Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Οι εκτρώσεις είναι φοβερή αμαρτία

Οι εκτρώσεις είναι φοβερή αμαρτία

Φωτογραφία: Οι εκτρώσεις είναι φοβερή αμαρτία.
Γέροντα, κάποια κυρία σαράντα χρόνων, που έχει μεγάλα παιδιά, είναι έγκυος τριών μηνών. Ό άνδρας της την απειλεί πώς, αν δεν κάνη έκτρωση, θα την χωρίσει.
Αν κάμει έκτρωση, θα την πληρώσουν τα άλλα παιδιά τους με αρρώστιες και ατυχήματα Σήμερα οι γονείς σκοτώνουν τα παιδιά με τις εκτρώσεις και δεν έχουν την ευλογία του Θεού. Παλιά, αν γεννιόταν ένα παιδάκι άρρωστο, το βάπτιζαν, πέθαινε αγγελούδι, και ήταν πιο ασφαλισμένο.
Είχαν οι γονείς και άλλα γερά παιδιά, είχαν και την ευλογία του Θεού. Τώρα γερά παιδιά τα σκοτώνουν με τις εκτρώσεις και διατηρούν στην ζωή άλλα που είναι αρρωστημένα. Τρέχουν οι γονείς στην Αγγλία, στην Αμερική να τα θεραπεύσουν. Και συνεχίζεται μετά να γεννιούνται πιο άρρωστα, γιατί και αυτά, αν ζήσουν και κάνουν οικογένεια, μπορεί να γεννήσουν πάλι άρρωστα παιδιά, οπότε τι βγαίνει; Ενώ, αν γεννούσαν μερικά παιδιά, δεν θα έτρεχαν τόσο πολύ για το ένα, το άρρωστο. Θα πέθαινε και θα πήγαινε αγγελούδι.
- Γέροντα, διάβασα κάπου ότι κάθε χρόνο γίνονται σε όλο , τον κόσμο πενήντα εκατομμύρια εκτρώσεις και διακόσιες χιλιάδες γυναίκες πεθαίνουν από τις αμβλώσεις που κάνουν.
- Σκοτώνουν τα παιδιά, γιατί λένε ότι, αν πληθύνει ό κόσμος, δεν θα έχουν να φάνε, να συντηρηθούν οι άνθρωποι. Τόσες ακαλλιέργητες εκτάσεις υπάρχουν, τόσα δάση, που σε λίγο χρόνο, με τα μέσα που υπάρχουν σήμερα, μπορούν να τα κάνουν λ.χ. ελαιώνες και να τα δώσουν στους ακτήμονες. Δεν είναι ότι θα κοπούν τα δένδρα και δεν θα υπάρχει οξυγόνο, γιατί πάλι δένδρα θα μπουν. Στην Αμερική καινε το σιτάρι και εδώ στην Ελλάδα πετούν τα φρούτα κ.λπ. στην χωματερή, και εκεί στην Αφρική οι άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα. Όταν στην Αβησσυνία πέθαιναν οι άνθρωποι από πείνα, γιατί είχε πολλή ανομβρία, είχα πει σε κάποιον γνωστό μου εφοπλιστή, που βοηθάει σε τέτοιες περιπτώσεις, να πάει στην χωματερή και να παρακάλεση να φόρτωση κανένα πλοίο να τα πάει εκεί δωρεάν. Με κανέναν τρόπο δεν του έδωσαν.
Πόσες χιλιάδες έμβρυα σκοτώνονται κάθε μέρα!
- Η έκτρωση είναι φοβερή αμαρτία. Είναι φόνος, και μάλιστα πολύ μεγάλος φόνος, για τι σκοτώνονται αβάπτιστα παιδιά. Πρέπει να καταλάβουν οι γονείς ότι ή ζωή αρχίζει από την στιγμή της συλλήψεως.
Μια νύχτα ό Θεός επέτρεψε να δω ένα φοβερό όραμα, που με πληροφόρησε γι αυτό το θέμα! Ήταν βράδυ, Τρίτη της Διακαινησίμου το 1984. Είχα ανάψει δυο κεράκια μέσα σε δυο τενεκεδάκια, όπως συνηθίζω να κάνω, ακόμη και όταν κοιμάμαι, για όλους όσους πάσχουν ψυχικά και σωματικά. Σ' αυτούς συμπεριλαμβάνω ζώντες και κεκοιμημένους. στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, εκεί που έλεγα την Ευχή, βλέπω ένα μεγάλο χωράφι περιφραγμένο με μια μάνδρα, σπαρμένο με σιτάρι που μόλις άρχιζε να ψηλώνει. Εγώ στεκόμουν έξω από το χωράφι, άναβα κεριά για τους κεκοιμημένους και τα στερέωνα πάνω στον τοίχο της μάνδρας. Αριστερά ήταν ένας ξερότοπος, γεμάτος βράχους και κρημνούς, που σειόταν συνέχεια από μία δυνατή βοή από χιλιάδες σπαραχτικές φωνές, που σου σπάραζαν την καρδιά. Και ό πιο σκληρός άνθρωπος, αν τις άκουγε, ήταν αδύνατο να μη συγκλονισθεί. Ενώ υπέφερα από τις σπαραχτικές φωνές και αναρωτιόμουν από που προέρχονται και τι σημαίνουν όλα αυτά που έβλεπα, άκουσα μια φωνή να μου λέει: «Το χωράφι με το σπαρμένο σιτάρι, που δεν έχει ακόμη ξεσταχυάσει, είναι το Κοιμητήρι με τις ψυχές των νεκρών που θα αναστηθούν. Στον τόπο δε που σείεται από τις σπαραχτικές φωνές βρίσκονται οι ψυχές των παιδιών που έχουν σκοτωθεί με τις εκτρώσεις»! Έπειτα από αυτό το όραμα μου ήταν αδύνατο να συνέλθω από τον μεγάλο πόνο που δοκίμασα για τις ψυχές εκείνων των παιδιών. Ούτε να ξαπλώσω μπορούσα, για να ξεκουραστώ, παρόλο που ήμουν κατάκοπος εκείνη την ήμερα
- Γέροντα, μπορεί να γίνει κάτι, ώστε να αρθεί ο νόμος για τις εκτρώσεις;
Μπορεί, αλλά χρειάζεται να κινηθεί ή Πολιτεία, ή Εκκλησία κλπ., ώστε να ενημερωθεί ο κόσμος για τις συνέπειες που θα έχει ή υπογεννητικότητα. Οι Ιερείς να εξηγήσουν στον κόσμο ότι ο νόμος για τις εκτρώσεις είναι αντίθετος προς τις εντολές του Ευαγγελίου. Οι γιατροί πάλι από την δική τους πλευρά να μιλήσουν για τους κινδύνους που διατρέχει ή γυναίκα που κάνει έκτρωση. Βλέπεις, οι Ευρωπαίοι είχαν την ευγένεια και την άφησαν κληρονομιά και στα παιδιά τους.
'Εμείς είχαμε τον φόβο του Θεού, αλλά τον χάσαμε και δεν τον αφήσαμε κληρονομιά στην επόμενη γενιά, γι' αυτό τώρα νομιμοποιούμε τις εκτρώσεις, τον πολιτικό γάμο...Όταν παραβαίνει ένας άνθρωπος μια εντολή του Ευαγγελίου, ευθύνεται μόνον αυτός. Όταν όμως κάτι που αντίκειται στις εντολές του Ευαγγελίου γίνεται από το κράτος νόμος, τότε έρχεται ή οργή του θεού σε όλο το έθνος, για να παιδαγωγηθεί (σ. 76—78).
ΓΕΡΟΝΤΑΣ  ΠΑΙΣΙΟΣ  
ΟΙΚΟΓΕΝΙΑΚΗ ΖΩΗΟι εκτρώσεις είναι φοβερή αμαρτία.
Γέροντα, κάποια κυρία σαράντα χρόνων, που έχει μεγάλα παιδιά, είναι έγκυος τριών μηνών. Ό άνδρας της την απειλεί πώς, αν δεν κάνη έκτρωση, θα την χωρίσει.
Αν κάμει έκτρωση, θα την πληρώσουν τα άλλα παιδιά
τους με αρρώστιες και ατυχήματα Σήμερα οι γονείς σκοτώνουν τα παιδιά με τις εκτρώσεις και δεν έχουν την ευλογία του Θεού. Παλιά, αν γεννιόταν ένα παιδάκι άρρωστο, το βάπτιζαν, πέθαινε αγγελούδι, και ήταν πιο ασφαλισμένο.
Είχαν οι γονείς και άλλα γερά παιδιά, είχαν και την ευλογία του Θεού. Τώρα γερά παιδιά τα σκοτώνουν με τις εκτρώσεις και διατηρούν στην ζωή άλλα που είναι αρρωστημένα. Τρέχουν οι γονείς στην Αγγλία, στην Αμερική να τα θεραπεύσουν. Και συνεχίζεται μετά να γεννιούνται πιο άρρωστα, γιατί και αυτά, αν ζήσουν και κάνουν οικογένεια, μπορεί να γεννήσουν πάλι άρρωστα παιδιά, οπότε τι βγαίνει; Ενώ, αν γεννούσαν μερικά παιδιά, δεν θα έτρεχαν τόσο πολύ για το ένα, το άρρωστο. Θα πέθαινε και θα πήγαινε αγγελούδι.
- Γέροντα, διάβασα κάπου ότι κάθε χρόνο γίνονται σε όλο , τον κόσμο πενήντα εκατομμύρια εκτρώσεις και διακόσιες χιλιάδες γυναίκες πεθαίνουν από τις αμβλώσεις που κάνουν.
- Σκοτώνουν τα παιδιά, γιατί λένε ότι, αν πληθύνει ό κόσμος, δεν θα έχουν να φάνε, να συντηρηθούν οι άνθρωποι. Τόσες ακαλλιέργητες εκτάσεις υπάρχουν, τόσα δάση, που σε λίγο χρόνο, με τα μέσα που υπάρχουν σήμερα, μπορούν να τα κάνουν λ.χ. ελαιώνες και να τα δώσουν στους ακτήμονες. Δεν είναι ότι θα κοπούν τα δένδρα και δεν θα υπάρχει οξυγόνο, γιατί πάλι δένδρα θα μπουν. Στην Αμερική καινε το σιτάρι και εδώ στην Ελλάδα πετούν τα φρούτα κ.λπ. στην χωματερή, και εκεί στην Αφρική οι άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα. Όταν στην Αβησσυνία πέθαιναν οι άνθρωποι από πείνα, γιατί είχε πολλή ανομβρία, είχα πει σε κάποιον γνωστό μου εφοπλιστή, που βοηθάει σε τέτοιες περιπτώσεις, να πάει στην χωματερή και να παρακάλεση να φόρτωση κανένα πλοίο να τα πάει εκεί δωρεάν. Με κανέναν τρόπο δεν του έδωσαν.
Πόσες χιλιάδες έμβρυα σκοτώνονται κάθε μέρα!
- Η έκτρωση είναι φοβερή αμαρτία. Είναι φόνος, και μάλιστα πολύ μεγάλος φόνος, για τι σκοτώνονται αβάπτιστα παιδιά. Πρέπει να καταλάβουν οι γονείς ότι ή ζωή αρχίζει από την στιγμή της συλλήψεως.
Μια νύχτα ό Θεός επέτρεψε να δω ένα φοβερό όραμα, που με πληροφόρησε γι αυτό το θέμα! Ήταν βράδυ, Τρίτη της Διακαινησίμου το 1984. Είχα ανάψει δυο κεράκια μέσα σε δυο τενεκεδάκια, όπως συνηθίζω να κάνω, ακόμη και όταν κοιμάμαι, για όλους όσους πάσχουν ψυχικά και σωματικά. Σ' αυτούς συμπεριλαμβάνω ζώντες και κεκοιμημένους. στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, εκεί που έλεγα την Ευχή, βλέπω ένα μεγάλο χωράφι περιφραγμένο με μια μάνδρα, σπαρμένο με σιτάρι που μόλις άρχιζε να ψηλώνει. Εγώ στεκόμουν έξω από το χωράφι, άναβα κεριά για τους κεκοιμημένους και τα στερέωνα πάνω στον τοίχο της μάνδρας. Αριστερά ήταν ένας ξερότοπος, γεμάτος βράχους και κρημνούς, που σειόταν συνέχεια από μία δυνατή βοή από χιλιάδες σπαραχτικές φωνές, που σου σπάραζαν την καρδιά. Και ό πιο σκληρός άνθρωπος, αν τις άκουγε, ήταν αδύνατο να μη συγκλονισθεί. Ενώ υπέφερα από τις σπαραχτικές φωνές και αναρωτιόμουν από που προέρχονται και τι σημαίνουν όλα αυτά που έβλεπα, άκουσα μια φωνή να μου λέει: «Το χωράφι με το σπαρμένο σιτάρι, που δεν έχει ακόμη ξεσταχυάσει, είναι το Κοιμητήρι με τις ψυχές των νεκρών που θα αναστηθούν. Στον τόπο δε που σείεται από τις σπαραχτικές φωνές βρίσκονται οι ψυχές των παιδιών που έχουν σκοτωθεί με τις εκτρώσεις»! Έπειτα από αυτό το όραμα μου ήταν αδύνατο να συνέλθω από τον μεγάλο πόνο που δοκίμασα για τις ψυχές εκείνων των παιδιών. Ούτε να ξαπλώσω μπορούσα, για να ξεκουραστώ, παρόλο που ήμουν κατάκοπος εκείνη την ήμερα
- Γέροντα, μπορεί να γίνει κάτι, ώστε να αρθεί ο νόμος για τις εκτρώσεις;
Μπορεί, αλλά χρειάζεται να κινηθεί ή Πολιτεία, ή Εκκλησία κλπ., ώστε να ενημερωθεί ο κόσμος για τις συνέπειες που θα έχει ή υπογεννητικότητα. Οι Ιερείς να εξηγήσουν στον κόσμο ότι ο νόμος για τις εκτρώσεις είναι αντίθετος προς τις εντολές του Ευαγγελίου. Οι γιατροί πάλι από την δική τους πλευρά να μιλήσουν για τους κινδύνους που διατρέχει ή γυναίκα που κάνει έκτρωση. Βλέπεις, οι Ευρωπαίοι είχαν την ευγένεια και την άφησαν κληρονομιά και στα παιδιά τους.
'Εμείς είχαμε τον φόβο του Θεού, αλλά τον χάσαμε και δεν τον αφήσαμε κληρονομιά στην επόμενη γενιά, γι' αυτό τώρα νομιμοποιούμε τις εκτρώσεις, τον πολιτικό γάμο...Όταν παραβαίνει ένας άνθρωπος μια εντολή του Ευαγγελίου, ευθύνεται μόνον αυτός. Όταν όμως κάτι που αντίκειται στις εντολές του Ευαγγελίου γίνεται από το κράτος νόμος, τότε έρχεται ή οργή του θεού σε όλο το έθνος, για να παιδαγωγηθεί (σ. 76—78).
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ

Εἰπώθηκε τὸ 1989.

