσμου και της δημιουργίας. Δεν αποδέχεται καμιά αρνητική θεώρηση του κόσμου· θεωρεί τα θεμελιώδη συστατικά του, στην καθαρότητα της δημιουργίας τους, ελεύθερα από οποιαδήποτε ηθική απαξίωση. Η κοσμολογία του αποπνέει ένα τόνο σεβασμού για την πραγματικότητα, ένα πνεύμα αισιοδοξίας που διαπερνά τη θέαση του κόσμου, και προωθεί τον άνθρωπο προς την προοπτική της υπέρτατης κίνησης, την θέωση.
Ανάλυση της διδασκαλίας του Μάξιμου του Ομολογητή
Η πρώτη μορφή θεολογίας που ασκεί ο Μάξιμος ο Ομολογητής και τον διαφοροποιεί στην εποχή του, έχει χαρακτήρα ανατροπής, ενάντια στις οργανωμένες πιέσεις της εξουσίας, όχι με τρόπο που επιφέρει αρνητισμό και αντίδραση, παρά με έντονη διδασκαλία, ενεργό παρουσία και εφαρμογή της χριστιανικής ζωής και παράδοσης, δια του παραδείγματος. Το πλήθος των επιστολών του έχει διδακτικό χαρακτήρα, καθορίζει εκείνες τις προϋποθέσεις που διέπουν τις αρχές της θεολογίας , με πλήρη ανάπτυξη και θεολογικό χαρακτήρα. Το δε εύρος της διδασκαλίας του, προσεγγίζοντας το σύνολο του φάσματος της ιστορικής πορείας του χριστιανισμού, αποκαλύπτει την βαθειά του γνώση και ικανότητα, να αναλύει με ευλυγισία, και να συσχετίζει θέσεις θεολόγων Πατέρων που κατά καιρούς, δημιουργούν απορίες. Η γλώσσα του, είναι γλώσσα φιλοσοφική· μέσα στα έργα διαφαίνεται μια συγκρότηση με φιλοσοφικούς όρους και προβάλλεται η οντολογία, η ανθρωπολογία και η κοσμολογία της καθ’ ημάς ανατολικής εκκλησίας.
Το στοιχείο της κοσμολογίας κατά την διδασκαλία του Μάξιμου
Θεμέλιο της κοσμολογικής σκέψης του Μαξίμου είναι η απόλυτη διάζευξη ανάμεσα στο άκτιστο που είναι ο Θεός και το κτιστό που είναι ο κόσμος. Το χάσμα ανάμεσα στο κτιστό και το άκτιστο είναι για τον άνθρωπο αγεφύρωτο και η θεία ουσία παραμένει παντελώς απρόσιτη. Ο Μάξιμος διακηρύσσει ότι ο Θεός παραμένει κατά την ουσία άγνωστος, αμήχανος και άβατος. Η κοσμολογία κατά τον Μάξιμο, αποπνέει ένα τόνο σεβασμού για την πραγματικότητα, ένα πνεύμα αισιοδοξίας που διαπερνά τη συνολική θέαση του κόσμου. Κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο ξετυλίγεται και διευθετείται η θεώρηση του κόσμου, είναι η έννοια της κινήσεως. Η έννοια της κινήσεως διαπερνά το σύνολο της διδασκαλίας του Ομολογητή, αφού καταρχήν αναγνωρίζεται σ’ αυτήν ρόλος μέσα στην ίδια την πραγματικότητα. Διέπει το σύνολο της κοσμικής ουσίας. Όλα τα όντα κινούνται, και η κίνηση είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό της φύσης τους. Η αιτία της κίνησης των όντων είναι και αιτία της ύπαρξής τους. Η έναρξη της κίνησης είναι και είσοδος στην ύπαρξη: «Πᾶν κατὰ φύσιν κινούμενον δι᾿ αἰτίαν πάντως κινεῖται, καὶ πᾶν τὸ δι᾿ αἰτίαν κινούμενον δι᾿ αἰτίαν πάντως καὶ ἔστι.» Η μετάδοση της κίνησης από το Θεό στα όντα είναι η ίδια η ζωογόνος και ζωοποιός αγάπη Του, η ερωτική Του έκσταση προς αυτά. Τα όντα ζουν και κινούνται, ακριβώς επειδή δέχονται αυτή την αγάπη.
Η ρίζα του δαιμονικού κακού, κατά τον Μάξιμο
Μέσα στη διδασκαλία του Μάξιμου, κατά κοινή ομολογία, διαφαίνεται η συνεχή προτροπή που απευθύνει, προκειμένου να ενισχυθεί ένας γενικός αγώνας εναντίον της ρίζας του δαιμονικού κακού, του εγωκεντρισμού. Ο ασκητικός λόγος, τόσο ως έργο του, αλλά κυριολεκτικά και ως τρόπος ζωής, τονίζει τις χριστιανικές πνευματικές αρχές που πρέπει να διέπουν τον άνθρωπο, προκειμένου να θωρακισθεί ενάντια στον εγωκεντρισμό, όπως είναι η υπομονή, η πραότητα, η πίστη και η αγάπη. Η προσήλωση του Μάξιμου, στη διατύπωση του χριστολογικού δόγματος κατά την διδαχή του είναι όχι μόνο εμφανής, αλλά παρουσιάζει μια χαρακτηριστική εμμονή για την προάσπιση των δογματικών θεολογικών όρων, με ευλύγιστα, ορθά και πολύπλευρα επιχειρήματα. Η παραπάνω θέση ενισχύεται ιδιαίτερα στην κατά μέτωπο επίθεση που εξαπολύει εναντίον της αίρεσης του μονοθελητισμού, όπου ο Μάξιμος καταπολεμάει διακαώς την εσφαλμένη και κακή εμπειρία στους κόλπους της εκκλησίας «εν τη γεννέσει» Η διδαχή του καταλήγει στην επισήμανση της αλήθειας ως τελική προστατευτική γραμμή για την προάσπιση του Χριστιανισμού.
Τα επίπεδα της γνώσης κατά τον Μάξιμο
Ο Μάξιμος κατά τη διδασκαλία του, διακρίνει τρία επίπεδα της γνώσης. Αυτά αντιστοιχούν σε τρεις καθολικές κινήσεις της ανθρώπινης ψυχής: την αίσθηση, το λόγο και τον νου. Την δυνατότητα της αίσθησης της γνώσεως των όντων την δώρισε ο ίδιος ο Θεός στον άνθρωπο, για να λειτουργήσει αυτή ως αρωγός στην προσπάθεια του ανθρώπου να γνωρίσει τον Δημιουργό του. Ο λόγος συγκεντρώνει τα δεδομένα των αισθήσεων μεταμορφώνοντας την αισθητή εμπειρία σε επιστημονική γνώση. Λειτουργεί έτσι ως σύνδεσμος ανάμεσα στην αίσθηση και τον νου, ανάμεσα στην άμεση αισθητηριακή γνώση και την βαθιά γνώση της προσωπικής σχέσης. Η δύναμη του λόγου επιτρέπει να συναχθεί η πολύμορφη ποικιλία των λόγων της κτίσης σε μία νόηση απλή και αδιάφορη. Αυτή η εκβολή της λογικής δύναμης στην νόηση είναι όντως ένωση λόγου και νου. Ο νους κατά τον Μάξιμο, υπερβαίνει το σύνολο των γνωστικών δυνάμεων, αντιπροσωπεύει την καθολική γνωστική δυνατότητα της ψυχής· είναι το όργανο της προσωπικής έκστασης του ανθρώπου προς τον κόσμο. Γι' αυτό και η γνώση του νου είναι καταρχήν γνώση εμπειρική.

Bιβλιογραφία
Μεταλληνός, Γεώργιος Δ., Σχέσεις καὶ αντιθέσεις . Ανατολή καὶ Δύση στὴν πορεία τοῦ Νέου Ελληνισμού,( Αθήνα, Εκδόσεις Ακρίτας, 1998)

Στανιλοάε Δημήτριος, Εισαγωγή στη «Μυσταγωγία» τοῦ Αγ. Μάξιμου του Ομολογητού, Μετάφ. Ιγνάτιος Σακαλής (Αθήνα, Εκδόσεις Αποστολικὴ Διακονία, 1997)
Runciman St., Η Μεγάλη εκκλησία εν Αιχμαλωσία, μτφρ. Ν. Παπαρρόδου,(Αθήνα Εκδόσεις Μπεργαδή, 2000)
Φλορόφσκυ Γεώργιος, Βυζαντινοί πατέρες 5ου αιώνα,( Θεσσαλονίκη Εκδόσεις Πουρνάρα 1992)
Benjamin Jowett, Plato Sophist & analysis,(Facsimile ,June 1960)
R. Roques, Structure hierarchique du monde selon le Ps. Denys,(universe Dionysian 1954)
W. VÖLKER, Maximus Confessor als meister des Geistlichen Lebens,( Wiesbaden 1965)

Εἰσαγωγὴ στὴ «Μυσταγωγία» τοῦ Ἁγ.Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ Πρωτ. Δημήτριος Στανιλοάε