Ἀπόσπασμα ἀπό τίς σελίδες 76-78 τοῦ βιβλίου:



ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

ΛΟΓΟΙ Δ΄
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
 
ΗΛΙΑΣ ΧΑΙΝΤΟΥΤΗΣ   18 ΣΕΠ2012 

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης: Περί θείων ονομάτων (Κεφάλαιο 2)

Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης: Περί θείων ονομάτων (Κεφάλαιο 2)

Περί ηνωμένης και διακεκριμένης θεολογίας και περί του ποια είναι η θεία ένωσις και διάκρισις
1. Η αυτοαγαθότης(1) υμνείται από τα Λόγια ότι ορίζει και αποκαλύπτει τι είναι στην ολότητά της η θεαρχική ύπαρξις. Τι άλλο είναι δυνατό να μάθεις από την ιερή θεολογία, όταν λέγει ότι η ίδια η θεαρχία εδίδαξε, "τι μ' ερωτάς περί του αγαθού; κανένας δεν είναι αγαθός παρά μόνο ο Θεός"(Ματθ. 19, 17) .
Τούτο βέβαια έχει εξετασθεί και σε άλλο έργο μας κι έχει αποδειχθεί εκεί ότι όλες οι θεοπρεπείς θεωνυμίες υμνούνται από τα Λόγια πάντοτε όχι ξεχωριστά κατά υποστάσεις αλλά για όλη τη θεότητα, τελεία και ολόκληρη και πλήρη, και ότι όλες αυτές οι θεωνυμίες αποδίδονται αμερίστως, απολύτως αδιακρίτως, ολοκληρωτικώς, σε όλη την ολότητα της ολοτελούς και πλήρους θεότητος.

Όπως πράγματι εδηλώσαμε στις Θεολογικές Υποτυπώσεις, όποιος δεν δέχεται ότι το πράγμα τούτο έχει λεχθεί για όλη την θεότητα, βλάσφημεί και τολμά να ξεσχίσει την υπερηνωμένη ενάδα. Θα τονίσομε λοιπόν ότι τούτο πρέπει να εκληφθεί για το σύνολο της θεότητος. διότι ο ίδιος ο αγαθοφυής Λόγος είπε: "εγώ είμαι αγαθός"(Ματθ. 20, 15), και κάποιος από τους θεολήπτους προφήτες υμνεί το αγαθό Πνεύμα(Ψαλμ. 142, 10). Επίσης το "εγώ είμαι ο Ων"(Εξ. 3, 14), αν δεν δεχθεί κανείς ότι αποδίδεται σε όλη τη θεότητα, αλλά το εκβιάσει να περιγράψει ένα μέρος της, πώς θα εννοήσει το, "τάδε λέγει ο ων, αυτός που ήταν, ο ερχόμενος, ο παντοκράτωρ"(Αποκ. 1, 4), και "εσύ είσαι ο ίδιος"(Ψαλμ. 101, 28) και "το Πνεύμα της αληθείας, το ον, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα"(Ιω. 15, 26); Και αν δεν δέχεται ότι η θεαρχική ζωή είναι ενιαίο σύνολο, πώς θα είναι αληθινός ο ιερός λόγος που είπε, "όπως ο Πατήρ εγείρει τους νεκρούς και ζωοποιεί, έτσι και ο Υιός όποιους θέλει τους ζωοποιεί"(Ιω. 5, 21) και "ότι το Πνεύμα είναι αυτό που ζωοποιεί"(Ιω. 6, 64);  Εξ άλλου ότι και την κυριότητα των όλων έχει η σύνολη θεότης είναι εντελώς σαφές για την πατρική και υιική θεότητα. διότι το όνομα Κύριος αποδίδεται στον Πατέρα και στον Υιό σε τόσα σημεία της θεολογίας, ώστε, νομίζω, δεν είναι δυνατό ούτε να τα αναφέρει κανείς. αλλά λέγεται επίσης ότι "ο Κύριος το Πνεύμά εστιν"(Β΄ Κορ. 2, 17).

Και το καλό όμως και το σοφό, αποδίδεται σε ολόλκηρη τη θεότητα, ενώ επίσης και το φως και το θεοποιό και το αίτιο, και όλα όσα ανήκουν στην ολική θεαρχία, από τα Λόγια μεταφέρονται σε όλη τη θεαρχική υμνωδία, περιληπτικώς μεν, όπως όταν λέγει "τα πάντα προέρχονται από το Θεό"(Α΄ Κορ. 11, 12), διεξοδικώς δε, όπως όταν λέγει "τα πάντα έχουν κτισθεί δι' αυτού και σ' αυτόν"(Ιω. 6, 3) και τα "πάντα υφίστανται σ' αυτόν (Ρωμ. 11, 36) και "θα εξαποστείλεις το Πνεύμα σου και θα κτισθούν"(Ψαλμ. 103, 30). Και, για να διατυπώσουμε τα πράγματα συνοπτικά, ο θεαρχικός Λόγος είπε, "εγώ και ο Πατήρ είμαστε ένα"(Ιω. 10, 30) και "όλα όσα έχει ο Πατήρ είναι δικά μου(Ιω. 16, 15) και "όλα τα δικά μου είναι δικά σου, και τα δικά σου δικά μου"(Ιω. 17, 10). Και πάλι όσα είναι του Πατρός  και δικά του τα αποδίδει και στο θεαρχικό Πνεύμα κοινωνικά και ηνωμένα, δηλαδή τις θείες ενέργειες, τον σεβάσμιο χαρακτήρα, την πηγαία και ανέκλειπτη αιτία και διανομή των αγαθοπρεπών δώρων.

Και νομίζω ότι κανείς από όσους έχουν ανατραφεί στα θεία Λόγια με αδιάστροφα νοήματα δεν θα αντείπει σ' αυτό, ότι δηλαδή όλα τα θεοπρεπή πράγματα ανήκουν στη σύνολη θεαρχία κατά τον θεοτελή λόγο(2). Αφού λοιπόν αυτές οι αλήθειες έχουν αποδειχθεί και ορισθεί με βάση τα Λόγια σ' αυτό μεν το έργο συντόμως και μερικώς, σε άλλο δε εκτενώς(3), πρέπει ολόκληρη τη θεωνυμία που επιχειρούμε να εξηγήσωμε να την αποδώσωμε  σε ολόκληρη την θεότητα.


2. Αν δε είπει κανείς ότι με αυτά τα λόγια εισάγομε σύγχυση σε βάρος της θεοπρεπούς διαιρέσεως, εμείς νομίζομε ότι τέτοιος λόγος δεν είναι ικανός να πείσει ούτε τον ίδιο ότι είναι σωστός. Διότι αν αντιτίθεται κανείς κατ' αρχήν στα Λόγια, αυτός είναι οπωσδήποτε μακριά και από τη δική μας φιλοσοφία(4) . κι αφού αυτός δεν νοιάζεται για τη θεοσοφία των Λογίων, πώς εμείς θα νοιασθούμε για τη χειραγώγησή του στη θεολογική επιστήμη; Αν όμως αποσκοπεί στην αλήθεια των Λογίων, τέτοιο σκοπό θα χρησιμοποιήσουμε κι εμείς σαν κανόνα και φως, για να προχωρήσομε προς την απάντηση χωρίς παρέκκλιση, όσο μάς είναι δυνατό, λέγοντας ότι η θεολογία άλλα μεν ονόματα τα παραδίδει ηνωμένα κι άλλα διακεκριμένα(5). Δεν είναι λοιπόν επιτρεπτό ούτε τα ηνωμένα να διαιρούμε ούτε τα διακεκριμένα να συγχέωμε, αλλά ακολουθώντας τη θεολογία(6) κατά τη δύναμή μας να κοιτάζομε ψηλά προς τις θείες μαρμαρυγές. διότι, αφού παραλάβαμε από εκεί τις θείες αποκαλύψεις, σαν τον κάλλιστο κανόνα αληθείας, σπεύδωμε να περιφρουρήσωμε μέσα μας τα εκεί κείμενα αναύξητα, αμείωτα και αμετάτρεπτα, φρουρούμενοι στο οχυρό των Λογίων και φρουρώντας τα να παίρνωμε από αυτά δύναμη για να φρουρηθούμε.


3. Τα ενωτικά λοιπόν ονόματα ανήκουν στην όλη θεότητα, όπως απεδείξαμε εκτενέστερα στις Θεολογικές Υποτυπώσεις με βάση τα Λόγια, όπως το υπεράγαθο, το υπέρθεο, το υπερούσιο, το υπέρζωο, καθώς και όσα υπάγονται στην κατηγορία της υπεροχικής αφαιρέσεως(7), αλλά μαζί με αυτά και όλα τα αιτιολογικά, το αγαθό, το καλό, το ον, το ζωογόνο, το σοφό, και όσα ονόματα παίρνει η αιτία όλων των αγαθών από τις αγαθοπρεπείς δωρεές της. Τα δε διακεκριμένα ονόματα είναι το υπερούσιο όνομα και πράγμα του Πατρός και του Υιού και του Πνεύματος, στα οποία δεν χωρεί  καμμιά αντιστροφή(8) ή οποιουδήποτε είδους κοινότης. Είναι δε επίσης διακεκριμένο πράγμα, εκτός από αυτό, και η κατά τα ανθρώπινα τελεία και αναλλοίωτη υπόστασις του Ιησού, όπως και τα ουσιώδη μυστήρια που συνδέονται με τη φιλανθρωπία του ενανθρωπήσαντος.


4. Πρέπει όμως μάλλον να πάρωμε τα πράγματα από την αρχή, για να εκθέσωμε ολόκληρο τον τρόπο της θείας ενώσεως και διακρίσεως, ώστε όλη η έκθεσίς μας να γίνει ευσύνοπτη. ν' αποφύγει την παραλλαγή και την ασάφεια, και να καθαρίσει κατά δύναμη σαφώς και ευτάκτως τα θέματά της. Όπως πραγματικά είπα και αλλού, οι ιερομύστες της θεολογικής παραδόσεώς μας θείες μεν ενώσεις καλούν τις απόκρυφες και ακοινώνητες, τις υπερβατικές θέσεις της υπεράρρητης και υπεράγνωστης μονιμότητος. διακρίσεις δε καλούν τις αγαθοπρεπείς ενέργειες και και φανερώσεις της θεαρχίας. Και λέγουν, ακολουθώντας τα ιερά Λόγια, ότι της αναφερομένης ενώσεως, καθώς επίσης και της διακρίσεως, υπάρχουν ως χαρακτηριστικά γνωρίσματα ειδικές ενώσεις και διακρίσεις. Έτσι παραδείγματος χάριν, επί της θείας ενώσεως, δηλαδή της υπερουσιότητος, ηνωμένο και κοινό της εναρχικής Τριάδος είναι η υπερούσια ύπαρξις, η υπέρθεη θεότης, η υπεράγαθη αγαθότης, η επέκεινα όλων ταυτότης της επέκεινα ολικής ιδιότητος του Θεού, η υπεράνω εναρχίας ενότης, το άφθεγκτο, το πολύφωνο, η αγνωσία, το παννόητο(9), η ολική θέσις, η διαμονή και μεταξύ των εδραίωσις των εναρχικών υποστάσεων, ολικώς υπερηνωμένη και σε κανένα μέρος συγκεχυμένη.

Συμβαίνει ό,τι με τα φώτα λαμπτήρων, για να χρησιμοποιήσω αισθητά και οικεία παραδείγματα, που ευρίσκονται μέσα σ' ένα οίκο. είναι όλα το ένα μέσα στα άλλα κι έχουν ακραιφνή και ακριβή τη μεταξύ τους υφισταμένη ιδιαίτερη διάκριση, ηνωμένα κατά τη διάκριση και διακεκριμμένα κατά την ένωση. πραγματικά λοιπόν σ' ένα οίκο, όπου υπάρχουν πολλοί λαμπτήρες βλέπομε όλων αυτών τα φώτα να ενώνονται σε εναίο φως και ν' αναλάμπουν μια χωρίς διάκριση αίγλη, και, όπως νομίζω, κανείς δεν θα μπορούσε να διακρίνει στον αέρα που περιέχει όλα τα φώτα το φως του ενός λαμπτήρος από το φως των άλλων και να ιδεί το ένα φως χωρίς το άλλο, εφ' όσον όλα είναι αχώριστα συγκεκραμμένα με όλα.

Αλλά κι αν βγάλει κανείς τον ένα πυρσό από το δωμάτιο, θα βγει μαζί και όλο το δικό του φως, χωρίς να συμπαρασύρει τίποτε από τα άλλα φώτα ή να αφήσει κάτι από το δικό του στα άλλα. διότι, όπως είπα, η τελεία ένωσις όλων προς όλα ήταν γενικώς αμιγής και σε κανένα μέρος δεν ήταν συγκεχυμένη. Κι αυτά συμβαίνουν, όταν το φως είναι σε σώμα δηλαδή στον αέρα και συνδέεται με  υλικό στοιχείο δηλαδή το πυρ. Έτσι ισχυριζόμαστε ότι έχει υπερεδραιωθεί και η υπερούσια ένωσις. είναι όχι μόνο επάνω από τις σωματικές ενώσεις, αλλά και επάνω από τις ανάμεσα στις ψυχές και στους νόες ενώσεις, τις ενώσεις που έχουν αμιγείς και υπερκοσμίως όλα τα θεοειδή και υπερουράνια φώτα κατά μέθεξη της υπερκειμένης των όλων ενώσεως, ανάλογη με την ικανότητα των μετεχόντων.


5. Στις θεολογίες όμως περί της υπερουσιότητος η διάκρισις δεν συνίσταται μόνο σ' αυτό που ανέφερα, ότι δηλαδή η καθεμιά από τις εναρχικές υποστάσεις έχει εδραιωθεί αμιγώςκαι ασυγχύτως μέσα στην ίδια την ένωση, αλλά και στο ότι οι ιδιότητες της θεογονίας δεν αντιστρέφονται μεταξύ τους, μοναδική δε πηγή της υπερούσιας θεότητος είναι ο Πατήρ, ενώ ο Πατήρ δεν είναι Υιός ούτε ο Υιός είναι Πατήρ. οι ύμνοι(10) φυλάττουν ευλαβώς τα οικεία ιδιώματα για καθεμιά χωριστά από τις θεαρχικές υποστάσεις.

Αυτές λοιπόν είναι οι ενώσεις και διακρίσεις που αντιστοιχούν στην άφθεγκτη ένωση και υπόσταση. Αν όμως είναι αλήθεια ότι η αγαθοπρεπής πρόοδος(11) της θείας ενώσεως είναι θεία διάκρισις, καθώς από αγαθότητα πληθύνεται και πολλαπλασιάζεται υπερηνωμένως, πάντως οι ακατάσχετες μεταδόσεις είναι ηνωμένες κατά τη θεία διάκριση. οι ουσιώδεις δηλαδή, οι ζωώσεις, οι σοφοποιήσεις και οι  άλλες δωρεές της αγαθότητος που είναι αιτία των όλων, κατά τις οποίες, ξεκινώντας από τις μετοχές και τους μετέχοντες, υμνούνται τα αμεθέκτως μετεχόμενα(12) αγαθά. Εξ άλλου και τούτο είναι κοινό κι ηνωμένο και ένα σε όλη τη θεότητα, το ότι όλη της μετέχεται από τον καθένα μέτοχο ολόκληρη και συγχρόνως από κανένα σε κανένα μέρος. όπως συμβαίνει μ' ένα σημείο που είναι στη μέση ενός κύκλου και μετέχεται απ' όλες τις ευθείες που ξεκινούν από την περιφέρεια του κύκλου, και όπως συμβαίνει με το πλήθος των εντυπωμάτων μιας αφραγίδος που μετέχουν όλα της αρχέτυπης σφραγίδος, αλλά κανένα από αυτά δεν περιλαμβάνει ολόκληρη και αυτούσια τη σφραγίδα κατά κανένα μέρος της. Υπέρκειται δε και αυτών η αμεθεξία της παναίτιας θεότητος, κατά το ότι δεν υφίσταται με αυτήν ούτε επαφή ούτε καμμιά άλλη κοινωνία που προκαλεί μίξη. 


6. Θα μπορούσε όμως κανείς να ειπεί, ότι η σφραγίς δεν είναι σε όλα τα εκμαγεία όλη και ταυτή. Τούτου όμως αιτία δεν είναι η σφραγίς, διότι εκείνη προσφέρει στο καθένα όλον και ταυτόν τον εαυτόν της, αλλά η διαφορότης των μετεχόντων που καθιστά ανόμοια τα εκτυπώματα της μιας και ολικής και ταυτής αρχετυπίας. Για παράδειγμα, αν αυτά είναι απαλά και καλοτύπωτα, λεία και αχάρακτα, και ούτε ελαστικά και σκληρά, ούτε ευδιάχυτα και ρευστά, θα έχουν καθαρό, σαφές και μόνιμο τύπωμα. αν όμως λείπει κάτι από τις ιδιότητες που αναφέραμε, θα είναι αίτιο του αμεθέκτου και ατυπώτου και του ασαφούς της σφραγίδος και όλων των άλλων ατελειών που προκαλούνται από την ακαταλληλότητα της μετοχής.

Είναι διακεκριμένο στοιχείο της αγαθοπρεπούς ενεργείας του Θεού προς εμάς(13) το ότι ο υπερούσιος Λόγος ουσιώθηκε κατά τη φύση μας από μας ολοκληρωτικώς και αληθώς, και έδρασε και έπαθε τα θαυμαστά και εξαίρετα πράγματα της ανθρωπικής θεουργίας του. Πράγματι ο Πατήρ και το Πνεύμα δεν μετείχαν σ' αυτά κατά κανένα τρόπο, εκτός αν κανείς εκλάβει τα πράγματα από την άποψη ότι ο αναλλοίωτος με την ενανθρώπησή του ενήργησε ως Θεός και ως Λόγος Θεού σύμφωνα με την υπερκείμενη και άρρητη ενέργεια του Θεού. Έτσι κι εμείς σπεύδομε και να ενώσωμε και να διακρίνωμε τα θεία με το λόγο, όπως τα ίδια τα θεία και ηνωμένα είναι και διακεκριμένα.


7. Αλλά τις θεοπρεπείς αιτίες, που ευρήκαμε στα Λόγια γι' αυτές τις ενώσεις και διακρίσεις, τις εκθέσαμε στις Θεολογικές Υποτυπώσεις, όπου πραγματευθήκαμε για το καθένα χωριστά. Εκεί άλλα μεν τα εξετάσαμε και τα εξηγήσαμε κατά τον αληθινό λόγο, πλησιάζοντας τα λαμπερά θεάματα  των Λογίων με αγνό και αθόλωτο νου, άλλα δε, ως μυστικά, τα προσεγγίσαμε κατά τη θεία παράδοση με τρόπο επάνω από κάθε νοερή ενέργεια(14). Διότι όλα τα θεία, όσα μας φανερώνονται, μόνο με τις μετοχές γνωρίζονται. ποια όμως είναι τα θεία καθ' εαυτά κατά την αρχή και ίδρυσή τους, είναι υπεράνω του νου και κάθε ουσίας και γνώσεως. Επί παραδείγματι, αν ονομάσωμε την υπερούσια κρυφιότητα Θεό ή ζωή ή ουσία, ή φως ή λόγο, δεν εννοοούμε τίποτε άλλο παρά τις δυνάμεις που προβάλλονται από αυτήν προς εμάς, τις θεοτικές, ή ουσιοποιές ή ζωογόνες ή σοφόδωρες. την ίδια όμως την υπερούσια κρυφιότητα προσεγγίζομε με την απαλλαγή μας από όλες τις νοερές ενέργειες, χωρίς να βλέπωμε καμμιά θέωση ή ζωή ή ουσία ικανή να εξισωθεί με την αιτία που επιναι απομακρυσμένη από όλα τα υπερβατικώτατα. Επίσης από τα ιερά Λόγια παρελάβαμε ότι ο Πατήρ είναι πηγαία θεότης(15), ο δε Ιησούς και το Πνεύμα είναι θεόφυτοι βλαστοί, αν επιτρέπεται να ειπούμε έτσι, της θεογόνου θεότητος, ένα είδος υπερούσια άνθη και φώτα της. Πώς όμως γίνονται αυτά, δεν είναι δυνατό ούτε να το ειπούμε ούτε να το εννοήσουμε.

8. Αλλά όλη η δύναμις της νοερής ενέργειάς μας φθάνει μόνο έως το σημείο να κατανοεί, ότι όλη η θεία πατρότης και υιότης έχει δοθεί και σ' εμάς και στις υπερουράνιες δυνάμεις από την υπερβατική  των όλων πατριαρχία και υιαρχία. κι από αυτήν οι θεοειδείς νόες καθίστανται και ονομάζονται θεοί και υιοί θεών και πατέρες θεών, με την έννοια ότι η πατρότης και υιότης του είδους τούτου συντελείται πνευματικώς, δηλαδή ασωμάτως, αΰλως, νοητώς, εφ' όσον το θεαρχικό Πνεύμα είναι υπερεδραιωμένο επάνω από κάθε αϋλία και θέωση, ο δε Πατήρ και ο Υιός ξεπερνούν υπεροχικώς κάθε θεία πατρότητα και υιότητα. Διότι δεν υπάρχει ακριβής ομοιότης ανάμεσα στα αιτιατά και στα αίτια. άλλα έχουν μεν τα αιτιατά τις οποιεσδήποτε εικόνες των αιτίων, τα ίδια όμως τα αίτια είναι  απομακρυσμένα και εδραιωμένα επάνω από τα αιτιατά κατά το λόγο της αρχής των. Και, για να χρησιμοποιήσω παραδείγματα δικά μας, ηδονές και λύπες λέγονται ότι είναι δημιουργικές του ήδεσθαι και του λυπείσθαι, οι ίδιες όμως ούτε ήδονται ούτε λυπούνται. και το πυρ, που θερμαίνει και καίει, δεν λέγεται ότι καίεται και θερμαίνεται. Κι αν κανείς έλεγε ότι η αυτοζωή ζει και το αυτοφώς φωτίζεται, δεν θα εκφραζόταν σωστά κατά την άποψή μου, εκτός αν τα ειπεί κατά διαφορετικό τρόπο, ότι δηλαδή τα στοιχεία των αιτιατών προϋπάρχουν στα αίτια υπερβατικώς και ουσιωδώς(16).


9. Αλλά και το επιφανέστερο γεγονός όλης της θεολογίας, η κατά τα ανθρώπινα θεοπλαστία(17) του Ιησού δηλαδή, είναι με κάθε λόγο άρρητη και σε κάθε νου άγνωστη, ακόμη και στον πρώτο από τους ανωτάτους αγγέλους. Και το μεν ότι αυτός ουσιώθηκε ανθρωπικώς, αυτό το παρελάβαμε με μυστικό τρόπο. αγνοούμε όμως, πως διαπλάσθηκε από παρθενικά αίματα με διαφορετικό από τον κατά φύση νόμο και πως επέρασε αβρόχως την υγρή και ρευστή ουσία με πόδια που έχουν σωματικό όγκο και υλικό βάρος, και όλα τα άλλα που ανήκουν στην υπερφυά φυσιολογία του Ιησού. Αυτά τα πράγματα κι εμείς τα διαπραγματευθήκαμε αλλού και ο κλεινός μας καθηγητής(18) τα ύμνησε πολύ υπερφυώς στις Θεολογικές Στοιχειώσεις του, ο οποίος είτε από άλλους ιερούς θεολόγους τα παρέλαβε είτε με την επιστημονική έρευνα των Λογίων τα συνέλαβε έπειτα από πολλή άσκηση γύρω από αυτά είτε τα εμυήθηκε με κάποια θειότερη έμπνευση, αφού όχι μόνο έμαθε αλλά κι έπαθε τα θεία και από την προς αυτά συμπάθειά του, αν έτσι πρέπει να ειπούμε, ετελειώθηκε στην αδίδακτη και μυστική τους ένωση και πίστη(19). Και για να παραθέσωμε συντομώτατα τα πολλά και μακάρια θεάματα της αρίστης εκείνης διάνοιας, τα εξής λέγει περί του Ιησού στο σύγγραμμά του Θεολογικές Στοιχειώσεις(20).


10. Του αγιωτάτου Ιεροθέου από τις Θεολογικές Στοιχειώσεις. Η θεότης του Ιησού, αιτία και πλήρης  αποτελείωσις των πάντων που διατηρεί τα μέρη σε αρμονία με την ολότητα και δεν είναι ούτε μέρος ούτε όλο, αλλά είναι και όλο και μέρος, αφού περικλείει μέσα της και υπερέχει και προέχει το παν, και το όλο και το μέρος, είναι στα μεν ατελή τελεία ως τελετάρχις, στα τέλεια ατελής ως υπερτελής και προτέλεια, στα ανείδεα ειδοποιό είδος ως ειδεάρχις, στα είοδη ανείδεα ως υπεράνω είδους, ουσία υπερούσια που επιβατεύει αχράντως όλες τις ουσίες, που ξεπερνά κάθε ουσία, που ορίζει όλες τις αρχές και τάξεις και είναι εδραιωμένη επάνω από κάθε αρχή και τάξη. είναι επίσης μέτρο των όντων, αιών και επάνω από τον αιώνα και πριν από τον αιώνα, πλήρης στα ελλιπή, υπερπλήρης στα πλήρη, άρρητη, άφθεγκτη, υπέρ νου, υπέρ ζωή, υπέρ ουσία, έχει υπερφυώς το υπερφυές, υπερουσίως το υπερούσιο. Γι' αυτό, όταν από φιλανθρωπία ήλθε έως την φύση μας και ουσιώθηκε αληθινά και κατέστη άνθρωπος υπέρθεος (είθε να μας φανούν ελεήμονα τα υμνούμενα από μας υπεράνω νου και λόγου μυστήρια), και πάλι σ' αυτήν την κατάσταση διατηρεί το υπερφυές και υπερούσιο, όχι μόνο καθ' ο μέρος έχει κοινωνήσει μαζί μας αναλλοιώτως και ασυγχύτως, χωρίς από την άφθεγκτη κένωση(Φιλ. 2,7) να έχει πάθει τίποτε στην υπερπληρότητά του, αλλά και, το παραδοξότατο όλων των πραγμάτων, μέσα στην φύση μας ήταν υπερφυής και μέσα στην ουσία μας ήταν υπερούσιος, παραέχοντας όλα τα δικά μας από μας επάνω από μας.


11. Αυτά λοιπόν είναι αρκετά. Ας προχωρήσομε τώρα στο σκοπό της πραγματείας, αναπτύσσοντας κατά τη δύναμή μας τα κοινά και ηνωμένα ονόματα της θείας διακρίσεως. Και για να δώσουμε από την αρχή σαφείς ορισμούς για όλα στη σειρά, θεία διάκριση αποκαλούμε, όπως έχει λεχθεί, τις αγαθοπρεπείς προόδους της θεαρχίας. Η Μονάς δωρίζοντας σε όλα τα όντα και εκχύνοντας τις μετουσίες όλων των αγαθών, διακρίνεται ηνωμένως, πληθύνεται ενικώς και πολλαπλασιάζεται αμεταδότως από το ένα. Έτσι λοιπόν, επειδή ο Θεός είναι υπερουσίως ων, ενώ από το άλλο μέρος δωρίζει την ύπαρξη στα όντα και παράγει όλες τις ουσίες, λέγεται ότι το ένα εκείνο ον πολλαπλασιάζεται με την από αυτό παραγωγή των πολλών όντων, ενώ αυτό παραμένει ένα κατά τον πληθυσμό, ηνωμένο κατά την πρόοδο και πλήρες κατά την διάκριση, εξ αιτίας του ότι είναι υπερουσίως απομακρυσμένο από όλα τα όντα και εξ αιτίας του ενιαίου του τρόπου παραγωγής των όλων και της αμείωτης εκχύσεως των αμειώτων μεταδόσεών του. Αλλά, ενώ είναι ένα, όταν μεταδίδει από το ένα στο παν, στο μέρος και στο όλο, στο ένα και στο πλήθος, ένα είναι επίσης υπερουσίως χωρίς να είναι ούτε μέρος από πλήθος ούτε όλο από μέρη, κι έτσι ούτε ένα μακριά από αυτά, επάνω από τα ανάμεσα στα όντα ένα, και πλήθος αμέριστο, υπερπλήρες απλήρωτο, που παράγει και τελειώνει και συνέχει το παν, ένα και πλήθος.

Επίσης, επειδή δια της θεώσεως που προέρχεται από αυτόν με βάση τη θεοείδεια που έχει ο καθένας κατά δύναμη γίνονται πολλοί θεοί, φαίνεται μεν ότι υπάρχει και αναφέρεται διάκρισις και πολλαπλασιασμός του ενός Θεού, αλλ' όμως δεν είναι λιγότερο ένας Θεός υπερουσίως ο αρχίθεος  και υπέρθεος, αμέριστος ανάμεσα στα μεριστά, ηνωμένος στον εαυτό του, αμιγής και απλήθυντος στα πολλά. Ο κοινός χειραγωγός εμού και του καθηγητού μου προς τη θεία φωτοδοσία, ο πολύς στα  θεία, το φως του κόσμου(21), κατανοώντας και τούτο υπερφυώς, λέγει ενθέως τα επόμενα στα ιερά του γράμματα. "Διότι, αν υπάρχουν οι λεγόμενοι θεοί, είτε στον ουρανό είτε επί της γης (όπως βέβαια υπάρχουν πολλοί θεοί και κύριοι πολλοί), αλλά για μας ένας Θεός υπάρχει, ο Πατήρ, από τον οποίο προέρχονται τα πάντα και στον οποίο οφείλομε εμείς την ύπαρξή μας"(Α΄ Κορ. 8,5). Διότι στα θεία πράγματα οι ενώσεις επικρατούν των διακρίσεων και προηγούνται από αυτές, και παρ' όλα αυτά μένουν ηνωμένες και μετά την αμετάδοτη και ενιαία διάκριση του ενός.