 Πρωτ. Δημήτριος Στανιλοάε
Στὸ «Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν», ὁ ἅγιος Μάξιμος ἐξηγεῖ μὲ μιὰ ὑψηλὴ φιλοσοφικὴ καὶ θεολογικὴ σκέψη, μιὰ μεγάλη σειρὰ ἀπὸ ὀντολογικὰ προβλήματα. Παρουσιάζοντας τὸ θεῖο σχέδιο ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα, γιὰ νὰ κινηθοῦν πρὸς τὴν τελείωσή τους μέσα στὸ Θεό, ἑρμηνεύει τὶς πιὸ βασικὲς ἀπόψεις τῆς πραγματικότητας. Σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο ὁ ἅγιος Μάξιμος ἐξηγεῖ κυρίως τοὺς θεολογικοὺς ὅρους καὶ τὸν ὀντολογικὸ χαρακτῆρα τῆς κίνησης τῶν πάντων πρὸς τὸ Θεό, μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἀλλὰ οὔτε αὐτοὶ οἱ ὅροι, οὔτε ἡ πνευματικὴ ζωὴ παρουσιάστηκαν στὸ «Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν» σὰ σύνολο συστηματικό.
 Στὰ «Κεφάλαια Σ’ περὶ Θεολογίας καὶ τῆς Ἐνσάρκου Οἰκονομίας τὸν Υἱοῦ Θεοῦ» ὁ ἅγιος Μάξιμος ἐκθέτει ἕνα ἀρκετὸ μέρος τοῦ ὑλικοῦ, ποὺ περιέχεται στὸ «Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν», μὲ τὴ μορφὴ σύντομων ἀφορισμῶν. Ἀλλὰ οὔτε σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο παρουσιάζεται τὸ ὑλικὸ σὲ πραγματικὴ καὶ λογικὴ συνέχεια.
Μιὰ μεγαλύτερη προσπάθεια νὰ παρουσιαστῆ ἡ πνευματικὴ ζωή, οἰκοδομημένη πάνω στὶς θεολογικὲς προϋποθέσεις, ποὺ ἐξηγοῦνται στὸ «Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν», γίνεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο στὸ ἔργο του «Εἰς τὴν Προσευχὴν τοῦ Πάτερ Ἡμῶν»’ πρὸς ἕνα φιλόχριστον Ἑρμηνεία Σύντομος», ἀλλὰ πιὸ πολὺ στὸ «Πρὸς Θαλάσσιον». Ἰδιαίτερα στὸ τελευταῖο τοῦτο ἔργο, ὁ ἅγιος Μάξιμος παρουσιάζει τὴ χριστιανικὴ πνευματικὴ ζωὴ σὰν ἕνα σύνολο ποὺ ὑψώνεται διαδοχικὰ ὥς τὴν τελειοποίησή του μέσα στὴν ἕνωση μὲ τὸ Θεό. Ὅπως στὸ «Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν» καὶ στὰ «Κεφάλαια Σ’ περὶ Θεολογίας καὶ τῆς Ἐνσάρκου Οἰκονομίας», ὁ ἅγιος Μάξιμος βλέπει καὶ στὸ «Πρὸς Θαλάσσιον» αὐτὴ τὴν κίνηση σὰν φαινόμενο ἀτομικῆς ζωῆς καὶ σὰν οἰκουμενικὴ δυναμικὴ κίνηση, ποὺ ὁδηγεῖ ὅλο τὸν κόσμο σὲ ἕνωση μὲ τὸ Θεό. Στὴ «Μυσταγωγία» ὁ ἅγιος Μάξιμος ἐκθέτει συστηματικὰ αὐτὴ τὴν ἴδια ἐξύψωση τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ κόσμου πρὸς τὸ Θεό. Ὅμως σ’ αὐτὸ τὸ μικρὸ ἔργο, περιγράφει τὴν ἐξύψωση μὲ πολὺ πιὸ περιληπτικὸ καὶ συγκεντρωμένο τρόπο.
Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, μὴν μπορῶντας ν’ ἁπλωθῆ στὴν ἀνάλυση τῶν διαφόρων στιγμῶν τῆς κίνησης, ὁ ἅγιος Μάξιμος ἔκανε ἀνάγλυφη σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο, μὲ τρόπο πιὸ ἔντονο καὶ καθαρό, τὴ διαδοχὴ τῶν βαθμίδων αὐτῆς τῆς ἀνάπτυξης, καὶ ἐπέμεινε λιγώτερο στὸν τρόπο, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπιτύχη τὴν κάθε πνευματικὴ βαθμίδα. Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι σ’ αὐτὸ τὸ ἔργο ἔχομε ὅλη τὴν ἀνθρωπολογικὴ καὶ κοσμολογικὴ θεωρία τοῦ ἁγίου Μαξίμου σκιαγραφημένη σὲ πιὸ πυκνὴ μορφὴ καί, γι’ αὐτό, σ’ ἕνα σύνολο καθαρὸ στὶς γενικὲς γραμμές του
Μ’ αὐτὸ τὸ σκοπό, ὁ ἅγιος Μάξιμος παρουσιάζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο νὰ ἔχουν σὰν πρότυπο τὴν Ἐκκλησία. Παρουσιάζει ἔτσι ἀνάγλυφα τὴν ἐξύψωση πρὸς τὸ Θεὸ σὰν τὸ κύριο χαρακτηριστικό του ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου. Ἡ ἑνότητα καὶ ἡ κίνηση πρὸς τὸ Θεὸ εἶναι οἱ δυὸ συντεταγμένες ὅλης τῆς κτιστῆς πραγματικότητας. Ὑπάρχει μιὰ ἀρχικὴ ἑνότητα τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἑνότητα ἀναπτύσσεται μὲ τὴν κίνηση πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τελειοποιεῖται σὰν ἑνότητα μέσα σ’ Αὐτόν. Ἡ ἀρχικὴ ἑνότητα εἶναι κι αὐτὴ μιὰ ἑνότητα μέσα στὸ Θεό, γιατί διαφορετικὰ δὲ θὰ ἦταν δυνατή. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ μέσα στὸ Θεὸ ἑνότητα ζωοποιεῖται ἀπὸ τὴν ὤθηση πρὸς μιὰ ἑνότητα ἀκόμη πιὸ ἔντονη ἀνάμεσα στὰ μέρη τοῦ ἀνθρώπου ἢ τοῦ κόσμου ἐν Θεῷ. Γιὰ νὰ ἐπιτύχουν αὐτὴ τὴν τελειοποιημένη ἑνότητα, τὰ μέρη ἔχουν τὴν κίνηση σὰν ἔμφυτη ἰδιότητα. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ἑλκύει τὴν προσοχὴ τόσο στὴν ἑνότητα τῶν μερῶν, ὅσο καὶ στὰ μέρη ποὺ εἶναι ἑνωμένα μέσα στὴν ἑνότητα αὐτή
Ἡ διαφορὰ τῶν μερῶν καὶ ἡ ἑνότητά τους χαρακτηρίζουν τόσο τὴν Ἐκκλησία, ὅσο καὶ τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο. Μόνο ἂν ὑπάρχη σ’ αὐτὰ οὐσιαστικὴ ἑνότητα, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ διαφοροποίηση ἀνάμεσα στὰ μέρη τους, τείνουν μὲ τὴν κίνησή τους πρὸς τὸ Θεὸ σὲ μιὰ ἕνωση ἤ , ἀκριβέστερα, σὲ μιὰ ἀκόμη πιὸ μεγάλη ἕνωση. Ὁ ἅγιος Μάξιμος παρατηρεῖ πρῶτα-πρῶτα τὴν ὁμοιότητα ἀνάμεσα στὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ Θεό. Ἀλλά, μιλῶντας γιὰ Θεό, βλέπει τὸ Θεὸ στὴν ἕνωσή του μὲ ὅλη τὴ δημιουργία. Κατὰ συνέπεια, κάνει μιὰ σύγκριση ἀνάμεσα στὴν Ἐκκλησία, σὰν ἕνωση τῶν πιστῶν μὲ τὸ Θεό, καὶ τὴν ἕνωση ὅλης της δημιουργίας μὲ τὸ Θεό. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ ἅγιος Μάξιμος, σ’ αὐτὴ τὴν πρώτη σύγκριση, ὁμιλεῖ γιὰ τὸ Θεὸ σὰν ἐνεργητικὸ παράγοντα μέσα στὸν κόσμο καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, μὲ τὸ ἴδιο νόημα, σὰν ἐνεργητικὸ παράγοντα μέσα στὴν κοινότητα τῶν πιστῶν. Ἀλλὰ δὲν ξεχωρίζει τὸ Θεὸ ἀπὸ τὴν ὁλότητα τοῦ κόσμου, ὅπως δὲν ξεχωρίζει τὴν Ἐκκλησία, σὰν ἐνεργητικὸ παράγοντα, ἀπὸ τὴν κοινότητα τῶν πιστῶν (κέφ. Α’). Σύμφωνα μ’ αὐτὴ τὴν πρώτη ἐξήγηση τῆς Ἐκκλησίας, ἀνάμεσα σ’ αὐτὴν καὶ τὸν κόσμο ποὺ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸ Θεό, δὲν ὑπάρχει μόνο ὁμοιότητα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα μέρος τοῦ κόσμου, ποὺ μέσα σ’ αὐτὸ ἀσκεῖται ἡ ἑνοποιὸς ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ταυτόχρονα, ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ πιὸ ὑψηλὸ καὶ πραγματικὸ μέρος τοῦ κόσμου σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν κίνησή της πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὴν ἀποτελεσματικὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτήν. Μ’ αὐτὴ τὴν ἰδιότητα ἡ Ἐκκλησία δέχτηκε τὴν κλήση νὰ διεισδύση σ’ ὅλο τὸν κόσμο, γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήση σὲ μιὰ πιὸ στενὴ ἕνωση μὲ τὸ Θεό, ποὺ εἶναι μιὰ ἀποκατάσταση τῆς ἀρχικῆς ἕνωσης ποὺ ἐξασθένησε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.
 Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία εἶναι μέσα στοὺς κόλπους τοῦ κόσμου, ἀλλὰ κι ὁ κόσμος εἶναι μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ πράγματι κι ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ δυνάμει. Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς δένει τὰ μέρη τοῦ κόσμου μὲ μιὰ σχέση ἢ μιὰ συμπάθεια μεταξύ τους, ποὺ εἶναι ἔμφυτη σ’ αὐτὰ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας καὶ τὴ ρυθμίζει ἡ Πρόνοια• δένει καὶ τὰ μέρη τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴ χάρη, ποὺ ἰσχυροποιεῖ τὴ σχέση ἢ τὴ φυσικὴ στοργὴ ποὺ ἔχουν κι αὐτὰ μαζὶ μὲ ὅλα τὰ μέρη τῆς δημιουργίας.(117) Γιατί πρέπει νὰ σημειώσωμε ὅτι, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Μάξιμο, ἡ ἐν Χριστῷ σωτηρία καὶ ἡ χάρις πού μᾶς ἔρχεται ἀπὸ Αὐτόν, περιλαμβάνονται στὸ ἔργο τῆς Θείας Πρόνοιας, σὰν κορυφαία πράξη στὸ ἔργο της. Θὰ μποροῦσαν νὰ ἀντιτείνουν στὸν ἅγιο Μάξιμο ὅτι ἡ χάρις εἶναι δωρεὰ ὁλοκληρωτικὰ ὑπερφυσική, ἐνῷ ἡ σχέση καὶ ἡ φυσικὴ στοργὴ ποὺ δένει τὰ μέρη τοῦ κόσμου μεταξύ τους καὶ μὲ τὸ Θεὸ εἶναι ἰδιότητα ποὺ ἀνήκει στὴ φύση τῶν πραγμάτων. Ὅμως ὁ ἅγιος Μάξιμος τονίζει ὅτι κι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς μ’ αὐτὴ τὴ σχέση γίνεται ἀποτελεσματικὸς στὸν κόσμο, γιατί εἶναι «τὸ πᾶν ἐν πᾶσι»• «ὁ Θεὸς πάντα τῇ ἀπείρῳ δυνάμει ποιήσας… συνέχει καὶ συνάγει καὶ περιγράφει καὶ ἀλλήλοις καὶ ἑαυτῷ προνοητικῶς ἐνδιασφίγγει».(118) Ἐξ ἄλλου, ὁ ἅγιος Μάξιμος βεβαιώνει ὅτι ἡ ἀποτελεσματικότητα τῆς χάριτος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ συνεργασία τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ πραγματοποιεῖται κάτω ἀπὸ τὴν ὤθηση τοῦ πόθου του γιὰ τὸ Θεό.(119) Χωρὶς ἀμφιβολία, ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ μέσα στὴν Ἐκκλησία πρὸς αὐτὴ τὴν ἑνοποιὸ κατεύθυνση, σὰ Θεὸς ἐνσαρκωμένος. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲ σημαίνει τίποτ’ ἄλλο, παρὰ ὅτι ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἐνσάρκωσή του ἑνώθηκε πιὸ στενὰ μὲ τὴ δημιουργία καὶ ἦρθε στὸ ἐσώτατο βάθος της. Κι αὐτὸ γίνεται αἰσθητὸ ἀντικειμενικὰ ὄχι μόνο μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Ἔτσι, ἀφοῦ δὲν πρόκειται γιὰ διαχωρισμό, ἀλλὰ γιὰ ἀλληλεπίδραση ἀνάμεσα στὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν κόσμο ποὺ εἶναι δεμένος μὲ τὸ Θεό, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ κόσμος, ποὺ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸ Θεό, δὲν ἔχει μόνο ὁμοιότητα μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ συμμετέχει κατὰ κάποιο τρόπο στὴν Ἐκκλησία, ὅπως καὶ ἡ Ἐκκλησία ἔχει μιὰ βάση σ’ αὐτόν. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ κόσμος εἶναι μιὰ ὄχι ἀναπτυγμένη, ὄχι πλήρως πραγματοποιημένη Ἐκκλησία, ποὺ ἔχει ὅμως μέσα του τὴν Ἐκκλησία σὰν ζύμη ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήση νὰ ἀναπτυχθῆ ὥς τὴν κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας, στὴν πλήρως πραγματωμένη του κατάσταση. Ἀπὸ τὴν πρώτη ἤδη σύγκριση τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸν κόσμο τὸν ἑνωμένο μὲ τὸ Θεὸ βλέπουμε, ὅτι ὁ ἅγιος Μάξιμος δὲ βλέπει τὴν Ἐκκλησία σὰν πραγματικότητα στατική, ἀλλὰ σὰν πραγματικότητα δυναμική. «Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἡ ἁγία Ἐκκλησία τὰ αὐτὰ τῷ Θεῷ περὶ ἡμᾶς ὡς ἀρχετύπῳ εἰκὼν ἐνεργῶσα δειχθήσεται».(120)
 Ὁ ἑνιαῖος χαρακτῆρας, ὁ ἑνοποιὸς ρόλος καὶ τὸ δυναμικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, ἢ καλύτερα ὁ χαρακτῆρας τῆς αὐξανόμενης συμφωνίας ποὺ ἔχει, παρουσιάστηκαν ἀνάγλυφα ἀπὸ τὸν ἅγιο Μάξιμο μὲ ἄλλο ἕνα τρόπο: Μὲ τὴ θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας σὰν εἰκόνας τοῦ κόσμου ἰδωμένου καθ’ ἑαυτόν, τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ψυχῆς, ποὺ ἔχουν χαρακτῆρα ἑνιαῖο καὶ δυναμικὸ-ἑνοποιὸ (κέφ. II-V). Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ εἰκόνα τῶν τριῶν αὐτῶν, τόσο ἐπειδὴ ἔχει σὰν μέρη τὸ ναό, τὸν ἱερατικὸ χῶρο καὶ τὸ βωμό, ὅσο κι ἐπειδὴ τὰ μέρη της εἶναι ἑνωμένα, ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ναὸς εἶναι ὁ ἱερατικὸς χῶρος, δυνάμει, γιατί τείνει πρὸς τὴν καθαγίαση, καὶ ὁ ἱερατικὸς χῶρος εἶναι ὁ πραγματοποιημένος ναός, ἐκεῖ ὅπου γίνεται ἡ ἀρχὴ τῆς πράξης τοῦ καθαγιασμοῦ στὸ ναό. Θεωρῶντας τὴν Ἐκκλησία σὰν εἰκόνα αὐτῶν τῶν τριῶν πραγματικοτήτων, ὁ ἅγιος Μάξιμος δὲ βλέπει πιὰ τὴν ἐκκλησία μὲ τὴν ἰδιότητά της σὰν γενικῆς κοινότητας τῶν πιστῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἰδιότητά της σὰν οἰκοδομήματος ὠργανωμένου μὲ ἕνα ὡρισμένο τρόπο. Ἀλλὰ βλέπονταςτὸ ναὸ νὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται σ’ αὐτόν, καὶ τὸν ἱερατικὸ χῶρο ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς ποὺ μένουν σ’ αὐτόν, ὁ ἅγιος Μάξιμος δὲν κάνει διαχωρισμὸ ἀνάμεσα στὶς δύο ἔννοιες τῆς Ἐκκλησίας. Τοῦτο, μονάχα ἐπειδὴ ἡ ἐκκλησία σὰν οἰκοδόμημα περιέχει τὴν Ἐκκλησία σὰν κοινότητα, διατηρεῖ ἕνα δυναμικὸ χαρακτῆρα, ἀκόμα κι ὅταν θεωρῆται σὰν κτίριο. Τὰ δύο μέρη τοῦ κόσμου, ποὺ μοιάζουν μὲ τὰ μέρη τῆς ἐκκλησίας, εἶναι τὸ πεδίο τῶν ὁρατῶν πραγματικοτήτων καὶ τὸ πεδίο τῶν νοητῶν ὄντων. Αὐτὰ τὰ δύο πεδία συνδέονται μεταξύ τους καὶ τείνουν μαζὶ πρὸς τὸ θεῖο μυστήριο, ποὺ εἶναι ὑπεράνω ἀπ’ αὐτά. Τὰ δύο μέρη τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχή, ποὺ δένονται μεταξὺ τους σὲ μιὰ ἑνότητα ποὺ τείνει πρὸς τὸ Θεό. Καὶ τὰ δυὸ ὅμοια μέρη τῆς ψυχῆς εἶναι ὁ θεωρητικὸς νοῦς καὶ ὁ πρακτικὸς λόγος, δεμένα μεταξὺ τους σὲ μιὰ ἑνότητα καὶ σὲ μιὰ κίνηση πρὸς τὸ Θεό.
Τὸ γεγονὸς ὅτι τόσο ὁ κόσμος ὅσο κι ὁ ἄνθρωπος παρουσιάζουν αὐτὴ τὴ διαφοροποίηση μέσα στὴν ἑνότητα καὶ παρασύρονται σὲ κίνηση πρὸς τὸ Θεό, δείχνει τὸν ἄνθρωπο σὰν κόσμο καὶ τὸν κόσμο σὰν ἄνθρωπο.
Μποροῦμε ἔτσι νὰ ποῦμε, πρῶτα-πρῶτα, ὅτι ἡ ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνο εἰκόνα τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι στὸ ἐσωτερικό τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ἐκκλησίας• καὶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία σὰν ἐντατικὴ κίνηση πρὸς τὸ Θεὸ εἶναι ἡ πιὸ ἔντονη μορφὴ τῆς ἑνότητας καὶ τοῦ ἐνοποιοῦ δυναμισμοῦ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἄνθρωπου.
Κατὰ συνέπειαν, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος συμμετέχουν στὴν Ἐκκλησία, ὅταν τείνουν νὰ ἐπιστρέψουν στὴν κατάσταση τοῦ ἀληθινοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀληθινοῦ ἀνθρώπου. Ἀκόμα, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι πραγματικότητα παράλληλη πρὸς τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ εἶναι μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, συμβάλλοντας στὴν ἕνωση καὶ τὴν ἰσχυροποίηση τῆς κίνησής τους πρὸς τὸ Θεό. Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ παρὰ μέσα στὸν κόσμο καὶ στὸν ἄνθρωπο, καὶ ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν μποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν παρὰ μόνο σὰν Ἐκκλησία. Ἰδιαίτερα ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ παρὰ μέσα στὸν κόσμο καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ ταυτόχρονα μ’ αὐτά, καὶ ὁ κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῆ παρὰ στὸν ἄνθρωπο καὶ στὴν Ἐκκλησία καὶ ταυτόχρονα μ’ αὐτά.
Ἀλλὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅτι ὥσπου ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀποτελέσουν μέρος τῆς Ἐκκλησίας μὲ τρόπο συνειδητό, δὲν ἔχουν συνείδηση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτῆρα τους, ποὺ πραγματοποιεῖται ἀτελῶς οὔτε τῆς συμμετοχῆς τους στὴν πραγματικότητα τῆς Ἐκκλησίας
Μ’ ἕνα τέτοιο δυναμικὸ χαρακτῆρα δὲν μποροῦμε νὰ διακρίνωμε τὴν Ἐκκλησία σὰν οἰκοδόμημα, κοινότητα καὶ Λειτουργία. Γιατί ἡ Λειτουργία δὲν εἶναι παρὰ ἡ κίνηση ἀνόδου τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τῆς τελειοποίησης τῆς ἑνότητάς της μέσα σ’ Αὐτόν. Κατὰ συνέπειαν, ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ νοηθῆ χωρὶς τὴ Λειτουργία, ποὺ εἶναι ἡ πραγματοποίηση τῆς κίνησης τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε ἡ Λειτουργία, χωρὶς τὴν Ἐκκλησία, σὰν πνευματικὸ καὶ ὁρατὸ χῶρο ποὺ στὴν ἔκτασή του τελεῖται ἡ Λειτουργία καὶ σὰν κοινοτικὴ προϋπόθεση τῆς Λειτουργίας. Σὰν τέτοια, ἡ Ἐκκλησία περιέχεται στὴ Λειτουργία καὶ ἡ Λειτουργία στὴν Ἐκκλησία. Δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε μιὰ λειτουργικὴ κίνηση, παρὰ σ’ ἕνα χῶρο προσανατολισμένο πρὸς τὸ ὑπερβατικὸ θεῖο ὕψος καὶ σὰν κίνηση μιᾶς κοινοτικῆς προϋπόθεσης προσανατολισμένης σ’ αὐτἠ τὴν κατεύθυνση• καὶ δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε ἕνα τέτοιο χῶρο καὶ μιὰ τέτοια κοινοτικὴ προϋπόθεση στὸ πλαίσιό τους, στερημένα ἀπὸ τὴν κίνηση ποὺ περιέχεται σ’αὐτά
Ὅμως, ἂν ἡ Λειτουργία εἶναι ἡ πραγματοποιημένη κίνηση τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸ Θεὸ καὶ ἂν αὐτὴ ἡ κίνηση εἶναι ἐπίσης γνώρισμα τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, θὰ ἔπρεπε ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ἐπίσης νὰ εἶναι εἰκόνα μιᾶς λειτουργίας τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου
Ἀλλὰ ὁ ἅγιος Μάξιμος, μιλῶντας γιὰ τὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, δὲν τὴν παρουσιάζει πιὰ κατ’ εὐθεῖαν αὐτὴ σὰν εἰκόνα (ἢ σὰν πρότυπο) μιᾶς κοσμικῆς καὶ ἀνθρωπολογικῆς λειτουργίας.(121) Ὁ δισταγμὸς αὐτὸς τοῦ ἁγίου Μαξίμου νὰ θεωρήση τὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας σὰν εἰκόνα (ἢ πρότυπο) μιᾶς κοσμικῆς καὶ ἀνθρωπολογικῆς λειτουργίας, μᾶς φανερώνει σ’ αὐτὸν μιὰ σκέψη πιὸ διαλεκτικὴ σ’ αὐτὸ τὸ θέμα.
 Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος, ἂν ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορῆ νὰ ὑπάρχη χωρὶς τὴ Λειτουργία, θὰ ἔπρεπε ἡ Λειτουργία ποὺ γίνεται στὴν Ἐκκλησία ν’ ἀποτελῆ εἰκόνα (ἢ πρότυπο) μιᾶς λειτουργίας, ποὺ πραγματοποιεῖται μέσα στὸν κόσμο καὶ μέσα στὸν ἄνθρωπο, ὅπως ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιὰ εἰκόνα (ἢ ἕνα πρότυπο) τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας δὲ θὰ ἦταν παρὰ ἕνας δυναμικὸς τύπος τῆς Λειτουργίας τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ λειτουργία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου μιὰ συμμετοχή, κατὰ κάποιο τρόπο, στὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ στὴ Λειτουργία κατὰ κυριολεξία.
 Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, μὲ δεδομένα, πρῶτον, ὅτι ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πραγμάτωση τῆς ἐκκλησίας ἢ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου σὰν Ἐκκλησίας, ἀλλὰ δεύτερον ὅτι ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας δὲν ἐπιτυγχάνεται ἡ πλήρης πραγμάτωση σὰν Ἐκκλησίας τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν δηλωμένο μέρος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Μάξιμος ἀποφεύγει νὰ δηλώση ὅτι μέσα στὸν κόσμο ἤ μέσα στὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν δηλωμένα μέρη τῆς Ἐκκλησίας, τελεῖται Λειτουργία.
 Ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐκκλησίες, σύμφωνα μὲ τὸ πρότυπο τῆς Ἐκκλησίας, ἔχοντας μιὰ διάταξη τῶν μερῶν τους ποὺ μοιάζει μὲ τὴν Ἐκκλησία, διάταξη ποὺ τὰ διεγείρει νὰ ἀνέβουν πρὸς τὸ Θεό, ὅπως πρὸς ἕνα βωμό. Ὁ Θεὸς κρατεῖ αὐτὲς τὶς ἐκκλησίες (τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο) σὲ ἑνότητα καὶ μέσα σ’ ἐκείνη τὴ διάταξη τῶν μερῶν πού, δοσμένη σ’ αὐτὲς μὲ τὴ δημιουργία, τοὺς δίνει πάντοτε τὴ δυνατότητα καὶ τὶς ὑποκινεῖ στὸ ἀνέβασμά τους. Ἀκόμα πιὸ πολύ, αὐτὲς οἱ ἐκκλησίες προσφέρουν μιὰ βάση γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς Ἐκκλησίας στὸ καθεαυτοῦ νόημά της. Ἔτσι ὁ Θεός, μὲ τὴν ἰδιότητά τους τῆς ἐκκλησίας, τὶς κρατεῖ καὶ σὰν χῶρο τῆς Λειτουργίας καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ καθεαυτοῦ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ τὶς χρησιμοποιήση σὰν ἕνα τέτοιο χῶρο.
Ὅμως ἡ κίνηση πρὸς τὸ Θεὸ ἢ ἡ καθεαυτοῦ Λειτουργία δὲν πραγματοποιεῖται στὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, ὅσο μένουν ἔξω ἀπὸ τὴν καθεαυτοῦ Ἐκκλησία. Γιὰ τοῦτο ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος, ἐπειδὴ ἔμειναν μέσα στὸν ἑαυτό τους, δὲν πραγματοποιοῦν μὲ πληρότητα τὸ χαρακτῆρα τους τῆς ἐκκλησίας. Δὲν ξεπέφτουν, οὐσιαστικά, ἀπὸ αὐτὸ τὸ χαρακτήρα• διατηροῦν ἀκόμα καὶ τὴ φυσική τους κίνηση, ἐμφυτευμένη καὶ ὑποστηριγμένη σ’ αὐτοὺς ἀπὸ τὸ Θεό, γιὰ νὰ ὑψώνωνται στὸ Θεό, καὶ ἡ ὁποία γενικὰ πραγματοποιεῖται πάντα σὲ σκοπούς, ποὺ θεωροῦνται σὰν καταστάσεις πιὸ ὑψηλές. Κι ὅμως, αὐτὴ ἡ κίνηση δὲν προχωρεῖ πάντα ἐνσυνείδητα πρὸς τὸ Θεό, ποὺ ξεπερνᾶ ὅλους τοὺς σκοποὺς ποὺ ὑπάρχουν στὸν κόσμο. Ὁ κόσμος καὶ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν ρητὰ καὶ συνειδητὰ μέρος τῆς Ἐκκλησίας, προορίζονται γιὰ μιὰ Λειτουργία ποὺ δὲν πραγματοποιεῖται ἀκόμα, ἀλλὰ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀρχίση νὰ πραγματοποιῆται κάθε στιγμή• γιὰ μεγαλύτερη ἀκρίβεια, ἡ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας τοὺς περιμένει κάθε στιγμὴ νὰ μποῦν στὴν κίνησή της, μέσα στὴν ὁποία ἡ κίνησή τους θὰ μποροῦσε νὰ δεχθῆ ἕνα καθορισμὸ τῆς κατεύθυνσής της.
Ὡστόσο, ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ τὴ φυσικὴ κίνηση τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὴ λειτουργική της κίνηση κι ἔτσι ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄνθρωποι προσφέρουν τὴ συμβολή τους στὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος ποὺ προσκομίζονται στὸ Θεὸ κατὰ τὴ Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, ἡ δύναμη τοῦ ὕμνου τῶν πιστῶν, αὐξάνουν στὸν κόσμο, ἀπὸ τὴ συμβολὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων
Ἔπειτα, ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ δὲν ἀποτελοῦν μέρος τῆς Ἐκκλησίας μὲ σαφῆ τρόπο καὶ δὲ βρίσκονται ἀκόμα ἀπ’ εὐθείας μέσα στὴν κίνηση τῆς Λειτουργίας τῆς ἐκκλησίας, διατηροῦν κι ἔτσι ἀκόμα τὸ χαρακτῆρα τῆς ἐκκλησίας. Ἂν στεροῦνταν καθ’ ὁλοκληρία τὸ χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας, δὲ θὰ εἶχαν πιὰ τὴν φυσικὴ ἑνότητα καὶ γενικὰ τὴν κίνηση πρὸς κάτι ὅλο καὶ πιὸ ὑψηλό, ἑνότητα καὶ κίνηση ποὺ μέσα σ’ αὐτὲς ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς σὰν Δημιουργὸς καὶ Θεία Πρόνοια παρουσιάζεται καὶ ἐνεργεῖ. Ἀλλὰ αὐτὰ δὲν εἶναι ἡ τέλεια πραγματωμένη Ἐκκλησία, γιατί δὲν πραγματώνεται ἀκόμα σ’ αὐτὰ ἡ Λειτουργία καὶ δὲν ἐμπλέκονται ἀκόμα στὴ λειτουργικὴ κίνηση τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Μάξιμο δὲν εἶναι μόνο ἢ καθεαυτοῦ Λειτουργία, ἀλλὰ ὅλη ἡ κίνηση τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴ σκέψη τους καὶ τὴν ἐνεργητικότητὰ τους πρὸς τὸ Θεό.
 Ἀποτελοῦν ἐκκλησία, ἔστω κι ἂν μένουν στὶς πύλες τῆς Ἐκκλησίας τῆς τέλεια πραγματωμένης, ποὺ μέσα σ’ αὐτὴν τελεῖται ἡ Λειτουργία. Ἐκεῖ ὅπου βρίσκεται ὁ κόσμος καὶ οἱ ἄνθρωποι, ὑπάρχει ἐκκλησία, γιατί αὐτὰ τὰ δύο εἶναι ἡ Ἐκκλησία δυνάμει, ὅμως δὲν ἔχουν ἀνακαλύψει ἀκόμα τὸν ἐκκλησιαστικό τους χαρακτῆρα καὶ κατὰ συνέπεια δὲν τὸν ἔχουν πραγματώσει μὲ πλήρη προσήλωση στὸ Θεό, σύμφωνα μὲ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ ἡ φύση τους. Εἶναι ἀκόμα ἔξω ἀπὸ τὴν καθεαυτοῦ Ἐκκλησία, εἶναι ὅμως ταυτόχρονα δυνάμει μέσα στὴν Ἐκκλησία, εἶναι μιὰ ἐκκλησία ποὺ δὲν ἀνακαλύφθηκε καὶ δὲν πραγματώθηκε. Ἡ ἐκκλησία εἶναι μέσα στοὺς ἀνθρώπους, γιατί ὁ Θεὸς παραμένει σὲ σύνδεσμο μαζί τους, ὅπως παραμένει καὶ μέσα στὸ μεταξὺ τοὺς σύνδεσμο. Μ’ αὐτὴ τους τὴν ἰδιότητα, βρίσκονται στὶς πύλες τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἀνακαλύφθηκε καὶ πραγματώθηκε γιὰ ἄλλους καὶ στὶς πύλες τῆς ἐκκλησίας ποὺ γι’ αὐτοὺς δὲν ἀνακαλύφθηκε καὶ δὲν πραγματώθηκε ἀκόμα, ποὺ περιμένει ὅμως νὰ ἀνακαλυφθῆ καὶ νὰ πραγματωθῆ• καὶ σ’ αὐτὴ τὴν κατεύθυνση ἡ Ἐκκλησία διεγείρει τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ἐκκλησία ποὺ πρέπει νὰ ἀνακαλύψουν καὶ νὰ πραγματώσουν, εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴν Ἐκκλησία ποὺ μερικοὶ ἔχουν ἀνακαλύψει καὶ πραγματώσει. Δὲν μποροῦν ν’ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὶς πύλες αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἀνακαλύφθηκε γιὰ μερικούς, οὔτε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ποὺ παρέμεινε γι’ αὐτοὺς καὶ μέσα σ’ αὐτοὺς ἀνανακάλυπτη.