Αυτές τις κοινές και ηνωμένες διακρίσεις της σύνολης θεότητος, δηλαδή τις αγαθοπρεπείς προόδους, θα προσπαθήσωμε να υμνήσωμε κατά το δυνατό με βάση τις θεωνυμίες που τις αποκαλύπτουν στα Λόγια, αφού, όπως είπαμε, έχει αποσαφηνισθεί από πριν τούτο, ότι κάθε αγαθουργική θεωνυμία, σε όποια από τις θεαρχικές υποστάσεις κι αν αναφέρεται, θα εκληφθεί αδιακρίτως για όλη τη θεαρχική ολότητα(22).                    

1. Η αγαθότης καθ' εαυτήν, η απόλυτη αγαθότης, η ιδέα της αγαθότητος.
2. Θεοτελής λόγος είναι ο λόγος της θείας τελειότητος.
3. Εννοείται το έργο "Θεολογικές Υποτυπώσεις" που αναφέρθηκε ανωτέρω.
4. Κάνει διάκριση μεταξύ της δικής του ανθρώπινης φιλοσοφίας και της θεοσοφίας των Γραφών. 
5. Ηνωμένη θεολογία (ονόματα)είναι αυτή που αναφέρεται στην Ενάδα. 
6. Εννοείται πάντοτε η θεολογία των Γραφών.
7. Δύο ειδών ενωτικά του Θεού ονόματα υπάρχουν. τα υπερβατικά, που συνήθως φέρονται με το πρόθεμα υπερ, και τα αιτιολογικά που σχηματίζονται κατά τις δημιουργικές ενέργειες. ανάμεσα σ' αυτά είναι τα υπεροχικώς αφαιρετικά, που σχηματίζονται με το στερητικό άλφα (ά-κτιστο, ά-θάνατο κλπ.).
8. π.χ. το ότι ο Πατήρ είναι Θεός δεν μπορεί ν' αντιστραφεί, ώστε να λεχθεί ότι ο Θεός είναι Πατήρ. 
9. Αγνωσία της Τριάδος υπάρχεςι κατά την απλότητα του Θεού, παννόησις υπάρχει κατά τις πρόνοιές του. 
10. Οι διατυπώσεις περί Θεού , οι λόγοι περί Θεού.
11. Πρόοδος της θείας ενώσεως είναι η πορεία του Ενός, του θείου, προς την αποκάλυψη, την δημιουργία και την πρόνοια. 
12. Αμεθέκτως μετεχόμενα είναι τα θεία, μετέχοντες είναι οι νόες και οι ψυχές, μετοχές είναι οι δωρεές, οι ενέργειες. 
13. Δηλαδή της θείας ενανθρωπήσεως. 
14. Πρόκειται πάλι για τη διπλή προσέγγιση, την καταφατική και την αποφατική, τη λογική και τη μυστική. 
15. Μόνο ο Πατήρ είναι πηγή της θεότητος, "θεογόνος μονώτατος". 
16. Οι ιδιότητες των δημιουργημάτων προϋπάρχουν εν σπέρματι στα αίτιά τους.
17. Δηλαδή η ενανθρώπησις.
18. Ο διδάσκαλος του Διονύσιου, επίσκοπος Ιερόθεος. 
19. Η πίστις μαθαίνεται, η ένωσις παθαίνεται. και τα δύο όμως ο Ιερόθεος τα απέκτησε με τρόπο μυστικό και αδίδακτο. 
20. Η επόμενη παράγραφος είναι παράθεμα από τις Θεολογικές Στοιχειώσεις που φέρονται ως έργο του Ιεροθέου, αλλ'  είναι άγνωστο από αλλού. Ο τίτλος "του αγιωτάτου Ιεροθέου  εκ των Θεολογικών Στοιχειώσεων" κατά τη ροή της χειρόγραφης παραδόσεως από το περιθώριο μεταφέρθηκε στο κείμενο. 
21. Ο απόστολος Παύλος ήταν διδάσκαλος του Ιεροθέου και του Διονυσίου. 
22. Τα ιδιώματα των τριαδικών υποστάσεων είναι κοινά, ομοίως και οι ενέργειες.

       

Ο ΑΧΑΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΟΣ

Ο ΑΧΑΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΟΣ

autumncolorwptbm.jpg-Γέροντα, γιατί πολλοί άνθρωποι , ενώ τα έχουν όλα ,νιώθουν άγχος και στενοχώρια;
-Όταν βλέπετε έναν άνθρωπο να έχη μεγάλο άγχος, στενοχώρια και λύπη, ενώ τίποτε δεν του λείπει, να ξέρετε ότι του λείπει ο Θεός.
Όποιος τα έχει όλα, και υλικά αγαθά και υγεία, και, αντί να ευγνωμονή τον Θεό , έχει παράλογες απαιτήσεις και γκρινιάζει, είναι για την κόλαση με τα παπούτσια. Ο άνθρωπος, όταν έχη ευγνωμοσύνη, με όλα είναι ευχαριστημένος. Σκέφτεται τί του δίνει ο Θεός κάθε μέρα και χαίρεται τα πάντα. Όταν όμως είναι αχάριστος, με τίποτε δεν είναι ευχαριστημένος γκρινιάζει και βασανίζεται με όλα. Αν, ας πούμε, δεν εκτιμάη την λιακάδα και γκρινιάζει, έρχεται ο Βαρδάρης και τον παγώνει …; Δεν θέλει την λιακάδα θέλει το τουρτούρισμα που προκαλεί ο Βαρδάρης.
-Γέροντα, τί θέλετε να πήτε μ’ αυτό;
-Θέλω να πω ότι, αν δεν αναγνωρίζουμε τις ευλογίες που μας δίνει ο Θεός και γκρινιάζουμε, έρχονται οι δοκιμασίες και μαζευόμαστε κουβάρι. Όχι, αλήθεια σας λέω, όποιος έχει αυτό το τυπικό , την συνήθεια της γκρίνιας, να ξέρη ότι θα του έρθη σκαμπιλάκι από τον Θεό, για να ξοφλήση τουλάχιστον λίγο σ’ αυτήν την ζωή. Και αν δεν του έρθη σκαμπιλάκι , αυτό θα είναι χειρότερο, γιατί τότε θα τα πληρώση όλα μια και καλή στην άλλη ζωή.
-Δηλαδή , Γέροντα, η γκρίνια μπορεί να είναι συνήθεια;
-Γίνεται συνήθεια, γιατί η γκρίνια φέρνει γκρίνια και η κακομοιριά φέρνει κακομοιριά. Όποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριά και αποθηκεύει άγχος. Ενώ , όποιος σπέρνει δοξολογία, δέχεται την θεϊκή χαρά και την αιώνια ευλογία. Ο γκρινιάρης, όσες ευλογίες κι αν του δώση ο Θεός, δεν τις αναγνωρίζει. Γι’ αυτό απομακρύνεται η Χάρις του Θεού και τον πλησιάζει ο πειρασμός τον κυνηγάει συνέχεια ο πειρασμός και του φέρνει όλο αναποδιές, ενώ τον ευγνώμονα τον κυνηγάει ο Θεός με τις ευλογίες Του.
Η αχαριστία είναι μεγάλη αμαρτία, την οποία ήλεγξε ο Χριστός. «Ουχ οι δέκα εκαθαρίσθησαν; οι δε εννέα πού», είπε στον λεπρό που επέτρεψε να Τον ευχαριστήση . Ο Χριστός ζήτησε την ευγνωμοσύνη από τους δέκα λεπρούς όχι για τον εαυτό Του αλλά για τους ίδιους, γιατί η ευγνωμοσύνη εκείνους θα ωφελούσε.
Ατο βιβλίο: «ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ» ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ε΄

Γέροντας Λαυρέντιος Σόβρε ἤ ἕνα ὡραῖο μάθημα περί ταπεινοφροσύνης.

Γέροντας Λαυρέντιος Σόβρε ἤ ἕνα ὡραῖο μάθημα περί ταπεινοφροσύνης.

 

Ο γέροντας(Λαυρέντιος) επιθυμούσε την ταπεινοφροσύνη με όλη του την ψυχή και επιθυμούσε να τη δει ανθίζοντας και στις καρδιές των υποτακτικών του. Θυμάμαι μια φορά που πήγα στο κελί του και χτύπησα την πόρτα:
Ποιος είναι;
• Ο π. Μύρων
• Ποιος Μύρων;
Έαν δεν πρόσθετες και τη λέξη ο ¨αμαρτωλός¨ δύσκολα ανοίγε. Το έκανε για να καταλάβω την πραγματική κατάσταση της ψυχής μου.
Αφού έμπαινα πρώτα ταπεινωνόταν ο γέροντας ζητώντας μου να τον ευλογήσω.
• Ευλογείτε π Μύρωνα. Είμαι γεμάτος τεμπελιά. Εσύ είσαι τεμπέλης;
• Είμαι γέροντα
• Δε νομίζω. Εγώ πιστεύω ότι είσαι λίγο.
• Όχι γέροντα, είμαι πολύ τεμπέλης.
• Παιδί μου, να θυμάσαι ότι αυτός που ταπεινώνεται βρίσκει παντού ανάπαυση.
Αυτή η συνήθεια του να θεωρεί τον εαυτό του τεμπέλη, αμαρτωλό κ.α. και να μου ζητάει να τον ευλογήσω, πράγμα που δεν μου ανήκει, μου έδινε να καταλάβω ότι ο γέροντας έψαχνε με οποιοδήποτε τρόπο να μάθουμε ότι ο μόνος δρόμος να γνωρίσουμε πραγματικά τον εαυτό μας είναι να αναγνωρίσουμε με ειλικρίνεια τις αδυναμίες μας.
Έλεγε ο γέροντας: ¨ Η ταπεινοφροσύνη καίει το διάβολο¨.
Όταν εμείς  μαλώναμε με κάποιον μας έλεγε:¨ Πείτε μόνο: Συγχώρεσέ με. Τίποτα περισσότερο. Μη προσπαθείτε να αθωωθείτε.Να λέτε μόνο: ¨ Έκανα λάθος,συγχώρεσέ με¨.Ότι περισσότερο ειπωθεί είναι από το διάβολο. Ο γέροντας είχε καταλάβει ότι το να προσπαθείς ν’ αυτοδικαιωθείς προδίδει ότι έχεις στην ψυχή σου κάποιους λογισμούς καλής γνώμης για το εαυτό σου, τους οποίους ονόμαζε υψώσεις του νου και έτσι προσπαθούσε να μας κάνει να καταλάβουμε ότι πρέπει να επωμισθούμε όλες τις κατηγορίες, για να έχουμε ειρήνη στην ψυχή μας, αλλά και να υπάρχει ειρήνη μεταξύ ημών και εκείνου που μας κατηγόρησε. Ο γέροντας όχι μόνο μας έδινε συμβουλές πώς να γίνουμε ταπεινοί, αλλά έψαχνε να βρει σε κάθε συζήτηση εάν εμείς αφομοιώσαμε τις συμβουλές του. Θυμάμαι μια φορά με ρώτησε.
• Είσαι άξιος να κοινωνήσεις;
• Όχι και πολύ.
• Δε λέμε όχι και πολύ, αλλά δεν είμαι άξιος ό,τι και να κάνω.
Ο γέροντας ήταν πολύ προσεχτικός στο τι λέγαμε. Ζύγιζε τα λόγια μας για να δει προς τα πού κλίνει ο λόγος μας προς τον αυτοεγκωμιασμό ή προς το να μέμφουμε τον εαυτό μας. Μια άλλη φορά που ήταν στην εκκλησία με άκουσε να ψάλω δυνατά και μου είπε: ¨Παιδί μου, παρά να ψάλλεις με υπερηφάνεια, καλύτερα να μη ψάλεις καθόλου».
undefined
Ο γέροντας Λαυρέντιος Σόβρε
Αλλά και τους λαϊκούς που ερχόταν στο μοναστήρι τους δοκίμαζε για να δει εάν έχουν ταπεινό λογισμό, ο οποίος είναι η αρχή της μετάνοιας. Όταν ερχόταν κάποιος εγκωμίαζε: « Θα θέλατε να γίνετε δήμαρχος; Έχετε και το παρουσιαστικό και την πείρα» Ο γέροντας ήξερε ότι μια από τις επιθυμίες του σύγχρονου ανθρώπου είναι τα υψηλά αξιώματα, για να έχει δύναμη και χρήματα. Θυμάμαι είχε έρθει κάποιος και ο γέροντας του είπε.
• Α, ο κύριος Δήμαρχος
• Δεν είμαι δήμαρχος πάτερ …
• Αλλά θα ήθελες να είσαι. Ξέρεις έχεις το παρουσιαστικό και την πείρα.
• Θα ήθελα…
• Βρε, δε σε σώζει το αξίωμα. Όσο πιο μεγάλο αξίωμα τόσο πιο μεγάλος κίνδυνος μπροστά στο Θεό να κάνεις λάθος. Ευχαρίστησε το Θεό για ότι έχεις και λέγε: «Γεννηθήτω το θέλημά Σου»
Πράγματι, πολλοί από υπερηφάνεια έβλεπαν τον εαυτό τους άξιο για μεγάλα αξιώματα και ο γέροντας Λαυρέντιος τους μάθαινε την ταπείνωση.
Άλλες φορές δοκίμαζε εμάς τους μοναχούς, λέγοντάς μας:
«Ο π. Μύρων όταν προσεύχεται βλέπω από εδώ να βγαίνει από το κελί του μια στήλη φωτιάς προς τον ουρανό και λέω μέσα μου: Ω προσεύχεται ο π. Μύρων. Πάτερ είστε γεμάτος αρετές, δώστε μου κι εμένα».
Εμείς, εάν δε γνωρίζαμε το σκοπό του θα λέγαμε ότι είναι κάποιες κοινοτοπίες, αλλά ο γέροντας το έκανε για να δει εάν θεωρούμε την επιτίμηση ως έπαινο και τον έπαινο ως επιτίμηση.
Στη μοναχική μου κουρά μου είπε:
«Κάποτε ένας αδελφός διάβασε στις Πράξεις των Αποστόλων ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι νεκρός για τον κόσμο και δεν το καταλάβαινε. Τότε πήγε στο Μ. Αντώνιο και τον ρώτησε. Ο Άγιος έστειλε τον αδελφό σ’ ένα κοιμητήριο για να εγκωμιάζει τους νεκρούς από το πρωί έως το βράδυ και έπειτα του είπε να γυρίσει στο κελί του. Ο αδελφός το έκανε. Τη δεύτερη ημέρα ο Μ. Αντώνιος τον έστειλε να επιπλήξει τους νεκρούς. Κάνοντας το κι αυτό ο δόκιμος επέστρεψε στο κελί του και ο Άγιος του είπε: «Όταν εγκωμίασες τους νεκρούς σου απάντησαν; Όχι. Κι όταν τους επέπληξες;
Ο αδελφός του απάντησε πάλι όχι. Έτσι να είσαι κι εσύ σαν τους νεκρούς. Όταν σ’ εγκωμιάζει κάποιος να μην περηφανεύεσαι και όταν σ’ επιπλήττει να μην ταράσσεσαι. Τότε θα είσαι νεκρός για τον κόσμο.

Η Αληθινή Επιστήμη!