 Βρίσκονται, γιὰ τοῦτο, ἀπὸ τὴ μιὰ, σὲ σχέση θετική, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, σὲ σχέση ἀρνητικὴ μὲ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ ζωή τους δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθῆ ἔξω ἀπὸ αὐτὴ τὴ σχέση καὶ δὲν μποροῦν νὰ ρυθμίσουν τὴ ζωή τους χωρὶς αὐτὴ τὴ σχέση. Ἀκόμα κι ὅταν τονίζουν, συνειδητά, τὴν ἀρνητική τους σχέση ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία, ἀποδεικνύουν ὅτι δὲν μποροῦν νὰ βγοῦν ἀπ’ αὐτὴ τὴ σχέση. Ὁ σημερινὸς κόσμος, ποὺ δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν ἀσχολεῖται πιὰ μὲ τὴν Ἐκκλησία, οὔτε κἄν μὲ τρόπο ἀρνητικό, εἶναι ὡστόσο τρομαγμένος ἀπὸ τὸ κενό, ποὺ ἄφησε ἡ Ἐκκλησία μέσα στὴν ὕπαρξη τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴν ἀπουσία της ἀπὸ τὶς ἀσχολίες τους, κι αὐτὸς ὁ κόσμος ζητεῖ νὰ διαπεράση αὐτὸ τὸ κενό, γιὰ νὰ φτάση σὲ μιὰ κίνηση προικισμένη μὲ κάποιο νόημα, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία. Μ’ αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι μέσα στὸν κόσμο καὶ στὸν ἄνθρωπο παραμένει μολαταῦτα ἡ ἐκκλησία ποὺ δὲν ἀνακαλύφθηκε καὶ δὲν πραγματώθηκε ἢ ἡ ἐκκλησία ποὺ εἶναι «κεκαλυμμένη», ἀλλὰ ποὺ γίνεται αἰσθητὴ σὰν μιὰ «ἀποῦσα παρουσία».
Αὐτοὶ ποὺ δὲν ἀνακάλυψαν μέσα τους τὴν ἐκκλησία, δὲν τὴν ἀνακάλυψαν, γιατί δὲ συμμετέχουν ἀκόμα στὴ Λειτουργία, ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς πραγματωμένης Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ ὅσο παραμένουν στὶς πύλες τῆς Ἐκκλησίας, μὲ θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ στάση, παραμένουν καὶ σὲ μιὰ θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ σχέση μὲ τὴ Λειτουργία της. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸν ὁ ἅγιος Μάξιμος, μέσα στὴν καθολικὴ καὶ ἐσχατολογικὴ σημασιολόγηση ποὺ δίνει στὴ Λειτουργία, τοὺς θέτει κι αὐτοὺς σὲ σχέση μὲ τὴ Λειτουργία• δείχνει δηλαδὴ ὅτι καὶ ὁ δικός τους προορισμὸς καθορίζεται σὲ σχέση πρὸς τὴ Λειτουργία. Ἀφοῦ ἡ ἐπίγεια ζωὴ εἶναι τόσο σκληρή, θὰ μποροῦσε νὰ φανῆ ὅτι ἡ Λειτουργία εἶναι θέμα τῆς Ἐκκλησίας μόνο καὶ ὅτι, κατὰ συνέπειαν, ὅσοι δὲν ἀποτελοῦν μέρος τῆς Ἐκκλησίας μὲ σαφῆ τρόπο, δὲ βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴν ἀκτινοβολία τῆς Λειτουργίας. Ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου θὰ δείξη ὅτι ὅλοι, ὅσοι δὲν ἔλαβαν μέρος στὴ Λειτουργία, δὲ θὰ λάβουν μέρος οὔτε στὰ ἀγαθὰ τῆς αἰώνιας Λειτουργίας, κι αὐτὴ ἡ καταδίκη ποὺ θὰ ὑποστοῦν συμβολίζεται μὲ πράξεις ποὺ πραγματοποιοῦνται κατὰ τὴν τέλεση τῆς Λειτουργίας τῆς ἐπίγειας Ἐκκλησίας. Κατὰ συνέπειαν, ἡ ἐπίγεια Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται καὶ σ’ αὐτούς, μὲ τὴν ἐπίκληση καὶ τὴν ἀγγελία τῆς καθολικῆς κρίσης, ἔτσι ὅπως κι αὐτοὶ ἀναφέρονται σ’ αὐτὴν ἔστω καὶ μὲ τὴν ἄρνησή τους νὰ συμμετάσχουν σ’ αὐτήν. Ἡ ἐπίγεια καὶ αἰώνια ζωή τους δὲν μπορεῖ νὰ κατανοηθῆ χωρὶς αὐτὴ τὴν ἀρνητικὴ ἀναφορὰ στὴ Λειτουργία. Τόσο αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ὅσο καὶ ἡ ἴδια ἡ Λειτουργία, δείχνουν συνεπῶς ὅτι καὶ αὐτοὶ προορίζονται γιὰ τὴ Λειτουργία καὶ ὅτι ἔξω ἀπὸ τὴ Λειτουργία ὁ προορισμός τους δὲν ὁλοκληρώνεται ὅπως πρέπει. Ἡ Λειτουργία εἶναι γι’ αὐτοὺς μιὰ «ἀποῦσα παρουσία» καὶ καθορίζει τὸν προορισμὸ ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας• τὸν προορισμὸ μερικῶν μὲ ἀρνητικὸ τρόπο, ἄλλων μὲ θετικὸ τρόπο, γιατί ἔξω ἀπὸ τὴ Λειτουργία δὲν μπορεῖ νὰ ἐκπληρωθῆ θετικὰ ὁ προορισμὸς τῆς ἀνθρωπότητας. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὁλόκληρος ὁ κόσμος προορίζεται νὰ ἀποτελῆ μιὰ Λειτουργία κι αὐτοὶ ποὺ ἢ δὲ θέλουν νὰ ὑψωθοῦν σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ἢ ξεπέφτουν ἀπὸ αὐτή, μένουν ἔξω ἀπὸ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ προορισμοῦ τους. Χωρὶς ἀμφιβολία, ὅπως εἴπαμε, δὲν πρόκειται μόνο γιὰ τὴ Λειτουργία, ποὺ πραγματοποιεῖται σὰν ἱερὴ ἀκολουθία μέσα στὸ κτίριο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ γιὰ τὸ γενικὸ ἀνέβασμα πρὸς τὸ Θεὸ πρὸς μιὰ ἕνωση πάντα πιὸ μεγάλη μέσα σ’ Αὐτόν, γιὰ τὴν ὁποία προορίζεται ὅλος ὁ κόσμος. Ἀλλὰ μποροῦμε καὶ μὲ ἄλλο τρόπο νὰ παρουσιάσωμε ἀνάγλυφο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶναι δεμένος κατὰ κάποιο τρόπο μὲ τὴ Λειτουργία, ἀκόμα κι ἂν δὲ συμμετέχη ὡλοκληρωμένα σ’ αὐτήν.
Μὲ τὸ ἴδιο τὸ γεγονός, ὅτι ὁδηγεῖ ὅλη τὴν κοινότητα σὲ μιὰ τέλεια ἕνωση μὲ τὸ Θεό, ποὺ εἶναι ὑπεράνω τοῦ κόσμου, ἡ Λειτουργία ἀποκαλύπτει τὸ ἐσχατολογικὸ νόημα τῆς ἱστορίας ὅλου τοῦ κόσμου καὶ διατηρεῖ τὴν τάση τῆς ἱστορίας πρὸς τὸ τέλος της μέσα στὸ Θεό. Καὶ στοὺς πιστοὺς διατηρεῖ τὴ συνείδηση αὐτῆς τῆς τάσης
Κατὰ συνέπειαν, ἀπὸ τὸ ἴδιο αὐτὸ γεγονὸς ἡ Λειτουργία ἀποκτᾶ ἀξιόλογο νόημα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἀποκαλύπτει ἕνα ἀνάλογο νόημα τῆς ἱστορίας, παρουσιάζοντάς την σὰν κίνηση πρὸς τὸ Θεὸ ποὺ μοιάζει μὲ τὴ Λειτουργία, ἔστω κι ἂν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ συμμετέχουν στὴν ἱστορία, δὲν ἔχουν συνείδηση αὐτοΰ τοῦ γεγονότος καὶ δὲ διανύουν τὸ δρόμο τους πρὸς τὸ Τέλος σὰν δρόμο πρὸς τὸ Θεό, ἑπομένως σὰν ἕνα δρόμο καθαυτὸ λειτουργικό. Μ’ ἄλλα λόγια, ὅλη ἡ ἱστορία συμμετέχει στὸ δρόμο πρὸς τὸ Τέλος καὶ ἡ κίνηση πάνω σ’ αὐτὸ τὸ δρόμο ἐμφυτεύθηκε σ’ ὅλους καὶ ἐνισχύεται ἀπὀ τὸ Θεό. Κι αὐτη ἡ κίνηση προορίζεται νὰ ὁδήγηση στὸ Θεό. Στὴν πραγματικότητα ὅμως, δὲ βαδίζουν ὅλοι πάνω σ’ αὐτὸ τὸ δρόμο πρὸς τὸ Θεό, ἀφοῦ δὲ θέλουν νὰ βαδίσουν πρὸς Αὐτόν. Ὅλοι, ὅμως, πρέπει νὰ κάνουν τὸ δρόμο πρὸς τὸ Τέλος, γιατί πρέπει νὰ τὸν κάνη ὅλος ὁ κόσμος. Μ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὅλοι συμμετέχουν στὴν πραγματοποίηση τῆς λειτουργικῆς κίνησης πρὸς τὸ Θεό, ποὺ βρίσκεται στὸτέλος τοῦ δρόμου. Ἀλλὰ δὲ βρίσκουν ὅλοι τὸ Θεὸ στὸ τέλος τοῦ δρόμου, γιατὶ δὲν ἐπῆραν ὅλοι μέρος σ’αὐτό τὸ δρόμο μὲ τὴ συνείδηση ὅτι ὁδηγεῖ στὸ Θεό, καὶ δὲν εἶναι ἔτσι προετοιμασμένοι γιὰ τὴ συνάντησή τους μὲ τὸ Θεό. Ὅλοι ἀναλίσκουν τὴ ζωή τους μὲ τὴν ἔμφυτη στὴ ζωὴ αὐτὴ κίνηση, δὲν ἔχουν ὅμως χρησιμοποιήσει αὐτὴ τὴν κινητήρια δύναμη, γιὰ νὰ ὑψωθοῦν στὸ Θεό, τὸ ὑπέρτατο ἄστρο τῆς ὕπαρξης.
Αὐτὴ τὴν ἀναγκαιότητα νὰ βαδίσωμε πρὸς τὸ Τέλος καὶ συνάμα τὴ δυνατότητα, φθάνοντας στὸ Τέλος αὐτό, νὰ καταλήξωμε ἤ νὰ μὴν καταλήξωμε στὸ Θεό, μᾶς ἔδειξε ὁ ἅγιος Μάξιμος μὲ τὴν ἀσκητικὴ-μυστικὴ ἐξήγηση τῆς Λειτουργίας, συνδυασμένη μὲ τὴν γενικὴ-ἐσχατολογικὴ ἐξήγηση.
Μὲ τὴν ἐσχατολογικὴ ἐξήγηση τῆς Λειτουργίας, ὁ ἅγιος Μάξιμος δίνει ἀνάγλυφη τὴν πρόοδο τούτων πρὸς τὸ Θεὸ κι ἐκείνων πρὸς τὸν ἀποχωρισμό τους ἀπὸ τοὺς δικαίους: «Ἡ δὲ τοῦ ἀρχιερέως ἀπὸ τοῦ θρόνου κατάβασις καὶ ἡ τῶν κατηχουμένων ἐκβολὴ γενικῶς μὲν τὴν ἀπ’ οὐρανοῦ δευτέραν τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παρουσίαν καὶ ἀπὸ τῶν ἁγίων ἀφορισμὸν τῶν ἁμαρτωλῶν».(122)
Καὶ μὲ τὴ μυστικὴ ἐξήγηση, ὁ ἅγιος Μάξιμος δείχνει τὴν ἀνύψωση τῶν διαφόρων κατηγοριῶν τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας στὶς βαθμίδες ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὴν κατάστασή τους. Ἂν στὴ γενικὴ λειτουργικὴ ἐξύψωση ἐνεργοῦν παράλληλα διάφορες ἐξυψώσεις, μποροῦμε νὰ παραδεχθοῦμε— καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος τὸ προσδιορίζει συνδυάζοντας τὴν ἐσχατολογικὴ μὲ τὴ μυστικὴ ἐξήγηση τῆς Λειτουργίας— καὶ μιὰ σύγχρονη κίνηση πρὸς τὸ Τέλος αὐτῶν πού, φτάνοντας σ’ αὐτὸ τὸ τέλος, καταλήγουν στὸ Θεὸ καὶ αὐτῶν ποὺ στὸ τέλος καταλήγουν σ’ ἕνα αἰώνιο κενό. Κι αὐτό, ἐπειδὴ μένουν, ἔχοντας χάσει κατὰ κάποιο τρόπο τὴν πίστη τους, ἔξω ἀπὸ τὴ Λειτουργία, ἀλλὰ κατὰ κάποιο ἄλλο τρόπο εἶναι δεμένοι στὴ λειτουργικὴ κίνηση μὲ τὴ φυσική τους κίνηση. Γιατί ἡ λειτουργικὴ κίνηση δὲν ἐκμηδενίζει τὴ φυσικὴ κίνηση, τὴν κοσμικὴ καὶ ἀνθρώπινη, ἀλλὰ τὴν προσδιορίζει σὰν κίνηση πρὸς τὸ Θεό, κατὰ τέτοιο τρόπο ποὺ μένει ἀδιαχώριστη ἀπὸ τὴ φυσικὴ —ἢ διεφθαρμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία— κοσμικὴ καὶ ἀνθρώπινη κίνηση. Ἔτσι ἡ λειτουργικὴ κίνηση ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ ἡ φυσική —ἤ διεφθαρμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία— κοσμικὴ καὶ ἀνθρώπινη κίνηση ἀπὸ τὸ ἄλλο, ποὺ δὲν ἐνσωματώθηκε μὲ σαφήνεια μέσα στὴν Ἐκκλησία, μποροῦν νὰ καταλήξουν, ταυτόχρονα καὶ δεμένες μεταξὺ τους κατὰ τὴν προχώρησή τους, ἡ μία στὸ Θεό, ἡ ἄλλη σ’ ἕνα τέλος ἄδειο ἀπὸ Θεό.
Ὁ ἅγιος Μάξιμος δὲν ἀσχολεῖται μὲ σαφῆ τρόπο μὲ τὴν πρόοδο ἢ τοὺς σταθμοὺς τῆς φυσικῆς —ἢ διεφθαρμένης ἀπὸ τὴν ἁμαρτία— κίνησης τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ἢ καλύτερα τῆς ἀνθρωπότητας ποὺ δὲν εἰσῆλθε στὴν Ἐκκλησία. Ὡστόσο, ὁ φυσικὸς κόσμος ἔχει ὁδηγηθῆ κι αὐτὸς στὴ μεταμόρφωσή του μὲ τὴ λειτουργικὴ κίνηση. Δείχνοντας ὅμως, ὅτι αὐτὴ ἡ φυσικὴ ἢ διεφθαρμένη κίνηση φτάνει κι αὐτὴ στὸ Τέλος, ὁ ἅγιος Μάξιμος βεβαιώνει, ὑπονοῶντας τὸ μὲ σαφήνεια, ἕνα εἶδος προόδου αὐτῆς τῆς κίνησης πρὸς τὸ Τέλος. Αὐτό μᾶς ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὶς ἀκόλουθες σκέψεις
Σὲ ὅλη τὴ διαδρομὴ τῆς ἱστορίας, σὲ κάθε βαθμίδα τῆς λειτουργικῆς ἀνύψωσης, κινοῦνται σύγχρονα οἱ τρεῖς γενικὲς κατηγορίες τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας: οἱ πιστοί, οἱ ἀγωνιστὲς τῶν ἀρετῶν (οἱ πρακτικοί), οἱ θεωρητικοί. Ὅμως αὐτὲς οἱ τρεῖς κατηγορίες δὲν ἐπαναλαμβάνουν σὲ κάθε περίοδο τῆς ἱστορίας μὲ ἀπόλυτα ὁμοιόμορφο τρόπο τὴν ἀνύψωση ποὺ πραγματοποιήθηκε στὸ παρελθόν, ἀλλὰ μέσα στὴν περιοχὴ τῆς πίστης, μέσα στὸ σύστημα καὶ τὴ σημασία τῶν ἀρετῶν, μέσα στὴν ἐμπειρία τῆς θεωρίας, γίνονται αἰσθητὰ τὰ προβλήματα τῆς ἀντίστοιχης περιόδου τῆς ἱστορίας, τὰ διανοητικά, καλλιτεχνικὰ καὶ ἐπιστημονικὰ δεδομένα, οἱ συσσωρευμένες ἀπὸ τὴν ἱστορία ἐμπειρίες. Διαφορετικά, ἡ λειτουργικὴ ἀνύψωση τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸ Θεὸ δὲ θὰ ἦταν γενικὴ καὶ συνεχὴς ἀνύψωση τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸ Θεό, ἀλλὰ μόνο μιὰ ἐπανάληψη ταυτόσημη μὲ τὴν ἴδια ἀνύψωση, ποὺ πέτυχαν τὴν πρώτη φορὰ οἱ τρεῖς κατηγορίες τῶν μελῶν της. Ὅμως αὐτὸ σημαίνει ἕνα εἶδος προόδου ἐπίσης τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου, ἀκόμα κι ἂν δὲν ἀποτελοῦν σαφῶς μέρος τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἅγιος Μάξιμος δὲν ὁμιλεῖ οὔτε γιὰ τὴ γενικὴ πρόοδο τοῦ κόσμου, οὔτε γιὰ τὴ γενικὴ ἀνύψωση τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὴ διαδρομή τους πρὸς τὸ Τέλος ἢ πρὸς τὸ Θεό, ἀλλὰ ἁπλᾶ καὶ μόνο γιὰ τὸ Τέλος, ἢ γιὰ τὸ Τέλος μέσα στὸ Θεὸ αὐτοῦ τοῦ δρόμου, δὲ σημαίνει ὅτι αὐτὴ ἡ προχώρηση ἢ αὐτὴ ἡ ἀνύψωση —ἢ οἱ σταθμοί τους— δὲν περιέχονται στὴ σκέψη τοῦ ἁγίου Μαξίμου. Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἕνας δρόμος καὶ ἕνα Τέλος τοῦ δρόμου, ὑπάρχει, καὶ μιὰ προχώρηση πρὸς τὸ Τέλος, ποὺ χαρακτηρίζεται, ἀπὸ σταθμούς, ἕνα εἶδος προετοιμασίας αὐτῶν ποὺ βαδίζουν τὸ δρόμο πρὸς τὸ Τέλος, μιὰ ἐσωτερικὴ καὶ ὀντολογικὴ προσέγγιση τοῦ Τέλους.
Τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἔλειπε ἡ ἀντίληψη μιᾶς ἀνάπτυξης τῆς ἱστορίας, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ἒχη βοηθήσει στὸ νὰ σκιαγραφήση μὲ τοὺς σταθμοὺς της αὐτὴ τὴν ἀνύψωση τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸ Θεὸ καὶ αὐτὴ τὴν ταυτόχρονη προχώρηση ἑνὸς μέρους τῆς ἀνθρωπότητας πρὸς ἕνα ἁπλὸ Τέλος. Ἀλλὰ σήμερα, ἔχουμε τὴ δυνατότητα γιὰ μιὰ τέτοια ἀντίληψη τῆς ἱστορίας καὶ γι’ αὐτὸ καὶ γιὰ τὴν ἀνάπτυξη ὅλων τῶν ἀντιλήψεων, ποὺ ὑπάρχουν ἀνανάπτυκτες στὴ σκέψη τοῦ ἁγίου Μαξίμου. Ἡ ἀνάπτυξη αὐτὴ τῆς πορείας τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ κόσμου, κατὰ ἕνα μέρος κοινὴ μὲ τὴ λειτουργικὴ κίνηση, κατὰ ἄλλο διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ κίνηση τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ προϋποθέτουν ὅμως, κατὰ κάποιο τρόπο, αὐτὴ τὴ λειτουργικὴ ἐκκλησιαστικὴ κίνηση, μᾶς δείχνει πάλι μιὰ κάποια συμμετοχὴ τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου τῆς κάθε ἐποχῆς στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνθρώπου τῆς κάθε ἐποχῆς.

Εἰσαγωγὴ* στὴ «Μυσταγωγία» τοῦ Ἁγ.Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ
Ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία, 1997

Άνθρωπος και κόσμος στη θεολογία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού


Η σχέση τού ανθρώπου με την υπόλοιπη κτίση, έχει σωτηριολογικές και οντολογικές συνέπειες
 


1. Εισαγωγή: Η ζωή τού αγίου Μαξίμου
Με πολλή χαρά συμμετέχω στη σειρά τών ομιλιών που διοργανώνει το Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνώντού Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Σ' αυτή τη σειρά η οποία παρουσιάζει πραγματικά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι μόνο για τη σπουδή τής Βυζαντινής Ιστορίας και τού Πολιτισμού, αλλά και για τη σημασία τού πολιτισμού αυτού για τον σύγχρονο κόσμο.
Σε μια εποχή έξαρσης τής οικολογικής κρίσεως, όπως είναι η σημερινή, είναι εύλογο να διερωτηθούμε, ιδιαίτερα εμείς οι Ορθόδοξοι, τι έχει να μας διδάξει η παράδοσή μας, όπως αυτή διαμορφώθηκε μάλιστα από τους πατέρες τής Εκκλησίας μας, για τη σχέση τού ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον. Έτσι, η μελέτη και τής Βυζαντινής περιόδου τής ιστορίας μας, παύει να είναι θέμα περιέργειας ή συσσώρευσης γνώσεων και αποκτά ιδιαίτερη υπαρξιακή σημασία.
Το Βυζάντιο δεν είναι για εμάς τους Ορθοδόξους Έλληνες, άσχετο με τη σημερινή ζωή μας. Το κουβαλάμε διαχρονικά μέσα μας, δια μέσου τής Εκκλησίας, τών αγίων και τών εικόνων της, τής λατρείας της, και μάλιστα τής Θείας Λειτουργίας, τού Μοναχισμού και τού ασκητικού του ήθους. Με όλα αυτά το Βυζάντιο είναι για εμάς μέρος τής ταυτότητάς μας, όσο και αν τα Δυτικά ρεύματα εισέβαλαν ορμητικά τα παλαιότερα χρόνια, δημιουργώντας στους Νεοέλληνες βαθύ συνειδησιακό και πολιτισμικό διχασμό, από τον οποίο υποφέρουμε και θα υποφέρουμε ακόμη για πολύ.
Μεταξύ εκείνων που επέδρασαν βαθύτατα στη διαμόρφωση τής Θεολογικής αλλά και τής φιλοσοφικής σκέψεως στη Βυζαντινή περίοδο, διακρίνεται ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Γεννημένος περί το 580 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, σε μια οικογένεια μεγάλης επιρροής στην αυτοκρατορική αυλή, είχε την ευκαιρία να επιδοθεί σε ευρύτατες σπουδές, ιδιαίτερα φιλοσοφία και τη ρητορική, μέχρις ότου ο αυτοκράτορας Ηράκλειος τον προσέλαβε στην αυλή του ως ένα είδος προσωπικού Γραμματέως τού κράτους. Χωρίς να διαρρήξει τους δεσμούς του με την αυτοκρατορική αυλή, εγκατέλειψε την επίζηλη αυτή θέση του, και έγινε μοναχός. Το 614 κείρεται μοναχός στη μονή Φιλιππικού στη Χρυσούπολη, (ένα προάστειο τής Κωνσταντινούπολης), και το επόμενο έτος τον βρίσκουμε στη μονή τού Αγίου Γεωργίου στην Κύζικο.
Μετά την Περσική εισβολή στη Μικρά Ασία περί το 630, τον βρίσκουμε στη μονή τού Ευκρατά στην Καρθαγένη, όπου συνδέεται με τον ηγούμενό της άγιο Σοφρώνιο, πριν ο τελευταίος γίνει Πατριάρχης Ιεροσολύμων το 634. Η επίδραση που άσκησε ο Σοφρώνιος στη Θεολογική σκέψη τού Μαξίμου, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη Χριστολογία, υπήρξε καταλυτική.
Την εποχή εκείνη, η Εκκλησία κινδύνευε να διαιρεθεί από μια έντονη θεολογική διαμάχη, γύρω από το ερώτημα εάν στο πρόσωπο τού Χριστού, στο οποίο κατά το δόγμα τής 4ης Οικουμενικής Συνόδου το 751 μ.Χ. είχαν ενωθεί ασυγχύτως και αδιαιρέτως δύο φύσεις, η Θεία και η ανθρώπινη, υπήρχαν δύο ενέργειες και δύο θελήσεις, ή μία ενέργεια και μία θέληση.
Ο Σοφρώνιος ήταν υπέρμαχος τών δύο ενεργειών και δύο θελήσεων, και ο Μάξιμος ακολούθησε και ανέπτυξε σε βάθος, και υποστήριξε με πάθος την ίδια θέση. Αυτό τον έφερε σε οξεία σύγκρουση με την αυτοκρατορική πολιτική, η οποία στην προσπάθειά της να βρει κάποιον συμβιβασμό, ώστε να αποφευχθεί το κοινωνικό ρήγμα στην αυτοκρατορία, με διάφορα διατάγματα που εξέδιδε, έκλινε μάλλον προς την πλευρά τών Μονοφυσιτών. Έτσι, μετά από περιπέτειες τών οποίων η εξιστόρηση παραλείπεται στην ομιλία αυτή, ο Μάξιμος καταδικάζεται το 662 από Μονοθελητική σύνοδο τής Κωνσταντινουπόλεως, και μετά από ποινή που προέβλεπε το κόψιμο τής γλώσσας και τού δεξιού χεριού, εστάλη εξόριστος στη Λαζική, όπου και απέθανε στις 13 Αυγούστου τού ιδίου έτους. Η θεολογία του όμως, δεν άργησε να δικαιωθεί, όταν το 680 - 681, η ΣΤ΄ Οικουμενική σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη, επικύρωσε δογματικά πλήρως τη θεολογία του.
Η σύντομη αυτή ιστορική εισαγωγή, κρίθηκε απαραίτητη για όσους ίσως δεν είναι εξοικειωμένοι με τη βιογραφία τής μεγάλης αυτής Θεολογικής και φιλοσοφικής μορφής που μας απασχολεί σ' αυτή την ομιλία μας. Σκοπός μας είναι σήμερα να δείξουμε πώς οι θέσεις τού μεγάλου αυτού θεολόγου τής Εκκλησίας μας, και μάλιστα αυτές που αφορούν στη Χριστολογία, (και στις οποίες επέμεινε μέχρι μαρτυρίου), συνδέονται με τη σχέση τού ανθρώπου προς το φυσικό περιβάλλον. Γιατί όσο κι αν μας φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο, η αποδοχή ή όχι τής Χριστολογίας για την οποία αγωνίσθηκε ο Μάξιμος, επηρεάζει άμεσα και αποφασιστικά, (όπως θα δούμε), την αντίληψή μας για τη θέση τού ανθρώπου μέσα στη φύση. Ναι, η θεολογία έχει πράγματι βαθύτατη σχέση με την Οικολογία.
 
2. Η κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου
Ας δούμε πρώτα την κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου. Για τον άγιο Μάξιμο (όπως και για όλους τους πατέρες τής Εκκλησίας), ο κόσμος είναι δημιουργία τού Θεού. Δεν είναι ούτε αυθύπαρκτος, ούτε αυτονόητος, ούτε από τη φύση του αιώνιος, όπως τον αντιλαμβάνονταν οι αρχαίοι Έλληνες. Ο κόσμος προέκυψε ως αποτέλεσμα τής αγάπης τού Θεού, ο Οποίος θέλησε να υπάρχει κάτι και έξω από τον εαυτό Του. Μεταξύ τού Θεού και τού κόσμου, υπάρχει χάσμα οντολογικό. Η φύση τού Θεού και η φύση τού κόσμου, είναι ριζικά διάφορες. Η θεοποίηση τού κόσμου, είναι συνεπώς εντελώς αδιανόητη.
Το οντολογικό αυτό χάσμα, μεταξύ Θεού και κόσμου, θα καταδίκαζε τον κόσμο στον αφανισμό, εάν αυτός στηριζόταν αποκλειστικά στις δυνάμεις του. Αλλά ο Θεός ήθελε να μην αφανισθεί ο κόσμος. Δεν ήθελε να αφανισθεί ο κόσμος. Ήθελε να ζει και αυτός αιώνια. Ήθελε να έχει (κατά την έκφραση τού αγίου Μαξίμου), "όχι απλώς το είναι, αλλά και το αεί είναι". Αλλά αφού η ιδιότητα τού "αεί είναι", δηλαδή τής αθανασίας ανήκει μόνο στον Θεό, ο οποίος δεν έχει όπως ο κόσμος αρχή, και δεν υπόκειται στο χρόνο, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να αποκτήσει αθανασία το κτιστό, παρά μόνο αν ενωνόταν με τον Άκτιστο Θεό. Αυτή η ένωση κτιστού και Ακτίστου, (Θεού και κόσμου), ήταν για τον άγιο Μάξιμο τόσο σπουδαία, ώστε να αποτελεί το κέντρο όλης τής θεολογίας του.
Ο Θεός κατά τον άγιο Μάξιμο, δημιούργησε τον κόσμο, βάζοντας μέσα σε όλα τα όντα, έναν λόγο. Το ότι ο κόσμος εμπεριείχε τους λόγους τών όντων, ήταν ιδέα ήδη γνωστή στον αρχαίο κόσμο, κυρίως με τη διδασκαλία τών Στωικών. Την είχε αναπτύξει ιδιαίτερα ο Φίλων και στη συνέχεια ο Ωριγένης. Αλλά ενώ σε όλους αυτούς η ιδέα αυτή εμπεριείχε τον κίνδυνο να ταυτισθεί ο κόσμος με τον Θεό, στο Μάξιμο ο κίνδυνος αυτός αποφεύχθηκε, με το να συνδεθούν οι λόγοι τών όντων, όχι με τη σκέψη τού Θεού, αλλά με τη βούλησή Του. Τοποθετούσε τους λόγους, σε ένα μελλοντικό προορισμό. Ο κόσμος θα σωθεί και θα ζήσει αιώνια, γιατί ο Λόγος τού Θεού, (το δεύτερο πρόσωπο τής Αγίας Τριάδος), ο οποίος περιέχει στον εαυτό του όλους τους λόγους τών όντων, θα σαρκωθεί και θα γίνει άνθρωπος. Έτσι θα ενωθεί το κτιστό με το Άκτιστο, και θα υπερβεί η κτίση τον θάνατο, που ως θνητή από τη φύση της, δεν μπορεί μόνη της να αποφύγει.
 
3. Η σχέση μεταξύ ανθρώπου και κτίσεως
Αλλά γιατί ο Λόγος τού Θεού να γίνει άνθρωπος, και όχι κάτι άλλο, π.χ. άγγελος; Εδώ βρίσκεται το κλειδί, για τη σχέση τού ανθρώπου με την υπόλοιπη κτίση.
Ο άνθρωπος κατά τον άγιο Μάξιμο, έχει ένα μοναδικό προνόμιο: Μετέχει εξ' ίσου τού υλικού και τού νοερού κόσμου. Αν ο Θεός ήθελε να σωθούν και να ζήσουν αιώνια μόνο τα νοερά και πνευματικά όντα, (μόνο οι ψυχές π.χ.), τότε δεν θα χρειαζόταν η σάρκωση τού Λόγου. Το ότι ο Λόγος προσέλαβε σώμα υλικό, αποδεικνύει ότι ο Θεός ήθελε να φέρει σε κοινωνία και ένωση μαζί Του όλη την υλική κτίση. Να λοιπόν η πρώτη και μεγάλη οικολογική συνέπεια τής Χριστολογίας τού αγίου Μαξίμου: Το φυσικό περιβάλλον, είναι προορισμένο από τον Θεό, να ανυψωθεί κι αυτό μαζί με τον άνθρωπο, σε κοινωνία με τον Ίδιο τον Θεό. Ο Θεός δεν θέλει τη σωτηρία μόνο τού ανθρώπου, αλλά και όλης τής κτίσεως. Αυτός ο ύψιστος και θείος προορισμός τού υλικού κόσμου, θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο αν ο άνθρωπος έδινε ελεύθερα τη συγκατάθεσή του. Το αυτεξούσιο, δηλαδή η ελευθερία, δόθηκε από τον Θεό στον άνθρωπο, ως πλασμένον κατ' εικόνα Θεού, και αυτό αποτελεί το διακριτικό του γνώρισμα από τα ζώα και τη λοιπή υλική κτίση.
Χωρίς την ελεύθερη συγκατάθεση τού ανθρώπου, η σωτηρία τής κτίσεως θα ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού, και δεν θα είχε καμία αξία, γιατί θα προσέκρουε στην αγάπη τού Θεού. (Η αγάπη πάντοτε σέβεται την ελευθερία). Ο άνθρωπος λοιπόν, δημιουργήθηκε ελεύθερος, να κυριαρχεί στην λοιπή υλική δημιουργία όπως μαρτυρεί και η Γραφή: "Αυξάνεστε και πληθύνεστε και κατακυριεύσατε τής γης, και άρχειν επί τών ερπετών" κλπ, κλπ, αλλά την ελευθερία του αυτή την έλαβε από τον Θεό, όχι για να καταστρέφει, αλλά για να ενώνει με τον Θεό τον υλικό κόσμο. Ο άνθρωπος θα γινόταν έτσι ο μικρόκοσμος, που θα μεσίτευε μεταξύ ουρανού και γης, Θεού και κόσμου. Γι' αυτό ο άγιος Μάξιμος αφιερώνει μεγάλο μέρος τής διδασκαλίας του, αναλύοντας αυτό το μυστήριο τής μεσιτείας. Υπέρβαση τής διαιρέσεως μεταξύ τών δύο φύλων, μεταξύ παραδείσου και οικουμένης, μεταξύ ουρανού και γης, μεταξύ νοερών και αισθητών, και τέλος μεταξύ Θεού και κτίσεως. Αυτός είναι για τον άγιο Μάξιμο, ο προορισμός τού ανθρώπου. Τίποτε λιγότερο από αυτό.
Τον προορισμό αυτό, ο πρώτος άνθρωπος αρνείται να εκτελέσει. Άμα τη γενέσει του, (λέει ο άγιος Μάξιμος), ρέπει προς την αντίθετη φορά. Και αντί να ενώσει τον κόσμο με τον Θεό, έκανε τον εαυτό του θεό, και έσχατο σημείο αναφοράς όλου τού κόσμου. Έτσι επεκράτησε η φιλαυτία, η ρίζα όλων τών παθών, κατά τον άγιο Μάξιμο. Και η βουλή τού Θεού για την υπέρβαση τής θνητότητας, που ήταν εγγενής στη φύση τού κτιστού δεν πραγματοποιήθηκε. Ο άνθρωπος, ασκώντας την ελευθερία του ως αυτοαναφορά, ως φιλαυτία δηλαδή, καταδίκασε όλη την κτίση, και πρώτα τον ίδιο τον εαυτό του στο θάνατο. Έτσι η φυσική διαφορά μεταξύ τών όντων, και μεταξύ τών ανθρώπων και τής λοιπής δημιουργίας, από απλή διαφορά, έγινε διαίρεση και αντιπαλότητα. Κατά τον άγιο Μάξιμο, άλλο είναι διαφορά, και άλλο διαίρεση. Ο άνθρωπος διαφέρει από τα άλλα ζώα, αλλά δεν είναι διηρημένος από αυτά. Γι' αυτό και αν ερωτάτο σήμερα ο άγιος Μάξιμος, για τη σχέση ανθρώπου και άλλων ζώων, όπως αυτή προβάλλεται από τη σύγχρονη Βιολογία, θα έλεγε: "Ναι, ο άνθρωπος έχει βιολογικό δεσμό με τα άλλα ζώα, (όπως αποδεικνύει και η σύγχρονη Βιολογία). Αλλά και διαφέρει από αυτά ως προς το αυτεξούσιο και την ελευθερία". Η διαφορά δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο να δεχθούμε διαίρεση, ωσάν ο άνθρωπος να μην ήταν ενωμένος με τη λοιπή δημιουργία, οπότε και θα ήταν αδύνατος ο ρόλος του ως μεσίτου μεταξύ Θεού και κόσμου, στον οποίο ρόλο επιμένει ο Μάξιμος τόσο πολύ. Αλλά και η βιολογική του ένωση με τα λοιπά ζώα, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει και διαφορά. Γιατί τα ζώα στερούνται τού αυτεξουσίου και τής ελευθερίας που έχει ο άνθρωπος.
Αν λοιπόν αρνηθούμε τη βιολογική συνέχεια τού ανθρώπου με τα άλλα ζώα, τότε η μεσιτεία τού ανθρώπου μεταξύ υλικού κόσμου και Θεού, καθίσταται αδύνατη. Και αν δεν δεχθούμε τη διαφορά μεταξύ αυτών τών δύο, τότε η μεσιτεία αυτή καθίσταται ανελεύθερη και αναγκαστική. Και αυτό έχει πελώρια σημασία, (η φιλοσοφική αυτή θέση τού αγίου Μαξίμου), ότι άλλο διαφορά και άλλο διαίρεση.
Η κοσμολογία λοιπόν τού αγίου Μαξίμου, είναι ανθρωποκεντρική. Ο άνθρωπος είναι κεκλημμένος από τον Θεό, να υπηρετήσει την ενότητα τής δημιουργίας και την ανύψωσή της σε κοινωνία με τον Θεό. Δεν είναι όμως η κοσμολογία του ανθρωπομονιστική. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να νοηθεί αποκομμένος από τη λοιπή υλική δημιουργία. Είναι και αυτός μέρος της. Και ότι συμβαίνει στην υλική δημιουργία έχει άμεσες επιπτώσεις και σ' αυτόν.
 