Η Αληθινή Επιστήμη!

«Ἡ γνῶσις φυσιοῖ, ἡ ἀγάπη οἰκοδομεῖ» (Α΄ Κορ. 8,2)
Ἀγαπητά μου παιδιά,
ΒΡΙΣΚΕΣΘΕ στὴν ὡραιότερη ἀλλὰ καὶ στὴν πιὸ κρίσιμη περίοδο τῆς ζωῆς σας. Πρόκειται νὰ κάνετε ἐκλογή. Μπροστά σας ἀνοίγονται ὅλες οἱ πύλες τῶν ἐπιστημῶν. Ἡ δὲ Ἐκκλησία δὲν εἶνε, ὅπως τὴν κατηγοροῦν, κατὰ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς προόδου. Ἀντιθέτως ἡ διδασκαλία της περὶ
τῆς ἐκ Θεοῦ δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ προικίστηκε μὲ τὸ θεῖο δῶρο τῆς νοήσεως, εὐνοεῖ τὴν ἐξέλιξι τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἐπιστήμη καὶ στὴν πρόοδο.
Ἡ ἐπιστήμη χάρισμα μόνον τοῦ ἀνθρώπου
Τὰ ζῷα, καθὼς εἶνε πλασμένα, στεροῦνται νοήσεως καὶ προόδου. Ὁ χιμπαντζῆς, καὶ δέκα χρόνια νὰ φοιτήσῃ στὸ σχολεῖο, εἶνε ἀνίκανος νὰ μάθῃ τὸ ἀλφάβητο, ἐνῷ τὸ μικρὸ παιδὶ τὸ μαθαίνει σὲ ἐλάχιστο χρόνο. Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιὰ τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλά, γιὰ τὴν κυριαρχία τῆς φύσεως διὰ μέσου τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλὰ ποιᾶς ἐπιστήμης; Ἐκείνης, ἡ ὁποία δὲν ὑπερηφανεύεται, ἀλλά, καθὼς εἶπε ὁ φιλόσοφος Σωκράτης, ἔχει ἐπίγνωσι τῆς ἀδυναμίας της («Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα»). Ὅ,τι γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς ἐπιστήμης, εἶνε μιὰ σταγόνα γνώσεως ἐν σχέσει μὲ τοὺς ὠκεανοὺς τῶν ὅσων δὲν γνωρίζει. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἀληθινὸς ἐπιστήμονας, ὅσο κι ἂν προοδεύσῃ στὴ γνῶσι καὶ στὴν ἐπιστήμη, εἶνε ταπεινὸς καὶ προσεύχεται καὶ παρακαλεῖ τὸ Θεὸ νὰ τὸν φωτίζῃ, γιὰ νὰ ἐμβαθύνῃ περισσότερο στὰ μυστήρια τῆς φύσεως.
Ποιός ἔκανε τὴν ὑδρόγειο;
Κάποτε σὲ μιὰ πόλι ὑπῆρχε κάποιος ποὺ καυχιόταν γιὰ τὴν ἐπιστήμη του. Ἔλεγε ὅτι εἶνε ἄθεος καὶ προσπαθοῦσε νὰ κάνῃ κι ἄλλους ἀθέους. Ἕνας νεαρός, ποὺ ἐργαζόταν κοντά του ἀλλὰ δὲν παραδεχόταν τὶς ἰδέες τοῦ ἀφεντικοῦ του, γιὰ ν᾿ ἀποδείξῃ τὴ βλακεία τῆς ἀθεΐας τί μηχανεύθηκε ὁ εὐφυὴς αὐτὸς νέος; Πῆγε σ᾿ ἕνα κατάστημα, ποὺ πουλοῦσε σχολικὰ εδη καὶ παιχνίδια, καὶ πῆρε μιὰ ὑδρόγειο σφαῖρα ἀπὸ ᾿κεῖνες ποὺ κατασκευάζουν τὰ ἐργοστάσια γιὰ σχολικὴ χρῆσι. Τὴν πῆρε καὶ τὴν τοποθέτησε πάνω στὸ γραφεῖο τοῦ ἀθέου ἀφεντικοῦ του ἐν ἀπουσίᾳ του. Ὅταν ὁ ἄθεος πῆγε στὸ γραφεῖο του καὶ εἶδε τὴν ὑδρόγειο σφαῖρα, ἀπόρησε καὶ θέλησε νὰ μάθῃ ποιός τὴν ἔβαλε ἐκεῖ.
―Κανένας, εἶπε ὁ νεαρός. Μόνη της ἔγινε.
―Κανένας! Μὰ εἶνε δυνατόν; εἶπε ὁ ἄθεος.
―Κανένας, σοῦ λέω! ἐπέμενε ὁ νεαρός.
―Α, τότε δὲν εἶσαι στὰ καλά σου. Πρέπει νὰ σὲ ἐξετάσῃ ψυχίατρος.
Καὶ ὁ νεαρὸς τοῦ ἀπάντησε·
―Ἂν ἐγώ, ποὺ λέω ὅτι αὐτὴ ἡ ὑδρόγειος σφαῖρα ἔτσι παρουσιάστηκε, πρέπη νὰ ἐξετασθῶ ἀπὸ ψυχίατρο, τότε ἐσύ, ποὺ τολμᾷς καὶ λὲς ὅτι ὅλος ὁ κόσμος ἔγινε ἔτσι, θὰ ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ εἶχες κλεισθῆ σὲ φρενοκομεῖο.
Πόσο δίκιο εἶχε ὁ νέος! Μιὰ σχολικὴ ὑδρόγειος σφαῖρα εἶνε παράλογο νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἔτσι φύτρωσε. Ἀλλὰ πόσο πιὸ παράλογο εἶνε νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἡ γῆ, ποὺ εἶνε μιὰ πελώρια σφαῖρα, φύτρωσε ἔτσι μέσα στὸ σύμπαν; Ναὶ σφαῖρα, πελώρια σφαῖρα, εἶνε ἡ γῆ. Ζυγίζει ἑκατομμύρια τόννους. Καὶ τὸ πιὸ καταπληκτικὸ εἶνε ὅτι ἡ σφαῖρα αὐτὴ δὲν στηρίζεται πουθενά, ἀλλὰ εἶνε μετέωρη καὶ ταξιδεύει μὲ ἰλιγγιώδη ταχύτητα μέσα στὸ σύμπαν. Καὶ δὲν πέφτει στὸ κενό. Ἐπὶ αἰῶνες τώρα τρέχει πάνω στὴ νοητὴ τροχιά της καὶ δὲν ξεφεύγει καθόλου!
Μιὰ τεράστια σφαῖρα ἡ γῆ. Ἀλλὰ μόνο αὐτὴ ἡ σφαῖρα ὑπάρχει στὸν κόσμο; Ὄχι. Κάθε ἄστρο εἶνε καὶ μιὰ σφαῖρα. Καὶ ὑπάρχουν ἄστρα ποὺ εἶνε πολὺ μεγαλύτερα ἀπὸ τὴ σφαῖρα τῆς γῆς, καὶ αὐτὰ τὰ ἄστρα εἶνε ἑκατομμύρια καὶ δισεκατομμύρια καὶ σχηματίζουν συστήματα ποὺ λέγονται γαλαξίες. Ἐρωτοῦμε λοιπόν· Ποιός τὶς ἔκανε τὶς πελώριες καὶ ἀμέτρητες αὐτὲς σφαῖρες; Μιὰ εἶνε ἡ λογικὴ ἀπάντησι· Τὶς ἔκανε ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς τὰ ἔκανε ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο.
Δόξα λοιπὸν τͺῶ Θεῷ, τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς αἰῶνας αἰώνων.
Ἡ ἀληθινὴ ἐπιστήμη πιστεύει
Ἡ ἀληθινὴ ἐπιστήμη, ἡ ἐπιστήμη ποὺ ἀξίζει νὰ γράφεται μὲ Ε κεφαλαῖο, μὲ τοὺς σπουδαιοτέρους ἐκπροσώπους της ὅλων τῶν κλάδων πιστεύει στὴν ὕπαρξι ὑπερφυσικοῦ κόσμου καὶ Δημιουργοῦ τοῦ παντός.
Ὁ σπουδαῖος Ἄγγλος μαθηματικὸς καὶ ἰατρὸς ἐπιστήμων ὣἂἣὖ῏ὃ, γνωστὸς γιὰ τὴν ἀνακάλυψι τοῦ χλωροφορμίου, ποὺ λόγῳ τῆς ἀναισθησίας ποὺ προκαλεῖ συνετέλεσε τὰ μέγιστα στὴν πρόοδο τῆς χειρουργικῆς ἐπιστήμης, μὲ τὴν ὁποία σώθηκαν καὶ σῴζονται τόσοι ἄνθρωποι ―ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους εἶμαι κ᾿ ἐγώ, ποὺ εἶχα ὑποβληθῆ σὲ ἐγχείρησι χολῆς, καὶ ἐνῷ ἡ ἐγχείρησι διήρκεσε 4 ὧρες, δὲν αἰσθάνθηκα τίποτε, καὶ ἔγινα καλά―, ὁ ὣἂἣὖ῏ὃ λοιπόν, ὅταν κάποτε ρωτήθηκε, «Ποιά εἶνε ἡ μεγαλύτερή του ἀνακάλυψι», ἀπάντησε· «Ἡ γνωριμία μου μὲ τὸν Σωτῆρα Χριστό, ποὺ μὲ ὡδήγησε στὴ μετάνοια»! Ὅποιος θέλει νὰ δῇ καὶ ἄλλες γνῶμες διαπρεπῶν ἐπιστημόνων, μπορεῖ νὰ διαβάσῃ τὸ ὡραῖο βιβλίο τῆς ἀδελφότητος «Ζωὴ» μὲ τίτλο «Ἡ ἐπιστήμη ὁμιλεῖ».
Ἐπιστημονικὴ πανουργία
Ἡ ἐπιστήμη, καθὼς ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι, «χωριζομένη δικαιοσύνης καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς, πανουργία, οὐ σοφία φαίνεται». Μιὰ τέτοια ἐπιστήμη δημιουργεῖ τὸ ἐπιστημονικὸ θηρίο, τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος μὲ τὶς καταπληκτικὲς προόδους του στὸν ἐξοπλισμὸ μπορεῖ νὰ καταστρέψῃ τὸ πᾶν. Ὅπως λέει μιὰ παλιὰ προφητεία, «τὰ ἄθεα γράμματα θὰ καταστρέψουν τὸν κόσμο». Γι᾿ αὐτὸ σὰν σκοπὸ τῆς ζωῆς του ὁ νέος δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴ γνῶσι, ἀλλὰ τὴν ἀρετή. Ἕνα γραμμάριο ἀρετῆς ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τόννους ἀνθρωπίνης σοφίας καὶ γνώσεως.
Συνδυασμὸς πίστεως καὶ γνώσεως
Πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνσι ἁρμονικοῦ συνδυασμοῦ πίστεως καὶ γνώσεως παρακαλῶ νὰ στρέψετε τὴν προσοχή σας, ὦ ἀγαπητὰ παιδιὰ τῆς πατρίδος μας, ἡ ὁποία κατὰ τὸ ἔνδοξο παρελθὸν τῆς ἀρχαιότητος ἀνέδειξε μεγάλους ἐπιστήμονες, θεμελιωτὰς τῶν ἐπιστημῶν, καὶ αὐτῆς τῆς ἀτομικῆς ἐπιστήμης. Ἔχετε μπροστά σας παλαιὰ ἀλλὰ καὶ νεώτερα πρότυπα ἀληθινῶν ἐπιστημόνων, καὶ ὁλοψύχως εὔχομαι, ἐκλέγοντας σὺν Θεῷ ὁποιαδήποτε ἐπιστήμη, ν᾿ ἀναδειχθῆτε συνεχισταὶ τῶν ὡραίων παραδόσεων τῆς φυλῆς μας, τιμώντας ὡς ἐπιστήμονες τὴ νεώτερη Ἑλλάδα.

Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου σε μαθητας του Λυκείου

 Κατασκηνώσεις Πρώτης της Ιεράς Μητροπόλεως Φλωρίνης 1992
 http://www.augoustinos-kantiotis.gr

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

π. Ανδρέας Κονάνος-”Αγαπώ το παιδί μου”

π. Ανδρέας Κονάνος-”Αγαπώ το παιδί μου


“Αγαπώ το παιδί μου” λέει μια μάνα και το παίρνει συνέχεια τηλέφωνο. Λέει ότι το κάνει από αγάπη. “Να δω τι κάνει, πού είναι”. Η πραγματικότητα δεν είναι αυτή. Το κάνει διότι δεν αντέχει να της φύγει το παιδί μέσα απ’ τα χέρια και ν’ ανοιχτεί στη δική του ζωή. “Και με ποιους είσαι; Και γιατί αργείς; Και ποιός μιλάει δίπλα σου, ποια είναι αυτή;” Πρόκειται για καχυποψία κι αρρωστημένη σχέση. Αυτό δεν είναι αγάπη. Αγάπη θα πει δόσιμο, θα πει “θέλω ν’ ανοίξεις τα φτερά σου. θέλω το καλό σου”. Αν έχεις την αληθινή αγάπη, θες μόνο το καλό αυτού που αγαπάς. Κι αυτό, ξέρεις τι κάνει τον άνθρωπό σου; Να σ’ αγαπά ακόμα πιο πολύ. Να μη ξεκολλά από πάνω σου. Γιατί δεν ξεκολλά; Γιατί εσύ τον αφήνεις να ξεκολλήσει. Όταν αφήνεις κάποιον να ξεκολλήσει από πάνω σου, δεν ξεκολλά. Όταν τον τραβάς με το ζόρι, γίνεσαι απωθητικός και απωθητική. Και πετυχαίνει το αντίθετο. Η αγάπη πάει μαζί με την ελευθερία. “Σ’ αγαπώ, και σ’ αφήνω ελεύθερη, και σ’ αφήνω ελεύθερο να κάνεις ό,τι θέλεις”. Και λες εσύ τότε: “με τόση αγάπη που μου δείχνεις, με κάνεις και σε θέλω πιο πολύ. Διότι με σέβεσαι”.
Ο Θεός αυτό κάνει. Μας σέβεται κάθε στιγμή της ζωής μας. Και μας αγαπά, σαν το φως του ήλιου και σαν τη βροχή, που πέφτει παντού. Κάθε μέρα ο ήλιος ανατέλλει για όλο τον κόσμο υπενθυμίζοντας διαρκώς την αιώνια θεϊκή αγάπη. Όταν βλέπεις τον ήλιο να λάμπει, είναι σα να σου λέει ο Χριστός: “Και σήμερα πάλι σ’ αγαπώ και ας ήσουν ό,τι ήσουν χθες. Και σήμερα σου δίνω ευκαιρία για νέες επιλογές. Κι όταν πέφτει η βροχή Μου, δεν ξεχωρίζει καλούς και κακούς. Όλους τους δροσίζει. Όλα τα σπίτια τα ποτίζει. Όλα τα χωράφια. Και το δικό σου…”.