4. Η Χριστολογική κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου
Ας δούμε τώρα, τη Χριστολογική κοσμολογία τού Μαξίμου:
Η κλήση τού ανθρώπου από τον Θεό, να εκπληρώσει τον ύψιστο αυτό προορισμό τής ενώσεως τού κόσμου με τον Θεό απέτυχε. Ο πρώτος Αδάμ αρνήθηκε να την πραγματοποιήσει, πράγμα που ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε καν, χωρίς ο ίδιος να ενωθεί με τον Θεό. (Αφού αρνήθηκε την ένωση με τον Θεό, αυτομάτως αρνήθηκε και την πραγματοποίηση τού προορισμού του). Γι' αυτό ο Θεός εισάγει νέο τρόπο πραγματώσεως τού αρχικού σχεδίου Του, που στην ουσία δεν είναι παρά η προαιώνια βουλή Του, να ενωθεί δια τού ανθρώπου όλη η κτίση με τον Θεό. Αυτός ο νέος τρόπος με τον οποίον, (όπως λέει ο άγιος Μάξιμος), "καινοποιεί", δηλαδή τροποποιεί τας φύσεις, ο Λόγος τού Θεού σαρκούται και γίνεται άνθρωπος, όχι για να σώσει μόνο τον άνθρωπο, (προσέξτε το αυτό), αλλά για να ενώσει όλη την κτίση δια τού ανθρώπου. Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει στο "Περί Διαφόρων Αποριών". Το διαβάζω στο πρωτότυπο, και αν χρειασθεί το μεταφράζω:
"Επειδή τοίνυν... ο άνθρωπος... τη προς ένωσιν τών διηρημένων δοθήσει αυτώ φυσική δυνάμει... εις τον τών ηνωμένων μάλλον διαίρεσιν παραχρησάμενος, (ότι ο άνθρωπος δηλαδή, τη δύναμη που πήρε για να ενώνει τον κόσμο, της έκανε κατάχρηση και τον οδήγησε προς τη διαίρεση τού κόσμου), και ταύτη μικρού δειν ελεεινώς εις το μη ον πάλιν κινδυνεύσας μεταχωρήσαι, (σε τέτοιο βαθμό που κινδύνευσε η κτίση να οδηγηθεί στο μη ον. Να εξαφανισθεί. Από το οποίο και προήλθε). "δια τούτο καινοτομούνται φύσεις,... και Θεός άνθρωπος γίνεται, ίνα σώσει τον απολόμενον άνθρωπον, και τής κατά το παν καθόλου φύσεως, δι' εαυτού το κατά φύσιν ενώσας ρήγματα,... δείξας τη μεγάλην βουλήν πληρώση τού μεγάλου Θεού και Πατρός, εις εαυτόν ανακεφαλαιώσας τα πάντα, τα εν ουρανώ και τα επί της γης, εν ω και εκτίσθησαν... και συν ημίν και δι' ημάς την άπασαν κτίσιν,... αλλήλοις διασφίγξας, παράδεισον και οικουμένην, ουρανόν και γην, αισθητά και νοητά,... τα πάντα εις εαυτόν ανακεφαλαιώσατο, μίαν υπάρχουσαν την άπασαν κτίσιν δείξας, καθάπερ άνθρωπον άλλον...".
 
5. Η σημασία τής ενσάρκωσης τού Λόγου
Νομίζω δεν χρειάζεται μετάφραση. Με λίγα λόγια, λέει ο άγιος Μάξιμος, ότι η σάρκωσις τού Λόγου, εσήμαινε την ανακεφαλαίωση τών πάντων, και την υπέρβαση όλων τών διαιρέσεων, πάλι δια τού ανθρώπου. Κι έτσι έχουμε μια ένωση εδώ, και τού ανθρώπου με την κτίση. Η κτίση δηλαδή με τον άνθρωπο γίνεται μια ενότητα. Γίνεται όπως λέγει: "καθάπερ άλλον άνθρωπον". Η κτίσις είναι σαν να γίνεται ένας άνθρωπος κι αυτή, η οποία πλέον επικοινωνεί με τον Θεό δια τού ανθρώπου. Αποκτά δηλαδή ένα στόχο, μια κεφαλή, ένα χέρι, το οποίο φέρει σε κοινωνία όλη τη δημιουργία με τον Θεό. 
Το βαρυσήμαντο αυτό χωρίο, μας αποκαλύπτει ότι για τον άγιο Μάξιμο, ο σκοπός τής ενανθρωπίσεως, δεν είναι άλλος από το να πραγματοποιήσει την ένωση όλης τής κτίσεως, "καθάπερ άνθρωπον άλλον", δηλαδή δια τού ανθρώπου και εν τω ανθρώπω, ώστε να αποφευχθεί η επάνοδος εις το "μη είναι". ("Εις το μη ον πάλιν μεταχωρήσαι", δηλαδή να υπερβαθεί ο θάνατος). Έτσι για τον πατέρα αυτόν τής Εκκλησίας, η σωτηρία έχει ευρύτερη κοσμολογική διάσταση, και το επίκεντρό της, είναι η σχέση τού ανθρώπου με τη φύση. Ο άνθρωπος πλάσθηκε για να ενώσει τα διεστώτα στη φύση, αυτά που προκαλούν το θάνατο. (Ο θάνατος είναι ταυτόσημος με τη διαίρεση για τον άγιο Μάξιμο), και να τα αναγάγει όλα στον Θεό. Γι' αυτό ο Μάξιμος εκτός από την Ανάσταση που είναι νίκη κατά τού θανάτου, τονίζει ιδιαίτερα και την Ανάληψη, κατά την οποία, (αυτό το τονίζει ιδιαίτερα), ενώθηκε με τον Θεό, και αυτό το γήινο σώμα μας, ως στοιχείο που μας συνδέει με τα αισθητά, δηλαδή με το φυσικό μας περιβάλλον.
Στο σημείο αυτό πρέπει ιδιαιτέρως αν τονίσωμε, την αντίθεση που έχει η σκέψη τού Μαξίμου, με εκείνη τού Πλατωνισμού, και ακόμα τού Ωριγένη και τού Ευαγρίου, οι οποίοι πίστευαν ότι το σώμα δεν επιβιώνει στη Βασιλεία τού Θεού, αφού είναι υλικό και κατώτερο τής ψυχής και τού νου. Η ανάδειξη τού σώματος ως στοιχείου που μετέχει στη Θέωση τού ανθρώπου, συνδέεται με την πεποίθηση ότι ολόκληρη η υλική δημιουργία του, είναι ιερή και πρέπει να είναι σεβαστή. Στην πεποίθηση αυτή στηρίχθηκε και η υπεράσπιση τών Ιερών Εικόνων αργότερα από Θεολόγους, όπως ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο οποίος δεν δίστασε να γράψει: "και την ύλην σέβω, δι' ης η σωτηρία μου γέγονε".
Η καταξίωση αυτή τού υλικού κόσμου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να συνδέεται με τον Ίδιο τον Θεό, στο πρόσωπο τού Χριστού, αποτελεί την πιο τρανή απόδειξη τής σημασίας που απέδιδαν οι πατέρες τής Εκκλησίας στο φυσικό περιβάλλον. Ο άνθρωπος γι' αυτούς ήταν αδιανόητος χωρίς το φυσικό του περιβάλλον. Μαζί με αυτό πέφτει, και μαζί με αυτό σώζεται. Η πτώση τού ανθρώπου επέδρασε άμεσα και στη φύση του.
Γι' αυτό ο Παύλος γράφει στην προς Ρωμαίους επιστολή, ότι "όλη η κτίση συστενάζει και συνωδίνει τώρα μαζί με τον άνθρωπο, και περιμένει πότε θα συνδοξασθεί και αυτή μαζί του". Ο άγιος Μάξιμος δίνει στην Παύλεια αυτή θεολογία το βαθύτερο θεολογικό και φιλοσοφικό της νόημα, προβάλλοντας μια χριστολογική κοσμολογία, στην οποία ο άνθρωπος διαδραματίζει καίριο ρόλο, για όλη τη δημιουργία. Η ευθύνη τού ανθρώπου για το φυσικό του περιβάλλον, γίνεται έτσι καίρια.
 
6. Η Εκκλησιολογική κοσμολογία τού Μαξίμου
Τρίτον, ας δούμε αυτό που θα το ονομάζαμε: Η Εκκλησιολογική κοσμολογία τού Μαξίμου.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει στη σκέψη τού αγίου Μαξίμου, η σύνδεση τής κοσμολογίας, τής ανθρωπολογίας και τής και τής Χριστολογίας με την Εκκλησία. Η Εκκλησία για τον πατέρα αυτό, είναι τύπος όλου τού αισθητού κόσμου, με το Ιερατείο να συμβολίζει τον ουρανό, και τον Ναό με την ευπρέπειά του, την "κατά γην διακόσμηση". Αλλά και τον άνθρωπο συμβολίζει η Εκκλησία, γράφει στη "Μυσταγωγία" του. "Ψυχήν μεν έχουσα το Ιερατείο, και νου το θείον θυσιαστήριον, και σώμα τον Ναόν". Έτσι χάρις στην Εκκλησία κόσμος και άνθρωπος αλληλοεικονίζονται. Γράφει στη "Μυσταγωγία" του, αναφερόμενος στον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη: "Κατά ταύτην δε πάλιν ευμιμήως την εικόνα και τον κόσμον όλον, τον εξ ορατών και αοράτων συνιστάμενον, άνθρωπον υπέβαλεν (ο Διονύσιος) είναι. Και κόσμον αύθις, τον εκ ψυχής και σώματος άνθρωπον... Και ψυχήν μεν είναι τών αισθητών τα νοητά, σώμα δε τών νοητών τα αισθητά".
Έτσι ο άνθρωπος, είναι μικρόκοσμος τού μακροκόσμου. Μικρός τών μεγάλων, αφού ενώνονται σ' αυτόν τα αισθητά και τα νοητά. Και η Εκκλησία είναι εικόνα τού ίδιου τού Τριαδικού Θεού, αφού σ' αυτή πραγματοποιείται η ένωση τών πάντων, κόσμου και ανθρώπου, παρά τις διαφορές, όπως λέγει "τών ιδιωμάτων τών τόπων και τών τρόπων", "ίνα μη αλλήλων παντάπασιν αλλότρια ει, (αυτά, οι διαφορές), και εχθρά τα τού ενός Θεού κτίσματα και ποιήματα, (να μην είναι οι διαφορές αυτές αφορμή αλλοτρίωσης και εχθρότητος, και μεταξύ τών κτιστών, και με τον Θεόν), και κινδυνεύσει (κατ' αυτόν τον τρόπον) αυτοίς και αυτό το είναι, εις το μη ον μεταπεσείν τού Θεού χωριζόμενον". Με αυτόν τον τρόπο, με τη διαίρεση, κινδυνεύει να επιστρέψει στο μη είναι η κτίση.
Συγκλονιστικά αυτά τα λόγια για την ουσία και την κοσμολογική σημασία τής Εκκλησίας. Πώς στον Θεό η διαφορά, δεν σημαίνει διαίρεση αλλά ενότητα. Έτσι και στην Εκκλησία ο κόσμος όλος και ο ίδιος ο άνθρωπος, παρά τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ τών όντων, ενώνονται μεταξύ τους και με τον Θεό, όχι απλώς για να γίνουν καλύτεροι και να ζουν ευτυχέστερα, αλλά για να μην πάψουν να είναι, να υπάρχουν. Ο σκοπός τής Εκκλησίας δεν είναι ηθικός, αλλά οντολογικός. Η υπέρβαση τής διαιρέσεως ή τής αντιπαλότητας μεταξύ τών όντων, με μια ένωση που σέβεται και δεν καταργεί τη διαφορά, είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Η Εκκλησία υπάρχει για να εικονίζει και να προσφέρει τη γεύση ενός κόσμου απαλλαγμένου από τη διαίρεση, η οποία είναι ταυτόσημη με τον θάνατο, και με το μηδέν που προηγήθηκε τής δημιουργίας τού κόσμου.
Αυτή τη σχέση κόσμου, ανθρώπου και Θεού, τη βλέπει ο άγιος Μάξιμος να εικονίζεται κυρίως και κατ' εξοχήν στη Θεία Λειτουργία. Η Λειτουργία, είναι για τον πατέρα αυτόν τής Εκκλησίας, μία πορεία τού κόσμου με επικεφαλής τον άνθρωπο - ιερέα τής κτίσεως, προς ένα κόσμο ενότητας όλων τών διεστώτων, και αιώνιας ζωής σε κοινωνία με τον Θεό στη Βασιλεία Του. Η Λειτουργία είναι για τον Μάξιμο η εικόνα ενός κόσμου που υπερβαίνει τον θάνατο, χάριν στην υπέρβαση τής διαιρέσεως, μεταξύ ανθρώπου και κόσμου, και ανθρώπου, κόσμου και Θεού. Η Θεία Λειτουργία, (όπως και η ίδια η Εκκλησία), αποκτά έτσι, πελώρια υπαρξιακή σημασία, όχι μόνο για τον άνθρωπο, αλλά και για ολόκληρη την κτίση.
 