Αντώνιος ο Μέγας

Αντώνιος ο Μέγας

Αντώνιος ο Μέγας
Anthony the Great.jpg
Ο Μέγας Αντώνιος
Γέννηση 251
Κοίμηση 356
Εορτασμός 17 Ιανουαρίου
Σημαντικές ημερομηνίες
Τίτλος Μοναχός


Ο Αντώνιος ο μέγας, αποτελεί Όσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο οποίος έζησε κατά τον 3ο και 4ο αιώνα στην περιοχή της Αιγύπτου. Υπήρξε ο θεμελιωτής του μοναχισμού, καθώς θεωρήθηκε ο αντιπροσωπευτικότερος τύπος του ασκητικού φρονήματος, χωρίς όμως να αποτελεί τον πρώτο μοναχό, όπως εσφαλμένα πολλοί εκτιμούν[1]. Αποκλήθηκε και Πατριάρχης της ερήμου, καθώς διαβίωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην έρημο, όπου εκοιμήθη σε ηλικία μεγαλύτερη των 100 ετών, το 356. Το βίο του θεωρείται πως τον συνέγραψε ο προσωπικός του φίλος Μέγας Αθανάσιος, αν και είναι μία άποψη που αμφισβητείται, χωρίς όμως και να μπορεί να αποκλειστεί ως ενδεχόμενο[2].
 

Βίος

Ο Μέγας Αντώνιος γεννήθηκε σε ένα χωριό της Μέσης Αιγύπτου στα Ανατολικά του Ποταμού Νείλου, στις παρυφές της ερήμου που ονομαζόταν Κόμα, το 251[3]. Ο ίδιος ήταν αυτόχθονας κάτοικος[4], ενώ δε γνώριζε επαρκώς την ελληνική γλώσσα[5]. Προερχόταν από εύπορη οικογένεια, δίχως να λάβει κάποια εγκύκλια μόρφωση καθώς δεν του άρεσαν ιδαίτερα τα γράμματα, έλαβε όμως χριστιανική παιδεία από την παιδική του ηλικία. Έτσι όταν οι γονείς του το 270 εκοιμήθηκαν, τότε εκποίησε όλη την περιουσία του σε φτωχούς και οδήγησε την αδελφή του σε παρθενώνα, καθώς ο ίδιος είχε αποφασίσει να διάγει ασκητικό βίο. Πλέον αφιερώνεται στην προσευχή και για 15 έτη διαμένει σε οικία του στα περίχωρα της Ηρακλεοπόλεως, αλλά και μέσα σε τάφο. Αργότερα διαβαίνει το Νείλο και οδηγείται στα όρη της Λιβυκής ερήμου, στο Πισπίρ, το οποίο διέθετε πηγή και κάποια ερείπια προγενέστερου πολιτισμού. Εκεί διέμεινε περί τα 20 έτη, όπου σύμφωνα με τον Άγιο Αθανάσιο προόδευσε κατά την αρετή, τη στιγμή που πολλοί διέρχονταν ζητώντας να συνασκηθούν και να συμμονάσουν μαζί του. Ο βίος του ήταν άκρως ασκητικός. Συνήθως έτρωγε ανά δύο ή τέσσερις ημέρες λίγο άρτο και έπινε ύδωρ μία με δύο φορές ημερησίως, ενώ το ένδυμα το οποίο φορούσε σε όλη του ζωή ήταν ένας τρίχινος μανδύας, όπου στο εξωτερικό του έφερε δέρμα. Ο ίδιος μάλιστα δεν πλύθηκε ή λούστηκε ποτέ[6].
Κατά το διωγμό του Μαξιμίνου το 311 ο Αντώνιος προσέρχεται στην Αλεξάνδρεια με σκοπό να μαρτυρήσει, κάτι που όμως δε συνέβη. Εκεί διακρίνεται όμως για τον έντονο ασκητικό του βίο, δίνοντας συμβουλές και συμπαραστεκόμενος στους δικαζόμενους και φυλακισμένους μάρτυρες του χριστιανισμού. Μετά το διωγμό πολλοί ασκητές άρχισαν να μιμούνται το βίο του Αγίου Αντωνίου, με αποτέλεσμα να τον ακολουθήσουν κατά την επιστροφή του στην έρημο. Έτσι το αναχωρητήριό του γίνεται πόλος έλξης για πολλούς πιστούς, με αποτέλεσμα, αφενός να μη βρίσκει ησυχία, αφετέρου να ελλοχεύει ο κίνδυνος της κομπορρημοσύνης. Έτσι φεύγει κρυφώς, οδηγούμενος στην έρημο κοντά στην Ερυθρά θάλασσα, στο όρος Κολζίμ, όπου σήμερα βρίσκεται η μεγάλη κοπτική μονή του Αγίου Αντωνίου. Εκεί ο Αντώνιος πλέον ανήλθε σε υψηλό πνευματικό επίπεδο, αλλά σύντομα οι αδελφοί του από το Πισπίρ τον ανακάλυψαν. Το 338 υποχρεώνεται να επιστρέψει στη Αλεξάνδρεια, αφού είχε ξεσπάσει η αρειανική έριδα, καθώς του ζητήθηκε. Συναντά τον Μέγα Αθανάσιο, οποίος μόλις είχε επιστρέψει από εξορία, και προκαλεί το θαυμασμό με τη σοφία και το βίο του. Έτσι και επέστρεψε στο Κολζίμ, εγκαταλείποντάς το πια μόλις μια φορά μέχρι το τέλος της ζωής του, που επήλθε σε ηλικία 105 ετών. Σύμφωνα μάλιστα με το βιογράφο του διατηρούσε τις σωματικές του δυνάμεις μέχρι το τέλος του. Το λείψανό του αρχικώς δεν ετάφη, αλλά ο ίδιος μετά θάνατον εμφανίστηκε και ζήτησε να ταφεί σε άγνωστο μέρος, ζητώντας μόνο να δοθούν οι μηλωτές του (δέρμα προβάτου), στο Μέγα Αθανάσιο και τον Σεραπίωνα Θμουέως. Η διαθήκη του ήταν οι αδελφοί του να ζουν παντελώς χωρισμένοι από τους αρειανιστές και τους Μελιτιανούς, αλλά και σε διαρκή επαγρύπνηση από τους πειρασμούς του διαβόλου[7].
Σε ότι αφορά το χαρακτήρα, στο Μέγα Αντώνιο διακρίνεται η χριστιανική φυσιολογία και θεραπευτική. Είναι χαρακτηριστικό πως σύμφωνα με τις περιγραφές των μοναχών της εποχής, παρά την διαμονή του σε απόλυτη απομόνωση για 20 έτη στην έρημο και την υπέρμετρα σκληρή άσκηση, ο ίδιος εμφανίστηκε απόλυτα φυσιολογικός τόσο κατά πνεύμα όσο και τα την όψη. Ηταν απόλυτα ήρεμος και βρισκόταν σε απόλυτα λογική κατάσταση. Δεν ήταν θλιμμένος ή κατηφής, ούτε όμως κατεχόταν από γέλωτα ή ευφραινόταν από την τεράστια αποδοχή που του επιφύλασσε ο κόσμος. Έπραττε δε διαρκώς θαύματα, αλλά τα θεωρούσε ήσσονος σημασίας καθώς η αγάπη ανέφερε, ήταν πολύ σημαντικότερη[8]. Στη ζωή του ήταν πάντοτε ιδιαίτερα διακριτικός, ανεκτικός στη διάθεση, ταπεινός στο φρόνημα. Υποτασσόταν στους κληρικούς, ακόμα και αν δεν είχαν φτάσει στα ύψη της θεωρίας του. Ήταν πάντοτε αυτάρκης και ολιγαρκής, ενώ η αυτοπειθαρχία και ο αυτοέλεγχος ήσαν πράγματι στο πρόσωπό του ανυπέρβλητες. Νηστεία, προσευχή και αγρυπνία αποτελούσαν το μοναστικό του κανόνα, ενώ η ταπεινοφροσύνη του ήταν τόση, που δε δίσταζε κι από νέους μοναχούς να μαθαίνει πράγματα και να διδάσκεται[9].

Στιγμιότυπα από το βίο του Αγίου

Ο Άγιος Αντώνιος έδειχνε από μικρή ηλικία απομονωτικές τάσεις, ενώ ως παιδί ήταν ιδιαίτερα υπάκουος[10]. Μετά το θάνατο το γονιών του συναντιέται ευρύτερα με το μήνυμα της Αγίας Γραφής, της οποίας φαίνεται να είναι εξαιρετικός γνώστης, έχοντάς τη αποστηθίσει. Είναι γεγονός πως μέσα από το βίο του Αγίου Αντωνίου διασώζεται η έμφαση την προφορική παράδοση, η οποία σήμερα έχει εξαφανιστεί εξ αιτίας της αφθονίας σε χαρτί και της δυνατότητας εκτύπωσης, πράγμα που όμως δε συνέβαινε στην εποχή του. Η κοινωνία που μεγάλωσε ο Αντώνιος, είναι κοινωνία η οποία αναπτύχθηκε και άκμασε, όπως και πολλές άλλες, βασισμένες στον προφορικό λόγο[11].
Σύντομα ο Αντώνιος θέλησε να μονάσει. Εδώ πλέον βλέπουμε πως ήδη υπήρχε κάποιος κανόνας άσκησης, αφού αφενός η αδελφή του εισάγεται σε κάποιο χριστιανικό παρθεναγωγείο, αφετέρου ο ίδιος ψάχνει να βρει μονή στην έρημο για να εισαχθεί[12]. Έτσι και ξεκινά η διήγηση του βιβλίου και των δοκιμασιών του Αντωνίου, ενάντια στις διαβολικές δυνάμεις. Ο ίδιος μάλιστα αποκαλύπτει πως ο διάβολος αντιτίθεται σθεναρά τη μοναχική ζωή, φέρνοντας πολλούς λογισμούς στον άνθρωπο, ειδικά λογισμούς τρυφής του εγκόσμιου βίου. Ο Αντώνιος αναφέρει επίσης πως η πρώτη και μεγαλύτερη μάχη που δίνει ο μοναχός, ο οποίος είναι προφανές ότι δίνει κάποιο όρκο με σκοπό να μη περιπέσει σε αμαρτήματα που θα ανακόψουν την τελείωσή του, που είναι και ο μοναδικός σκοπός του, είναι τα αμαρτήματα της σαρκός. Δηλαδή οι λογισμοί λαγνείας και σεξουαλικών τάσεων, από τις οποίες είχε οικειοθελώς αυτοπαραιτηθεί. Μέχρι και ο διάβολος αναφέρει ο Αντώνιος κάποτε εμφανίστηκε ως γυναίκα για να επιτύχει το στόχο του. Ο ίδιος όμως στο έργο του μιλάει διαρκώς για τη συνεργάσιμη ενέργεια του Θεού, η οποία συνάμα με τη θέληση του ανθρώπου βοηθά τον άνθρωπο να ξεπεράσει αυτές τις δαιμονικές επιρροές. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας του βιβλίου του:
"Αυτή ήταν η πρώτη πάλη του Αντωνίου κατά του διαβόλου ή μάλλον αυτή η νίκη ήταν του Σωτήρος εν τω Αντωνίω",
φράση στην οποία συνοψίζεται κατά το Γ. Φλορόφσκι η θεμελιώδης κατανόηση της πνευματικής δοκιμασίας στην Ανατολική και Βυζαντινή ασκητική και μοναστική σκέψη[13]. Ο ίδιος όμως δε σταματά εκεί. Παρά τη νίκη αυτή, συνεχίζει σκληρότερο ασκητικό αγώνα. Σκοπός να εφαρμόσει το ευαγγελικό παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου "διὸ εὐδοκῶ ἐν ἀσθενείαις, ἐν ὕβρεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν διωγμοῖς, ἐν στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ· ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι."(Β΄ Κορινθίους 12, 10), καθώς η ψυχή του ανθρώπου τότε υγιαίνει.
Οι δοκιμασίες δε σταματούν ποτέ για τον χριστιανό. Για το Μέγα Αντώνιο η άσκηση και νήψη (σημαίνει επαγρύπνηση) είναι δεδομένα πράγματα στη μοναστική ζωή, μέχρι το τέλος του βίου. Έτσι κάποτε τα δαιμόνια, όταν πια είχε μεταφέρει τη ζωή του στον τάφο, τον ξυλοκόπησαν μέχρι θανάτου. Ο ίδιος όμως αφού ανάρρωσε επέστρεψε πίσω στο τάφο όπου εδέχθη την επίθεση, έχοντας πίστη στο Θεό, ότι πια δεν θα τον ξαναενοχλήσουν. Εκεί ακριβώς εμφανίζεται η διαλογική θεολογία της ορθόδοξης εκκλησίας. Ο Αντώνιος καθώς αναρρώνει από την επίθεση προσεύχεται και μιλά στον Κύριο, γιατί δεν εμφανίστηκε να σταματήσει του πόνους του και ο Κύριος απαντά, πως περίμενε να δει το αγώνισμά του. Και αφού άντεξε, ποτέ πια δε θα είναι μόνος. Έτσι εμφανίζεται ένας ζωντανός διάλογος, παρόμοιος με τους διαλόγους της Παλαιάς Διαθήκης, του Θεού με τον Ιωνά, με το Μωϋσή.

Συγγράμματα

Ιδιαίτερες συλλογές και συγγραμμάτων δε συνέταξε ο Μέγας Αντώνιος. Διατηρούσε όμως αλληλογραφία με μοναχούς, αυτοκράτορες κι ανθρώπους με υψηλά αξιώματα. Τα συγγράμματα αυτά γράφηκαν στην κοπτική και σήμερα δε διασώζονται[14]. Υπάρχουν όμως επιστολές που απευθύνονται σε αιγυπτιακά μοναστήρια, επιστολές πους τις αναφέρει ο Ιερώνυμος και έχουν φτάσει ως εμάς, σε ύστερες λατινικές μεταφράσεις. Η πρώτη εξ αυτών σώζεται και στα συριακά, ενώ η έβδομη στα κοπτικά, όπως και το πρώτο μέρος της πέμπτης και το τέλος της έκτης. Το κείμενο που καλείται ως κανόνας του Αγίου Αντωνίου δεν είναι γνήσιο και αποτελεί συμπίλημα διαφόρων συγγραφών. Είναι επίσης γνωστό ότι έκανε κηρύγματα και ομιλίες και παρότι πολλές του έχουν αποδοθεί, όλες είναι νόθες.