7. Συμπεράσματα
Και τώρα μερικά συμπεράσματα:
Είδαμε σε πολύ γενικές γραμμές, τη διδασκαλία ενός από τους πιο βαθείς Θεολόγους και φιλοσόφους τού Βυζαντίου, για τη θέση τού ανθρώπου μέσα στον υλικό κόσμο. Ο άνθρωπος κατά τον άγιο Μάξιμο, δημιουργήθηκε από τον Θεό, με το μοναδικό προνόμιο να μετέχει τόσο τών άλλων υλικών κτισμάτων, χάριν στο σώμα, (το σώμα είναι για τον Μάξιμο και για τους άλλους πατέρες, ήδη από την εποχή τού αγίου Ειρηναίου, συστατικό τής ίδιας τής ταυτότητας τού ανθρώπου, (χωρίς σώμα δεν υπάρχει η έννοια τού ανθρώπου), όσο και τών νοερών όντων, αλλά και τού Ιδίου τού Θεού, χάρις στο αυτεξούσιο που έχει ως πλασμένος ως κατ' εικόνα Θεού. Αυτό το μοναδικό προνόμιο τής μετοχής του, τόσο στον υλικό, όσο και στον πνευματικό και νοερό κόσμο, δόθηκε στον άνθρωπο για έναν υψηλό σκοπό: Να βοηθήσει την κτίση να υπερβεί τη φυσική της θνητότητα και να ενωθεί με τον μόνον φύσει αθάνατο Θεό. Ο άνθρωπος λοιπόν πλάσθηκε όχι για να γίνει κυρίαρχος και εξουσιαστής τής φύσεως, αλλά για να γίνει Ιερέας της. Να την πάρει στα χέρια του και να την αναφέρει στον Θεό. Με τον τρόπο αυτό, ο άνθρωπος αποδεικνύεται απαραίτητος για τη φύση, αλλά και η φύση για τον άνθρωπο.
Η κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου, είναι (όπως είπαμε) ανθρωποκεντρική, αλλά δεν είναι ανθρωπομονιστική. Την κοσμολογική αυτή αποστολή του, ο άνθρωπος ασκώντας την ελευθερία του, αρνήθηκε να την εκπληρώσει, με συνέπειες τραγικές τόσο για τον ίδιο, όσο και για όλη την κτίση. Η φύση έκτοτε κινδυνεύει από αυτόν που τάχθηκε να την προστατέψει και να την αναδείξει, δηλαδή από τον άνθρωπο. Ο κίνδυνος αυτός, (υπαινίσσεται ο άγιος Μάξιμος), μπορεί να φθάσει μέχρι και την επιστροφή στο μηδέν, δηλαδή στον αφανισμό. Η αμαρτία τού ανθρώπου, έχει καταστροφικές συνέπειες για όλη τη φύση. Τη σωτηρία από αυτή την υπαρξιακή απειλή αναλαμβάνει ο Χριστός, ως το δεύτερο πρόσωπο τής Αγίας Τριάδος, το οποίο γίνεται άνθρωπος, για να πραγματώσει αυτό που ο πρώτος άνθρωπος αρνήθηκε να κάνει. Έτσι πάλι μέσω τού ανθρώπου, (ενωμένου όμως με τον Θεό), αποκτά η κτίση τη δυνατότητα να σωθεί από την καταστροφή.
O Χριστός σώζει την κτίση χωρίς να καταργήσει τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος εξακολουθεί να παραμένει το κλειδί για τη ζωή τού κόσμου. Όσο πιο πολύ ενώνεται με τον Θεό, τόσο πιο πολύ λυτρώνεται και η κτίση όλη από τη φθορά. Και όσο πιο πολύ αυτονομείται από τον Θεό, και ανάγει τον εαυτό του σε θεό, τόσο περισσότερο στενάζει η κτίση κάτω από το πέλμα του.
Η οικολογική κρίση που βιώνει σήμερα ο κόσμος μας, επιβεβαιώνει δραματικά την κοσμολογία τού αγίου Μαξίμου. Ο πρώτος που επεχείρησε στις μέρες μας να αναζητήσει τις ιστορικές καταβολές τής οικολογικής μας κρίσης, o αμερικανός ιστορικός Lynn White, σ' ένα κλασικό άρθρο του στο περιοδικό Σάιενς το 1967, επισήμανε την ευθύνη τής Χριστιανικής θεολογίας για τη γέννηση τού οικολογικού προβλήματος. Πρόκειται για την αντίληψη ότι ο άνθρωπος έχει το δικαίωμα να κατεξουσιάζει τη φύση, ως λογικά ανώτερος όλων τών άλλων όντων.
Ο Διαφωτισμός, με το στόμα ενός Μπέικον και ενός Ντεκάρτ, και ακόμη ενός Καντ, ήρθε να καλέσει τον άνθρωπο, να σύρει τη φύση δέσμια πίσω του, και με την πρόοδο τής επιστήμης και τής τεχνολογίας, να γίνει (κατά την έκφραση τού Ντεκάρτ), "κύριος και κάτοχος τής φύσεως". Αυτό και έγινε, και οι συνέπειες είναι μπροστά μας. Και θα γίνουν ακόμη πιο οδυνηρές για τις γενεές που έρχονται.
Αν το οικολογικό πρόβλημα έχει κάποια σχέση με την κοσμοθεωρία και τη νοοτροπία μας, (και αναμφίβολα έχει), τότε το Βυζάντιο έχει να μας διδάξει πολλά. Η κοσμολογική ανθρωπολογία τού αγίου Μαξίμου, την οποία προσπαθήσαμε επιγραμματικά να αναλύσουμε εδώ, δεν είναι μια μεμονωμένη αντίληψη ενός Βυζαντινού Θεολόγου. Ολόκληρος ο Βυζαντινός πολιτισμός, είναι ζυμωμένος με τις κοσμολογικές ιδέες τού Εκκλησιαστικού αυτού συγγραφέα. Η Βυζαντινή αρχιτεκτονική, και ιδιαίτερα η ναοδομία, η εικονογραφία και η διακόσμηση τών ναών. Προπάντων μάλιστα η Βυζαντινή Θεία Λειτουργία. Η υμνογραφία και η λαογραφία με τις παραδόσεις και τις γιορτές της, όλα αποτελούν εφαρμογές στην πράξη τής κοσμολογίας που συναντούμε στον πατέρα αυτό τής Εκκλησίας. Πρόκειται για έναν τρόπο και μια στάση ζωής, που προσεγγίζει την κτίση με σεβασμό, και την αναφέρει στον Θεό ως δικό Του δώρο, που του το αντιπροσφέρει εν ευχαριστία, λέγοντας: "τα σα εκ τών σων σοι προσφέρομεν, κατά πάντα και δια πάντα".
Μέσα στη Βυζαντινή Λειτουργία, ο άνθρωπος βρίσκει τη σωστή θέση του με το φυσικό του περιβάλλον, ενώ στη Βυζαντινή Μοναστική παράδοση, με την οποία ήταν ζυμωμένος ο άγιος Μάξιμος, όσο λίγοι Βυζαντινοί στοχαστές, ασκηταί, στην εκκρίζωση τής φιλαυτίας, αυτής τής μήτρας τού οικολογικού κακού.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, στο βαθμό που συνεχίζει την παράδοση που εκπροσωπεί ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, (και αποτελεί ερώτημα, αν όντως τη συνεχίζει), μπορεί να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση τής οικολογικής κρίσεως στην εποχή μας. Θεολόγοι όπως ο άγιος Μάξιμος, αποδεικνύονται επίκαιροι και σήμερα, αρκεί να αναδειχθεί η υπαρξιακή σημασία τής διδασκαλίας τους.
Η αποψινή ομιλία μου, αποτέλεσε μια ταπεινή προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή.
Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας να με ακούσετε.

Βασίλειος Μπετσάκος Βασικές αρχές της κοσμολογίας του Μαξίμου του Ομολογητού




Ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής είναι ένας από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας. Έζησε και μαρτύρησε τον 7ο αι (580662 μ.Χ.). Το εκτεταμένο και πολυσχιδές έργο του διαβάστηκε πολύ, αφομοιώθηκε δημιουργικά από μεταγενέστερους συγγραφείς και άσκησε τεράστια επίδραση στη διαμόρφωση της θεολογικής σκέψης. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι ελαχίστων Πατέρων τα κείμενα είχαν μέσα στη σύνολη εκκλησιαστική παράδοση τον μείζονα και καθοριστικό ρόλο που άσκησαν οι πραγματείες του Μαξίμου (1).

Είναι βέβαιο ότι ο Μάξιμος δεν συγγράφει έχοντας άμεσα φιλοσοφικές στοχεύσεις· ο θεολογικός λόγος του θέλει να εκφράσει την πίστη και εμπειρία της Εκκλησίας, την αποκαλυμμένη και βιούμενη αλήθεια των πραγμάτων. Αλλά η γλώσσα και συνακόλουθα ο τρόπος σκέψης του είναι γλώσσα φιλοσοφική· μέσα στο έργο του συγκροτείται με φιλοσοφικούς όρους και προβάλλεται η οντολογία, η ανθρωπολογία και η κοσμολογία της καθ’ ημάς ανατολικής εκκλησίας.

Ο Ομολογητής εσωτερικεύει την εκκλησιαστική διδασκαλία κατεξοχήν μέσω των διανοητικών και πνευματικών εργαλείων που του παρέχει ο αριστοτελισμός· την επεξεργάζεται και την εκφράζει με τρόπο που μαρτυρά πόσο βαθύς γνώστης του Αριστοτέλη είναι. Το φιλοσοφικό του οπλοστάσιο (τεχνικοί όροι, αντιστίξεις εννοιών, δομές της σκέψης, γνωσιοθεωρητικές αρχές κα.) είναι σε μεγάλο βαθμό αυτό που διαμορφώθηκε από το Σταγειρίτη, εμπεδώθηκε και εμπλουτίστηκε μέσα από την αδιάσπαστη συνέχεια της μελέτης και του υπομνηματισμού των αριστοτελικών κειμένων, και για αιώνες λειτούργησε ως πλαίσιο και γλώσσα της φιλοσοφικής σκέψης.

Κατά τη διάρκεια της χιλιετίας που μεσολαβεί ανάμεσα στον αρχαίο φιλόσοφο και τον Πατέρα της Εκκλησίας η συνεχής ενασχόληση με τις πραγματείες του Αριστοτέλη είτε στη σύγκρασή της με αντίστοιχα φιλοσοφικά ρεύματα (πχ. νεοπλατωνισμός) είτε στη διαπλοκή της με θεολογικές ερμηνείες και διαμάχες, συνθέτει ένα αφομοιωμένο και εναργή αριστοτελισμό, κοινόχρηστο αδιακρίτως φιλοσοφικών και θεολογικών προθέσεων. Η αριστοτελική σκέψη ενεργοποιείται πολλαχώς και ως εύχρηστο εργαλείο λογικής πρόσβασης στη φύση και την πραγματικότητα (όπως αυτές εκφαίνονταν στο εκάστοτε παρόν), και συγχρόνως ως εύπλαστο καθαυτό εφαλτήριο αναδόμησης και διόγκωσης του θεωρητικού αποθέματος. Αυτόν τον διάχυτο και κοινόχρηστο, εύχρηστο και εύπλαστο (και όμως καθόλου νόθο) Αριστοτέλη έχει στη διάθεσή του και ο Μάξιμος Ομολογητής. Μέσα από οξυδερκή πρόσληψη και οργανική εφαρμογή στο πεδίο των δικών του εκκλησιαστικών ενδιαφερόντων και προτεραιοτήτων, ζωοποιεί, ανανεώνει και εμπλουτίζει την παραδεδομένη αριστοτελική διδασκαλία.

Σήμερα, ύστερα από πολλούς αιώνες διαμεσολαβημένης πρόσληψης του Αριστοτέλη από τη σχολαστική και νεοσχολαστική δυτική φιλοσοφία, είναι καιρός να επιχειρήσουμε ένα ελληνικό διάβασμα του φιλοσόφου (2). Είναι καιρός να αξιοποιήσουμε τα αναγνωστικά εργαλεία που δοκίμασε και τελειοποίησε η Ανατολική παράδοση πρόσληψης του Έλληνα σοφού, εργαλεία που απέδωσαν έξοχες και φιλοσοφικά ενεργές ερμηνείες από τα χρόνια των πρώτων υπομνηματιστών μέχρι τα χρόνια της ύστερης Τουρκοκρατίας.

Ο Μάξιμος Ομολογητής προσπαθεί να ανατρέψει όλες εκείνες τις απόψεις των αιρετικών που απαξίωναν την ανθρώπινη φύση του Ιησού Χριστού, βασισμένοι στην μανιχαϊστική υποτίμηση του κόσμου και της δημιουργίας. Ως εκ τούτου δεν αποδέχεται καμιά αρνητική θεώρηση του κόσμου· θεωρεί τα θεμελιώδη συστατικά του (την ύλη και το είδος, τη δύναμη και την ενέργεια, την κίνηση και τη στάση, κλπ.), στην καθαρότητα της δημιουργίας τους, ελεύθερα από οποιαδήποτε ηθική απαξίωση. Η κοσμολογία του αποπνέει ένα τόνο σεβασμού για την πραγματικότητα, ένα πνεύμα αισιοδοξίας που διαπερνά τη σύνολη θέαση του κόσμου, αφού ανοίγει σ’ αυτόν και την προοπτική της υπέρτατης κίνησης: της θέωσης.


Βασικές αρχές αυτής της κοσμολογίας είναι οι ακόλουθες:

Α. Κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο ξετυλίγεται και διευθετείται η θεώρηση του κόσμου, είναι η έννοια της κινήσεως (3). Ο όρος χρησιμοποιείται με την αριστοτελική του σημασία· δεν δηλώνει μόνο την κατὰ τόπον κίνηση, αλλά και άλλου είδους μεταβολές· πρωτίστως, όμως, έχει οντολογικό περιεχόμενο σημαίνοντας το διαρκές πέρασμα των όντων από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Η έννοια της κινήσεως διαπερνά το σύνολο της διδασκαλίας του Ομολογητού, αφού καταρχάς αναγνωρίζεται σ’ αυτήν βαρυσήμαντος ρόλος μέσα στην ίδια την πραγματικότητα. Διέπει τη σύνολη κοσμική ουσία· όλα τα όντα κινούνται, και η κίνησις είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό της φύσης τους. Η φυσική κίνησις, λοιπόν, καταξιώνεται πλήρως στο έργο του αγίου Μαξίμου.

Η αιτία της κίνησης των όντων είναι και αιτία της ύπαρξής τους· η έναρξη της κίνησης είναι και είσοδος στην ύπαρξη: Πᾶν κατὰ φύσιν κινούμενον δι᾿ αἰτίαν πάντως κινεῖται, καὶ πᾶν τὸ δι᾿ αἰτίαν κινούμενον δι᾿ αἰτίαν πάντως καὶ ἔστι (4). Η κίνηση γίνεται το πρωταρχικό στοιχείο του τρόπου ύπαρξης των όντων. Εἶναι και κινεῖσθαι (υπό του Θεού) ταυτίζονται (5).

Τα όντα κυριολεκτικά ἤχθησαν στην ύπαρξη και εξακολουθούν να παράγονται σ’ αυτήν. Ποιητικόδημιουργικό Αίτιο των όντων είναι ο Θεός, ο μόνος αγένητος και ακίνητος (6). Ο,τιδήποτε υπάρχει και κινείται, οφείλοντας αυτές τις συστατικές ιδιότητές του σε μία αιτία που το υπερβαίνει, είναι γενητόν. Γένεση των όντων σημαίνει δημιουργίακτίση τους διὰ τοῦ Θεοῦ (7). Δημιουργία σημαίνει μετάδοση της κίνησης (8).

Και η έναρξη, λοιπόν, της κίνησης των όντων ταυτίζεται με την εκ Θεού γένεσή τους, αλλά και η συντήρηση των όντων στο εἶναι προϋποθέτει την ακατάπαυστη δημιουργική Ενέργεια του Θεού. Δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι η κίνηση της δημιουργίας των όντων έχει έναν στιγμιαίο χαρακτήρα, και συνεπώς ότι, άπαξ και δόθηκε στα όντα η αρχική δημιουργική ώθηση στο εἶναι, έχουν αυτά έκτοτε από μέσα τους τη δυνατότητα να υπάρχουν. Τα όντα συντηρούνται στο εἶναι, μόνο καθόσον βρίσκονται σε σχέση με τη αέναη κινητήρια δημιουργική δύναμη, τον Κτίστη τους.

Η παραπάνω θέση, σύμφωνα με την οποία η κίνηση και το εἶναι των όντων προϋποθέτουν οπωσδήποτε μία (άναρχη) αιτία, δεν αφίσταται ριζικά από την αριστοτελική αρχή πως κάθε κίνηση προϋποθέτει ένα κινοῦν (ἅπαν τὸ κινούμενον ἀνάγκῃ ὑπό τινος κινεῖσθαι) (9), το οποίο στα έσχατα της αλληλουχίας των κινήσεων είναι ακίνητο.

Β. Τα όντα δεν είναι με κανένα τρόπο αυτοκινούμενα, αλλά υφιστάμενα την αρχική και αδιάλειπτη κίνηση εκ του μηδενός προς το εἶναι, κινούνται και κινούν το ένα το άλλο. Συγκρατούνται έτσι στην ύπαρξη αποτελώντας έναν κρίκο στην αλυσίδα αλληλοδιάδοχων κινήσεων. Το εἶναι δεν αποτελεί αυτονόητο δεδομένο το οποίο κατέχουν αυτοδικαίως τα όντα, αλλά αυτά μέσα σε ένα γίγνεσθαι που τα υπερβαίνει, απολαμβάνουν την ύπαρξη ωθούμενα από το Θεό σε μια διαρκή κίνηση από το μηεἶναι στο εἶναι(10).

Η μετάδοση της κίνησης από το Θεό στα όντα είναι η ίδια η ζωογόνος και ζωοποιός αγάπη Του, η ερωτική Του έκσταση προς αυτά. Τα όντα ζουν και κινούνται, ακριβώς επειδή δέχονται αυτή την αγάπη. Στο βαθμό μάλιστα που ανταποκρίνονται στην αγαπητικήελκτική κίνηση του Θεού, συντονίζοντας τη δική τους κίνηση σύμφωνα με τους λόγους που έχουν εξαρχής εντεθεί σ’ αυτά με την κίνηση του Θεού, οδηγούνται στην επιστροφή τους στο Θεό. Με αυτήν την πορεία επιτυγχάνουν θείᾳ χάριτι την αναίρεση της πολυμορφίας τους και οδηγούνται στην ενοποιητική ανακεφαλαίωσή τους. Πραγματοποιείται έτσι διαρκώς η ταύτιση της αρχικής αιτίας των όντων με το σκοπούμενο τέλος τους.

Γ. Οι λόγοι της κτίσεως προϋπάρχουν στο Θεό ως πρότυπα των πραγμάτων όντων και γεγονότων, λειτουργούν ως προορισμοί τους και ταυτίζονται με τα θεία θελήματα(11). Συνδέονται με τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Διακρίνονται αφενός από το ΘεόΛόγο, αφετέρου από τα ίδια τα όντα. Οι λόγοι δεν αποτελούν βέβαια αυθύπαρκτες οντότητες· η ύπαρξή τους είναι δεμένη με τα αντίστοιχα όντα (ἀπὸ τῶν ποιημάτων νοούμενοι καθορῶνται)(12). Οι λόγοι, επίσης, δεν ταυτίζονται με τα καθόλου της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, αφού και τα καθόλου, όπως βέβαια και τα καθ᾿ ἕκαστον, δημιουργήθηκαν σύμφωνα μ’ αυτούς.

Δ. Αρχή και τέλος της αέναης κίνησης των όντων, της διαστολής και συστολής τους μέσα από πολύμορφες και ασταθείς συνδέσεις, είναι πάντα οι επιμέρους οντότητες. Αυθύπαρκτα καθολικά όντα δεν νοούνται. Τα καθόλου εκφαίνονται ως περιστασιακές μορφώσεις συνδέσεων που απαρτίζονται από επιμέρους όντα. Οι επιμέρους οντότητες συμπλέκονται μεταξύ τους και γεννούν καινούργιες υπάρξεις. Μέσα από αυτή την αλλοιωτική διαδικασία φθείρονται τα ήδη υπάρχοντα καθολικά όντα. Όταν διαλυθεί η εκάστοτε δεδομένη σύνδεση των επιμέρους με τα καθόλου μέσα από μια διαδικασία ανάλυσης, φθείρονται τα καθόλου και παραμένουν στην ύπαρξη οι ατομικές οντότητες, για να δημιουργήσουν με τη σειρά τους νέες καθολικές συνδέσεις (13).

Ε. Τα όντα δεν υπάρχουν απλώς και από μόνα τους, υπάρχουν με συγκεκριμένο τρόπο, με τον τρόπο της σχέσης (πᾶν γὰρ γενητὸν καὶ κτιστὸν οὐκ ἄσχετον δηλονότι) (14). Το όντως υπαρκτό προϋποθέτει την ενεργούμενη σχέση· τα όντα υπάρχουν μέσα από την πολυειδή σχέση τους προς άλλα όντα και χάρη σ’ αυτήν. Η ατομικότητα της ύπαρξης δεν είναι παρά μια διανοητική αφαίρεση –δεν συνάδει με την προφάνεια της πραγματικότητας των ενεργών σχέσεων.

Ο σχετικός τρόπος υπάρξεως των όντων, αναπτύσσει τη φύση και τα ὧν οὐκ ἄνευ αυτής, το χώρο και το χρόνο. Χώρος και χρόνος είναι αλληλένδετοι, η θεώρηση του ενός συνεπάγεται υποχρεωτικά και τη θεώρηση του άλλου (15).

ΣT. Η έννοια της φύσεως στον άγιο Μάξιμο ταυτίζεται με την αρχαιοελληνική έννοια της φύσεως, καθώς διατηρεί τον δυναμικό της χαρακτήρα: η φύσις δεν είναι μια στατική πραγματικότητα αλλά η αέναη εκδίπλωση ενός πολύμορφου γίγνεσθαι. Και η φύση του κάθε όντος δεν είναι στατικό δεδομένο αλλά μια δυναμική ενότητα κινήσεων/ενεργειών που νοηματοδοτούνται και κινητοποιούνται από ένα τέλος, προς το οποίο αυτές τείνουν. Το αληθινό εἶναι των όντων κείται στα έσχατα και ταυτίζεται με το ἀεὶ εὖ εἶναι.

Ζ. Την πληρότητα του όντος συγκεφαλαιώνει το εἶδος του, η μορφή του δηλαδή πραγματωμένη στην ενεργητική σχέση του προς τα άλλα όντα. Σύμφωνος και σ’ αυτό το θέμα με το Σταγειρίτη ο Μάξιμος επιμένει στην ανυπαρξία της ὕλης ως αυτοτελούς πραγματικότητας. Ο φιλοσοφικός ισχυρισμός ότι η ύλη προϋπάρχει και δεν εντάσσεται στη γένεση των όντων προσκόπτει στην ταύτιση υπάρξεως και κινήσεως· και η ίδια η ύλη κινήθηκε, ἤχθη στο εἶναι. Ακινησία της ύλης θα σήμαινε αποθέωσή της (16).

Η. Η φιλοσοφική κατηγορία του τρόπου τῆς ὑπάρξεως αξιοποιείται δεόντως από τον Ομολογητή για την προσέγγιση του κόσμου. Ο τρόπος της υπάρξεως των όντων συνδέεται άρρηκτα με την κίνησή τους και η πραγματικότητα της φύσεως είναι συνδεμένη με την πραγματικότητα της κίνησης: καὶ τὴν κίνησιν τῇ φύσει συνομολογήσομεν, ἧς χωρὶς οὐδὲ φύσις ἐστί, γινώσκοντες ὡς ἕτερος μὲν ὁ τοῦ εἶναι λόγος ἐστίν, ἕτερος δὲ ὁ τοῦ πῶς εἶναι τρόπος (17). Δεν νοείται ύπαρξη χωρίς συγκεκριμένο τρόπο έκφανσης. Η φύσηουσία φανερώνεται ως κίνηση, αλλιώς δεν υπάρχει.

Θεμέλιο της κοσμολογικής σκέψης του Μαξίμου είναι η απόλυτη διάζευξη ανάμεσα στο άκτιστο που είναι ο Θεός και το κτιστό που είναι ο κόσμος. Το χάσμα ανάμεσα στο κτιστό και το άκτιστο είναι για τον άνθρωπο αγεφύρωτο και η θεία ουσία παραμένει παντελώς απρόσιτη. Ο Ομολογητής διακηρύσσει ότι ο Θεός παραμένει κατὰ τὴν οὐσίαν άγνωστος, ἀμήχανος καὶ παντελῶς ἄβατος (18), ότι δεν ορίζεται και περιορίζεται από τίποτε άλλο, αλλά ἀόριστος ο ίδιος αποτελεί όριο και ορισμό των πάντων· οποιαδήποτε γι’ Αυτόν κατάφαση αποτελεί ψεύδος. Βρίσκεται πέρα από τις καταφατικές αποφάνσεις, διότι δεν αποτελεί ουσία αλλά είναι ὑπερούσιος (19).

Ετσι, ακόμα και η ύπαρξη του Θεού λέγεται με έναν σχετικό τρόπο, αντλημένο αναλογικά από το χώρο των κτιστών όντων. Μάλλον προΰπαρξις είναι ο Θεός, προηγείται της ίδιας της υπάρξεως όχι χρονικά, αφού και ο χρόνος είναι συνάρτηση ή διάστασή της, αλλά «οντολογικά». Και αυτή η προσηγορία του Θεού πηγάζει ἐκ τῶν δι᾿ αὐτοῦ φανέντων και το μόνο που επιτρέπει είναι να νοηθεί ο Θεός ως κάτι που υπερβαίνει τα όντα και την οντικότητα (20).

Συνεπώς, για τον Μάξιμο, καμία από τις φιλοσοφικές κατηγορίες περί του όντος, το εἶναι, η ουσία, η ύπαρξη, δεν κυριολεκτεί αποδιδόμενη στη θεία υπερουσιότητα. Μάλιστα ο Πατέρας της Εκκλησίας τολμάει να πει ότι για το Θεό, που δεν έχει καμιά φυσική ομοιότητα με τα όντα, θα λεγόταν ίσως οικειότερο το μηεἶναι: δι' ἑαυτὸν δὲ οὐδὲν κατ' οὐδένα τρόπον οὐδαμῶς οὔτε ὢν οὔτε γινόμενος, τῶν ἅ τι τῶν ὄντων ἐστὶ καὶ γινομένων, οἷα μηδενὶ τὸ παράπαν τῶν ὄντων φυσικῶς συντασσόμενος, καὶ διὰ τοῦτο τὸ μὴ εἶναι μᾶλλον, διὰ τὸ ὑπερεῖναι, ὡς οἰκειότερον ἐπ' αὐτοῦ λεγόμενον προσιέμενος (21).

Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η εκκλησιαστική θεολογία διαφοροποιείται ριζικά από πάγιες φιλοσοφικές θέσεις που συνοψίζονται σε αυτό που θα ονομάζαμε ουσιοκρατική θεώρηση του θείου. Η Εκκλησία διακρίνει σε δύο καταρχήν μη κοινωνήσιμα επίπεδα τα όντα και το θείο, καθώς θεωρεί ότι η κλίμακα των όντων καλύπτει όλη την κλίμακα του υπαρκτού, όχι όμως το Θεό. Αντίθετα, η συνεχόμενη (και ανθρωποκεντρική) κλίμακα του υπαρκτού των αρχαίων φιλοσόφων περιλάμβανε και το θεό στις βαθμίδες της.





Σημειώσεις

1. Παραθέτουμε τους τίτλους μερικών από τις σημαντικότερες πραγματείες του Μαξίμου: α) Πρὸς Θαλάσσιον, περὶ διαφόρων ἀπόρων της θείας Γραφῆς, β) Κεφάλαια περὶ ἀγάπης, γ) Μυσταγωγία, δ) Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, ε) Κεφάλαια Σ' περὶ θεολογίας καὶ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ Θεοῦ (γνωστικὰ κεφάλαια), στ) Εἰς τὴν προσευχὴν τοῦ Πάτερ ἡμῶν.

2. Χ. Γιανναράς, Εισαγωγή στο Ἰωάννης Δαμασκηνός, Διαλεκτικά, Αθήνα 1978, σελ. 7-8: «Η δυτική φιλοσοφική ιστοριογραφία στα νεώτερα χρόνια δεν γνωρίζει παρά ένα μόνο ιστορικό κανάλι με το οποίο παραδίδεται η αριστοτελική σκέψη και μεθοδολογία: το κανάλι του σχολαστικισμού και ειδικώτερα της θωμιστικής παράδοσης. Δεν υπάρχει ούτε υποψία για ένα ελληνικό “διάβασμα” του Αριστοτέλη. Αυτό που κυρίως αγνοείται, είναι η δυναμική συνέχεια και οργανική αφομοίωση της αριστοτελικής φιλοσοφίας από την ελληνική πατερική γραμματεία της Ανατολής».

3. Για την κεντρική θέση που έχει η κίνησις στη σκέψη του αγίου Μαξίμου βλ. W. VÖLKER, Maximus Confessor als meister des Geistlichen Lebens, Wiesbaden 1965, σελ. 35-41.

4. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1257C-D.

5. Βλ. και P. Sherwood, St. Maximus the Confessor. The ascetic life. The four senturies of Charity, London 1955, σελ. 39: «The motion is ontological, by which creatures are seen in their respective inalienable identities (...) according to its proper λόγος». Ο H. U. Balthasar, Kosmische Liturgie. Das Weltbild Maximus' des Bekenners, Einsiedeln 1961, σελ. 132, αποδίδει ως εξής το, κατά τον Ομολογητή, υπαρκτικό περιεχόμενο της κίνησης: «Das Grundschema der geschöpflichen Ontologie wurde bereits beschrieben: es besteht in einer fundementalen Nichtidentität des Seienden in seinem Sein selbst, in einer Zerdehnung oder Abständigkeit (διάστημα, διάστασις), die in seinem Geworfensein (φορά) und näherhin in der Dreiheit von "Entstand- Βewegung- Stillstand" (γένεσις-κίνησις-στάσις) ihren Ausduck findet. Der mittlere Begriff dieser Dreiheit, die Bewegung, drückt aus, daß obwohl der Ursprung und das Ziel, der Entstand und der Stillstand des endlichen Seins, an sich identisch sind, sie es doch nicht für das endliche Sein selbst sind; seine Zerdehnung, sein Werden zwingt es, in einem bewegten Prozeß diese Deckung erst einzuholen. Endlichkeit, Nichtidentität, und Werden sind Begriffe gleichen Inhalts».

6. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1177D-1180A: Οὐδεὶς δὲ τὸ πεφυκὸς σκεδάννυσθαί τε καὶ συνάγεσθαι λόγῳ ἢ ἐνεργείᾳ εἴποι ἂν εὐφρονῶν ἀκίνητον εἶναι παντάπασιν. Εἰ δὲ μὴ ἀκίνητον, οὐδὲ ἄναρχον· εἰ δὲ μὴ ἄναρχον, οὐδὲ ἀγένητον δηλονότι, ἀλλ᾿ ὥσπερ οἶδεν ἠργμένον κινήσεως τὸ κινούμενον, οὕτως καὶ τῆς πρὸς τὸ εἶναι γενέσεως ἦρχθαι τὸ γεγενημένον ἐπίσταται, καὶ ἐκ τοῦ μόνου καὶ ἑνὸς ἀγενήτου τε καί ἀκινήτου τὸ εἶναί τε καὶ τὸ κινεῖσθαι λαβόν. Τὸ δὲ κατὰ τὴν τοῦ εἶναι γένεσιν ἠργμένον οὐδαμῶς ἄναρχον εἶναι δύναται.

7. Κεφάλαια περὶ ἀγάπης, PG 90, 961C.

8. Ν. Ματσούκας, Κόσμος, ἄνθρωπος, κοινωνία κατὰ τὸν Μάξιμο Ὁμολογητῆ, Αθήνα 1980, σελ. 99.

9. Ἀριστοτέλης, Φυσικῆς Ἀκροάσεως Η1, 241b 34.

10. Μητρ. Περγάμου Ἰωάννης (ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ), Χριστολογία καὶ ὕπαρξη. Ἡ διαλεκτικὴ κτιστοῦ-ἀκτίστου καὶ τὸ δόγμα τῆς Χαλκηδόνος, Σύναξη 2 (1982), σελ. 9-20.

11. Μάξιμος Ὁμολογητής, Μυσταγωγία, PG 91, 681Β. Βλ. και Δ. Στανιλοάε, Εἰσαγωγὴ στο Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου (στο Φιλοσοφικὰ καὶ Θεολογικὰ ἐρωτήματα), Ἀθῆναι 1978, σελ. 28.

12. Μάξιμος Ὁμολογητής, Πρὸς Θαλάσσιον, περὶ διαφόρων ἀπόρων τῆς Θείας Γραφῆς, PG 90, 293D-296A: Οἱ τῶν ὄντων λόγοι προκαταρτισθέντες τῶν αἰώνων Θεῷ, καθὼς οἶδεν αὐτός, ἀόρατοι ὄντες, οὓς καὶ ἀγαθὰ θελήματα καλεῖν τοῖς θείοις ἐστὶν ἔθος ἀνδράσιν, ἀπὸ τῶν ποιημάτων νοούμενοι καθορῶνται.

13. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1169B-C.

14. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1073B.

15. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1180B: Οὐ γὰρ τοῦ ποτὲ διωρισμένον κατὰ στέρησιν δυνατόν ἐστιν ἐπινοῆσαι τὸ ποῦ (τῶν γὰρ ἅμα ταῦτά ἐστιν, ἐπειδὴ καὶ τῶν οὐκ ἄνευ τυγχάνουσιν.

16. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1184B.

17. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1049Β.

18. Μάξιμος Ὁμολογητής, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν τῶν ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου, PG 91, 1288B.

19. Μάξιμος Ὁμολογητής, Σχόλια εἰς τὸ Περὶ τῆς οὐρανίας Ἱεραρχίας τοῦ ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, PG 4, 41A.

20. Μάξιμος Ὁμολογητής, Σχόλια εἰς τὸ Περὶ θείων ὀνομάτων τοῦ ἁγίου Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, PG 4, 212A: ᾿Ιστέον δὲ ὅτι ὕπαρξις κυρίως ἐπὶ Θεοῦ οὐ λέγεται· καὶ γάρ ἐστι προΰπαρξις, τουτέστι καὶ πρὸ αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως· ἐπειδὴ δὲ πᾶσα ὕπαρξις ἐξ αὐτοῦ, ἐκ τῶν δι᾿ αὐτοῦ φανέντων ὀνομάζεται, ἵνα νοηθῇ καὶ ὑπὲρ ταῦτα.

21. Μάξιμος Ὁμολογητής, Μυσταγωγία, PG 91, 664A-B.