Υποσημειώσεις

  1. ΘΗΕ, σελ. 965
  2. Γ. Φλορόφσκι, Οι Βυζαντιοί..., σελ. 166
  3. ΘΗΕ, σελ. 697
  4. Γ. Φλορόφσκι, Οι Βυζαντινοί και Ασκητικοί Πατέρες, σελ. 168
  5. ΘΗΕ, ο.π.
  6. ο.π., σελ. 968
  7. ΘΗΕ, ο.π., σελ. 969
  8. Γ. Φλορόφσκι, ο.π., σελ. 179
  9. ΘΗΕ, ο.π., σελ. 972
  10. Γ. Φλορόφσκι, ο.π., σελ. 169
  11. ο.π., σελ. 171
  12. Γ. Φλορόφσκι, ο.π., σελ. 170
  13. Γ. Φλορόφσκι, ο.π., σελ. 174
  14. Γ. Φλορόφσκι, ο.π., σελ. 189

Πηγές

  • Τσολακίδης Χρήστος, "Αγιολόγιο της Ορθοδοξίας", Χ.Δ. Τσολακίδης, Αθήνα 2001.
  • Λήμμα Αντώνιος ο Μέγας, ΘΗΕ, τόμος 2ος, Αθήνα, 1962-1968.
  • Γεώργιος Φλορόφσκι, "Οι Βυζαντινοί Ασκητικοί και πνευματικοί Πατέρες", Πουρναράς, Θεσσσαλονίκη 2006.

Η προς τον Θεό αγάπη Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου

Η προς τον Θεό αγάπη

Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου
Οι ερωτευμένοι συνηθίζουν να μην κρύβουν τον έρωτά τους, αλλά να τον φανερώνουν στο περιβάλλον τους και να λένε ότι αγαπιούνται. Διότι η φύση της αγάπης είναι κάτι θερμό και η ψυχή δεν ανέχεται να την κρατάει μυστική. 
Γι’ αυτό και ο Παύλος που αγαπούσε τους Κορινθίους έλεγε: το στόμα μας είναι ανοιχτό για σας, Κορίνθιοι. Δηλαδή να στεγάσω και να κατέχω σιωπώντας την αγάπη δεν μπορώ, αλλά εσάς διαπαντός και παντού και στο μυαλό μου και στη γλώσσα μου σας περιφέρω. Έτσι και ο μακάριος Δαβίδ, που αγαπούσε τον Θεό και φλεγόταν από την αγάπη, δεν ανέχεται να σωπαίνει, αλλά άλλοτε μεν λέει: με τον τρόπο που ποθεί πολύ το ελάφι τα νερά των πηγών, έτσι ποθεί πολύ η ψυχή μου εσένα, Θεέ μου, άλλοτε δε: Θεέ μου, προς σε ορθρίζω, σε διψάει η ψυχή μου όπως η γη η άβατη και άνυνδρη και έρημη . . . Επειδή λοιπόν δεν έχει τη δυνατότητα να παραστήσει τον έρωτα με λόγο, τριγυρίζει ζητώντας υπόδειγμα, ώστε έστω και έτσι να μας φανερώσει το φίλτρο και να μας κάνει κοινωνούς του έρωτα. Ας πειστούμε λοιπόν σ’ αυτόν και ας μάθουμε έτσι να αγαπάμε.
Κι ας μη μου λέει κάποιος: και πως μπορώ να αγαπώ τον Θεό τον οποίο δεν βλέπω; Κι όμως πολλούς που δεν τους βλέπουμε τους αγαπάμε, όπως τους απόδημους φίλους μας ή τα παιδιά και τους γονείς, ή τους συγγενείς και οικείους και δεν προκύπτει κανένα εμπόδιο από το ότι δεν τους βλέπουμε αλλά αυτό κατεξοχήν φουντώνει το φίλτρο, αυξάνει τον πόθο . . . Δεν βλέπεις τον Θεό, αλλά βλέπεις τα δημιουργήματα, βλέπεις τα έργα του, ουρανό, γη και θάλασσα. Εκείνος μάλιστα που αγαπάει, έστω κι αν δει κάποιο έργο του αγαπημένου προσώπου, έστω παπούτσι, έστω ρούχο, έστω οτιδήποτε άλλο, ζεσταίνεται. Δεν βλέπεις τον Θεό, αλλά βλέπεις τους δούλους του, τους φίλους του, τους αγίους άντρες εννοώ, που έχουν παρρησία. Ασχολήσου τώρα με εκείνους και θα λάβεις παρηγοριά όχι τυχαία.
Πηγή: isagiastriados

Ἁγίου Νεκταρίου - Λόγος περὶ βλασφημίας

Ἁγίου Νεκταρίου - Λόγος περὶ βλασφημίας

Βλασφημία! Λέξη φοβερὴ, λέξη ποὺ προκαλεῖ ἀποτροπιασμό, λέξη ποὺ φανερώνει ἀσέβεια πρὸς τὸ Θεό.
Ἡ βλασφημία εἶναι ἔκφραση μίσους κατὰ τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀποτέλεσμα βρώμικης καρδιᾶς καὶ χαρακτηρίζει πονηρὴ ψυχή.
Ἡ βλασφημία προκαλεῖται ἀπὸ ἄνθρωπο ποὺ εἶναι αἰχμάλωτος στοὺς δαίμονες καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα.
Ὁ βλάσφημος ἐξουσιάζεται ἀπὸ τὸν πονηρὸ δαίμονα, εἶναι ἡ φωνὴ ποὺ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς κακίας, εἶναι ἡ ἠχὼ τοῦ Ταρτάρου.
Ὁ βλάσφημος ἀγανακτεῖ κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ βγάζει ἀπὸ τὴν πονηρὴ καρδιά του βλάσφημες ἐκφράσεις, γεμάτες χολὴ καὶ ἀσέβεια!
Ὁ βλάσφημος ἀγανακτεῖ καὶ βρίζει τὸ Θεὸ δημιουργὸ ποὺ τὸν ἔφερε στὴ ζωὴ ἀπὸ τὸ μηδέν! Ἀγανακτεῖ καὶ βρίζει Αὐτὸν ποὺ τὸν φύλαξε κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη τῆς Χάριτός Του, γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ ἡ ὕπαρξή του!
Βλασφημεῖ τὸν χορηγὸ ὅλων τῶν ἀγαθῶν, Αὐτὸν ποὺ γεμίζει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία.
Βρίζει τὸν ἀγαθὸ καὶ φιλάνθρωπο Θεὸ, ποὺ προσφέρει πλούσιες τὶς δωρεές Του ἀκόμη καὶ στὸν βλάσφημο.
Βρίζει Αὐτὸν ποὺ γεμίζει μὲ καλοσύνη ὅλο τὸν κόσμο. Βρίζει Αὐτὸν ποὺ συγκρατεῖ ὅλο τὸ σύμπαν πάνω στὸ μηδέν.
Βρίζει Αὐτὸν ποὺ ὅλη ἡ δημιουργία, ἡ ὀρατὴ καὶ ἡ ἀόρατη, τὸν σέβεται, αὐτὸν ποὺ ὅλη ἡ κτίση δοξολογεῖ.
Ὁ βλάσφημος εἶναι ἀποστάτης καὶ ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ. Ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς ἀπομακρύνθηκε ἀπ᾿ αὐτόν.
Ὁ βλάσφημος πῆγε μὲ τὴν παράταξη τοῦ διαβόλου, γιατὶ αὐτοῦ τὰ ἔργα ἀγάπησε καὶ στρατιώτης αὐτοῦ ἔγινε.
Ὁ βλάσφημος ἀγωνίζεται μὲ τὴ βοήθεια τῶν δαιμόνων ἐναντίον τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ὁ βλάσφημος ἀρνεῖται τὸ βάπτισμά του, ἀρνεῖται τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.
Ὁ βλάσφημος, ὡς μέλος τῆς κοινωνίας, εἶναι ἐπικίνδυνος, γιατὶ δὲν σέβεται τὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἀσέβεια αὐτὴ προέρχονται ὅλα τὰ κακά.
Ὁ βλάσφημος μπορεῖ νὰ παραβαίνει κάθε ἠθικὸ καὶ πολιτικὸ νόμο χωρὶς κανένα ἐνδοιασμὸ, ἀφοῦ δὲν σέβεται τὸν Θεό.
Ὁ βλάσφημος εἶναι ἐπικίνδυνος στὴν κοινωνία, γιατὶ πορώθηκε ἡ καρδιά του, ἡ δὲ πορωμένη καρδιὰ ἔχασε τὴν εὐαισθησία τῆς συνειδήσεως, αὐτὸς δὲ ποὺ ἔχασε αὐτὴ τὴν εὐαισθησία εἶναι ἱκανὸς νὰ πράξει κάθε κακούργημα.
Τοὺς βλάσφημους ἡ κοινωνία πρέπει νὰ τοὺς τιμωρεῖ γιὰ τὸ δικό της συμφέρον, διότι εἶναι μέλη σάπια καὶ ἀπειλοῦν νὰ μολύνουν ὁλόκληρη τὴν κοινωνία.
Τοὺς βλάσφημους ὀφείλει ἡ κοινωνία νὰ τιμωρεῖ, γιὰ νὰ μὴν ἐπισύρει τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐναντίον της.
Ποιὸς μπορεῖ νὰ ἐγγυηθεῖ γιὰ τὸν ἠθικὸ χαρακτῆρα τοῦ βλάσφημου, ποιὸς μπορεῖ νὰ στηρίξει τὶς ἐλπίδες του ἢ νὰ στηρίξει τὴν ἐμπιστοσύνη του σ᾿ αὐτόν; Πῶς αὐτὸς ποῦ βλασφημεῖ τὰ ἱερὰ πρόσωπα θὰ σεβαστεῖ τὰ ἀνθρώπινα; Πῶς μπορεῖ νὰ ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον πρὸς τὴν κοινωνία, ὅταν γιὰ τὸ ὕψιστο τῶν καθηκόντων του πρὸς τὸ Θεὸ ἀσεβεῖ;
Ὁ βλάσφημος εἶναι στερημένος κάθε ἀρετῆς καὶ εἶναι αἰχμάλωτος κάθε πάθους.
Πῶς μπορεῖ ὁ βλάσφημος νὰ εἶναι τίμιος ἐπαγγελματίας, τίμιος ἐργάτης, ὅταν συμπεριφέρεται ἄτιμα καὶ ἀχάριστα πρὸς τὸ Θεό;
Πῶς μπορεῖ νὰ γίνει καλὸς καὶ χρήσιμος φίλος;
Πῶς μπορεῖ ὁ βλάσφημος νὰ εἶναι συνεπὴς στὶς συναλλαγές του, ὅταν δὲν σέβεται τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ Θεό μας;
Πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι καλὸς συνέταιρος ὅταν κανένα δὲν σέβεται;
Τὸν βλάσφημο πρέπει νὰ τὸν ἀποφεύγουμε ὡς ἐπικίνδυνο καὶ γιὰ μᾶς καὶ γιὰ τὴν οἰκογένειά μας.
Ὁ βλάσφημος εἶναι κακὸς γιός. Ὡς ἀχάριστος πρὸς τὸ Θεὸ πῶς μπορεῖ νὰ εἶναι εὐγνώμων πρὸς τοὺς γονεῖς του; Τοῦ βλάσφημους γιοὺς οἱ γονεῖς ὀφείλουν νὰ τοὺς διώχνουν ἀπὸ τὰ σπίτια τους γιὰ νὰ μὴν ἔλθει ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ πάνω τους.
Ὁ βλάσφημος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι καλὸς σύζυγος, οὔτε καλὸς πατέρας καὶ κάποια στιγμὴ θὰ ξεσπάσει πάνω τοῦ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Φύγετε μακριὰ ἀπὸ τοὺς βλάσφημους.
Γιὰ τοὺς βλάσφημους ὁ Θεὸς διατάσσει στὴν Ἁγία Γραφὴ (Λευ.24,16) νὰ λιθοβολοῦνται. Θεία ἀπόφαση, ἄρα καὶ δίκαια, διότι ὁ πρὸς τὸν Θεὸς ἀσεβὴς εἶναι ἀσεβέστερος τῶν ἀσεβέστερων. Αὐτὸς ποὺ συμπεριφέρεται μὲ ἀσέβεια πρὸς τὸ Θεὸ δὲν θὰ εἶναι καὶ πρὸς τοὺς συνανθρώπους του ἀσεβής;
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς προτρέπει οὔτε ἕνας λόγος ἀργὸς νὰ μὴ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα μας, γιατὶ θὰ δώσουμε λόγο τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως.
Ἐὰν λοιπὸν θὰ ζητηθοῦν εὐθύνες γιὰ ἕνα λόγο ἀργό, ποῦ μπορεῖ νὰ κρυφθεῖ ὁ βλάσφημος; Στὸν οὐρανό, ἀλλ᾿ ὁ Οὐρανὸς εἶναι θρόνος τοῦ Θεοῦ. Στὸν Ἅδη; Ναί, στὰ Τάρταρα τοῦ Ἅδη! Γιατί, λέγει ὁ Κύριος, αὐτὸς ποὺ ὀργίζεται κατὰ τοῦ πλησίον του εἶναι ἔνοχος στὴ γενεὰ τοῦ πυρὸς καὶ ἐὰν τέτοια εὐθύνη ἔχει ὁ κατὰ τοῦ πλησίον ὀργισθείς, ποιὰ εὐθύνη θὰ ἔχει ὁ κατὰ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας βλασφήμων;
Οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦν τὸν βλάσφημο χειρότερο καὶ ἀπὸ τὸν δαίμονα, γιατὶ ὁ μὲν σατανᾶς ἀκούγοντας τὸ ὄνομα, τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα, τὸ Θεῖον τοῦ Θεοῦ ὄνομα, φρίττει καὶ τρέμει, ὁ δὲ βλάσφημος μὲ ἀχαριστία καὶ ἀσέβεια Αὐτὸν βλασφημεῖ.
Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει περὶ τῶν βλασφήμων αὐτό: Αὐτὸς ποὺ ἁμαρτάνει παραβαίνει τὸ Νόμο, ὁ δὲ βλάσφημος ἀσεβεῖ στὴν Θεότητα. Ἐὰν ὁ παραβάτης τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ κολάζεται, πόσον μᾶλλον ὁ βλάσφημος ποὺ βρίζει τὸν Νομοθέτη;
Τελειώνοντας, σᾶς παρακαλῶ νὰ βοηθήσετε τοὺς βλάσφημους νὰ μετανοήσουν, νὰ πλησιάσουν στὸ ἱερὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως καὶ νὰ ζητήσουν τὸ ἔλεος καὶ τὴν συγγνώμη τοῦ ἁγίου Θεοῦ καὶ νὰ σταματήσουν τὸ βρόμικο αὐτὸ πάθος, διαφορετικὰ ἀπομακρυνθεῖτε ἀπὸ κοντά τους, ὅπως φεύγετε μακριὰ ἀπὸ μία ὀχιά, μήπως καὶ διορθωθοῦν, πρᾶγμα ποὺ εὔχομαι.
Πηγή: ~nektar

Ἐπιλεγμένα κείμενα Ἁγίου Ἀθανασίου

Ἐπιλεγμένα κείμενα Ἁγίου Ἀθανασίου

Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μέγας
Μέσα στὰ πάντα καὶ ἔξω ἀπὸ ὅλα 
ΑΠΑΞ εἰς αἰσθητὰ πεσούσης τῆς διανοίας τῶν ἀνθρώπων͵ ὑπέβαλεν ἑαυτὸν διὰ σώματος φανῆναι ὁ Λόγος͵ ἵνα μετενέγκῃ εἰς ἑαυτὸν ὡς ἄνθρωπον τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰς αἰσθήσεις αὐτῶν εἰς ἑαυτὸν ἀποκλίνῃ καὶ λοιπὸν ἐκείνους ὡς ἄνθρωπον αὐτὸν ὁρῶντας͵ δι΄ ὧν ἐργάζεται ἔργων πείσῃ μὴ εἶναι ἑαυτὸν ἄνθρωπον μόνον͵ ἀλλὰ καὶ Θεὸν καὶ Θεοῦ ἀληθινοῦ Λόγον καὶ Σοφίαν.
Τοῦτο δὲ καὶ ὁ Παῦλος βουλόμενος σημᾶναί φησιν· Ἐν ἀγάπῃ ἐρριζωμένοι καὶ τεθεμελιωμένοι͵ ἵνα ἐξισχύσητε καταλαβέσθαι σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ ὕψος καὶ βάθος͵ γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, ἵνα πληρωθῆτε εἰς πᾶν τὸ πλήρωμα τοῦ Θεοῦ. Πανταχοῦ γὰρ τοῦ Λόγου ἑαυτὸν ἁπλώσαντος͵ καὶ ἄνω καὶ κάτω καὶ εἰς τὸ βάθος καὶ εἰς τὸ πλάτος - ἄνω μὲν εἰς τὴν κτίσιν͵ κάτω δὲ εἰς τὴν ἐνανθρώπησιν͵ εἰς βάθος δὲ εἰς τὸν ᾅδην͵ εἰς πλάτος δὲ εἰς τὸν κόσμον - τὰ πάντα τῆς περὶ Θεοῦ γνώσεως πεπλήρωται. ... Οὐ γὰρ δὴ περικεκλεισμένος ἦν ἐν τῷ σώματι· οὐδὲ ἐν σώματι μὲν ἦν͵ ἀλλαχόσε δὲ οὐκ ἦν. Οὐδὲ ἐκεῖνο μὲν ἐκίνει͵ τὰ ὅλα δὲ τῆς τούτου ἐνεργείας καὶ προνοίας κεκένωτο· ἀλλὰ τὸ παραδοξότατον͵ Λόγος ὤν͵ οὐ συνείχετο μὲν ὑπό τινος, συνεῖχε δὲ τὰ πάντα μᾶλλον αὐτός. Καὶ ὥσπερ ἐν πάσῃ τῇ κτίσει ὤν͵ ἐκτὸς μέν ἐστι τοῦ παντὸς κατ΄ οὐσίαν͵ ἐν πᾶσι δέ ἐστι ταῖς ἑαυτοῦ δυνάμεσι τὰ πάντα διακοσμῶν καὶ εἰς πάντα ἐν πᾶσι τὴν ἑαυτοῦ πρόνοιαν ἐφαπλῶν καὶ ἕκαστον καὶ πάντα ὁμοῦ ζωοποιῶν͵ περιέχων τὰ ὅλα καὶ μὴ περιεχόμενος͵ ἀλλ΄ ἐν μόνῳ τῷ ἑαυτοῦ Πατρὶ ὅλος ὢν κατὰ πάντα. Οὕτως καὶ ἐν τῷ ἀνθρωπίνῳ σώματι ὢν καὶ αὐτὸς αὐτὸ ζωοποιῶν͵ εἰκότως ἐζωοποίει καὶ τὰ ὅλα καὶ ἐν τοῖς πᾶσιν ἐγίνετο͵ καὶ ἔξω τῶν ὅλων ἦν. Καὶ ἀπὸ τοῦ σώματος δὲ διὰ τῶν ἔργων γνωριζόμενος͵ οὐκ ἀφανὴς ἦν καὶ ἀπὸ τῆς τῶν ὅλων ἐνεργείας. Ψυχῆς μὲν οὖν ἔργον ἐστὶ θεωρεῖν μὲν καὶ τὰ ἔξω τοῦ ἰδίου σώματος τοῖς λογισμοῖς͵ οὐ μὴν καὶ ἔξωθεν τοῦ ἰδίου σώματος ἐνεργεῖν ἢ τὰ τούτου μακρὰν τῇ παρουσίᾳ κινεῖν. Οὐδέποτε γοῦν ἄνθρωπος διανοούμενος τὰ μακρὰν ἤδη καὶ ταῦτα κινεῖ καὶ μεταφέρει· οὐδὲ εἰ ἐπὶ τῆς ἰδίας οἰκίας καθέζοιτό τις καὶ λογίζοιτο τὰ ἐν οὐρανῷ͵ ἤδη καὶ τὸν ἥλιον κινεῖ͵ καὶ τὸν οὐρανὸν περιστρέφει. Ἀλλ΄ ὁρᾷ μὲν αὐτὰ κινούμενα καὶ γεγονότα͵ οὐ μὴν ὥστε ἐργάζεσθαι αὐτὰ δυνατὸς τυγχάνει. Οὐ δὴ τοιοῦτος ἦν ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος ἐν τῷ ἀνθρώπῳ· οὐ γὰρ συνεδέδετο τῷ σώματι͵ ἀλλὰ μᾶλλον αὐτὸς ἐκράτει τοῦτο͵ ὥστε καὶ ἐν τούτῳ ἦν καὶ ἐν τοῖς πᾶσιν ἐτύγχανε καὶ ἔξω τῶν ὄντων ἦν͵ καὶ ἐν μόνῳ τῷ Πατρὶ ἀνεπαύετο.
Ἐξάπλωσε τὶς δυνάμεις Του παντοῦ
ΕΙ ΜΕΝ ἄλογος ἦν ἡ τῆς κτίσεως κίνησις͵ καὶ ἁπλῶς ἐφέρετο τὸ πᾶν, καλῶς ἄν τις καὶ τοῖς λεγομένοις ἠπίστησεν· εἰ δὲ λόγῳ καὶ σοφίᾳ καὶ ἐπιστήμῃ συνέστηκε καὶ παντὶ κόσμῳ διακεκόσμηται͵ ἀνάγκη τὸν ἐπικείμενον καὶ διακοσμήσαντα τοῦτον οὐκ ἄλλον τινὰ ἢ Λόγον εἶναι τοῦ Θεοῦ. Λόγον δέ φημι οὐ τὸν ἐν ἑκάστῳ τῶν γενομένων συμπεπλεγμένον καὶ συμπεφυκότα͵ ὃν δὴ καὶ σπερματικόν τινες εἰώθασι καλεῖν͵ ἄψυχον ὄντα καὶ μηδὲν λογιζόμενον μήτε νοοῦντα͵ ἀλλὰ τῇ ἔξωθεν τέχνῃ μόνον ἐνεργοῦντα κατὰ τὴν τοῦ ἐπιβάλλοντος αὐτὸν ἐπιστήμην· οὐδὲ οἷον ἔχει τὸ λογικὸν γένος λόγον τὸν ἐκ συλλαβῶν συγκείμενον͵ καὶ ἐν ἀέρι σημαινόμενον, ἀλλὰ τὸν τοῦ ἀγαθοῦ καὶ Θεοῦ τῶν ὅλων ζῶντα καὶ ἐνεργῆ Θεὸν αὐτολόγον λέγω͵ ὃς ἄλλος μὲν ἔστι τῶν γενητῶν καὶ πάσης τῆς κτίσεως͵ ἴδιος δὲ καὶ μόνος τοῦ ἀγαθοῦ Πατρὸς ὑπάρχει Λόγος͵ ὃς τόδε τὸ πᾶν διεκόσμησε καὶ φωτίζει τῇ ἑαυτοῦ προνοίᾳ. Ἀγαθοῦ γὰρ Πατρὸς ἀγαθὸς Λόγος ὑπάρχων͵ αὐτὸς τὴν τῶν πάντων διεκόσμησε διάταξιν͵ τὰ μὲν ἐναντία τοῖς ἐναντίοις συνάπτων͵ ἐκ τούτων δὲ μίαν διακοσμῶν ἁρμονίαν. Οὗτος͵ Θεοῦ δύναμις καὶ Θεοῦ σοφία ὤν͵ οὐρανὸν μὲν περιστρέφει͵ γῆν δὲ ἀναρτήσας͵ καὶ ἐπὶ μηδενὸς κειμένην τῷ ἰδίῳ νεύματι ἥδρασε. Τούτῳ φωτιζόμενος ἥλιος τὴν οἰκουμένην καταυγάζει καὶ σελήνη μεμετρημένον ἔχει τὸ φῶς. Διὰ τοῦτον καὶ τὸ ὕδωρ ἐπὶ νεφελῶν κρεμᾶται καὶ ὑετοὶ τὴν γῆν ἐπικλύζουσι καὶ ἡ μὲν θάλαττα περιορίζεται͵ ἡ δὲ γῆ παντοίοις φυτοῖς κομᾷ καὶ χλοηφορεῖ. Καὶ εἴ τις ἄπιστος ζητοίη περὶ τῶν λεγομένων͵ εἰ ὅλως ἐστὶ Λόγος Θεοῦ͵ μαίνοιτο μὲν ὁ τοιοῦτος ἀμφιβάλλων περὶ Λόγου Θεοῦ, ἔχει δὲ ὅμως ἐκ τῶν ὁρωμένων τὴν ἀπόδειξιν͵ ὅτι πάντα Λόγῳ Θεοῦ καὶ Σοφίᾳ συνέστηκε καὶ οὐκ ἂν ἡδράσθη τι τῶν γενομένων͵ εἰ μὴ Λόγῳ ἐγεγόνει καὶ Λόγῳ τῷ θείῳ͵ καθάπερ ἐλέχθη. 
Ὁ Ἀδὰμ δὲν δημιουργήθηκε γιὰ νὰ ἐργάζεται
ΤΑ γινόμενα καὶ κτιζόμενα προηγουμένως ἕνεκα τοῦ εἶναι καὶ τοῦ ὑπάρχειν πεποίηται͵ καὶ δεύτερον ἔχουσι τὸ ποιεῖν͵ περὶ ὧν ἂν αὐτοῖς ὁ Λόγος προστάττῃ͵ ὡς ἐπὶ πάντων ἔστιν ἰδεῖν τὸ τοιοῦτον. Ἀδὰμ γὰρ ἐκτίσθη οὐχ ἵνα ἐργάζηται͵ ἀλλ΄ ἵνα πρῶτον ὑπάρχῃ ἄνθρωπος· μετὰ ταῦτα γὰρ ἔλαβε τὴν ἐντολὴν τοῦ ἐργάζεσθαι. Νῶε δὲ ἐκτίσθη οὐ διὰ τὴν κιβωτὸν ἀλλ΄ ἵνα πρῶτον ὑπάρχῃ καὶ ἄνθρωπος γένηται· μετὰ ταῦτα γὰρ ἔλαβεν ἐντολὴν κατασκευάσαι τὴν κιβωτόν· καὶ ἐφ΄ ἑκάστου δὲ ζητῶν ταῦτα εὕροι τις. Καὶ γὰρ καὶ Μωϋσῆς ὁ μέγας πρῶτον ἄνθρωπος γέγονε͵ καὶ δεύτερον τὴν ἡγεμονίαν τοῦ λαοῦ πεπίστευται. Οὐκοῦν καὶ ἐνταῦθα τοῦτο νοεῖν ἔξεστιν· ὁρᾷς γὰρ ὅτι οὐκ εἰς τὸ εἶναι κτίζεται͵ ἀλλ΄ ἐν ἀρχῇ μὲν ἦν ὁ λόγος͵ μετὰ ταῦτα δὲ εἰς τὰ ἔργα πέμπεται καὶ τὴν τούτων οἰκονομίαν· καὶ γὰρ πρὶν γενέσθαι τὰ ἔργα͵ ἦν μὲν ἀεὶ ὁ Υἱὸς οὔπω δὲ χρεία ἦν αὐτὸν καὶ κτισθῆναι. Ὅτε δὲ ἐκτίσθη τὰ ἔργα καὶ χρεία μετὰ ταῦτα γέγονε τῆς εἰς διόρθωσιν αὐτῶν οἰκονομίας· τότε δὴ καὶ ὁ Λόγος δέδωκεν ἑαυτὸν εἰς τὸ συγκαταβῆναι καὶ ὁμοιωθῆναι τοῖς ἔργοις· ὅπερ διὰ μὲν τῆς ἔκτισε λέξεως͵ ἡμῖν δεδήλωκε͵ διὰ δὲ τοῦ προφήτου Ἡσαΐου τὸ ὅμοιον σημᾶναι θέλων͵ πάλιν λέγει· Καὶ νῦν οὕτω λέγει Κύριος͵ ὁ πλάσας με ἐκ κοιλίας δοῦλον ἑαυτῷ͵ τοῦ συναγαγεῖν τὸν Ἰακὼβ πρὸς αὐτὸν καὶ Ἰσραήλ· συναχθήσομαι καὶ δοξασθήσομαι ἐναντίον Κυρίου. Ἰδοὺ καὶ ἐνταῦθα οὐκ εἰς τὸ εἶναι πλάττεται͵ ἀλλ΄ ἕνεκα τοῦ συναγαγεῖν τὰς φυλάς͵ τὰς καὶ πρὸ τοῦ πλασθῆναι τοῦτον ὑπαρχούσας. Ὥσπερ γὰρ ἐκεῖ τὸ ἔκτισεν͵ οὕτως ὧδε τὸ ἔπλασε· καὶ ὡς ἐκεῖ͵ εἰς τὰ ἔργα͵ οὕτως ὧδε͵ εἰς τὸ συναγαγεῖν· ὥστε πανταχόθεν φαίνεσθαι τοῦ εἶναι τὸν Λόγον δεύτερον λέγεσθαι τὸ ἔκτισε καὶ τὸ ἔπλασε. Καὶ γὰρ ὥσπερ πρὸ τῆς πλάσεως ὑπῆρχον αἱ φυλαὶ δι΄ ἃς καὶ ἐπλάσθη, οὕτως ὑπάρχειν καὶ τὰ ἔργα φαίνεται͵ εἰς ἃ καὶ ἐκτίσθη. Καὶ ὅτε μὲν ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος͵ οὔπω ἦν τὰ ἔργα͵ καθὰ προεῖπον· ὅτε δὲ τὰ ἔργα γέγονε καὶ ἡ χρεία ἀπῄτησε͵ τότε τὸ ἔκτισεν εἴρηται.
Πῶς ἔγινε στὴν ἀρχὴ ὁ ἄνθρωπος
Ο ΜΕΝ τοῦ παντὸς δημιουργὸς καὶ παμβασιλεὺς Θεός͵ ὁ ὑπερέκεινα πάσης οὐσίας καὶ ἀνθρωπίνης ἐπινοίας ὑπάρχων͵ ἅτε δὴ ἀγαθὸς καὶ ὑπέρκαλος ὤν͵ διὰ τοῦ ἰδίου Λόγου τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸ ἀνθρώπινον γένος κατ΄ ἰδίαν εἰκόνα πεποίηκε· καὶ τῶν ὄντων αὐτὸν [τὸν ἄνθρωπον] θεωρητὴν καὶ ἐπιστήμονα διὰ τῆς πρὸς αὐτὸν ὁμοιώσεως κατεσκεύασε, δοὺς αὐτῷ καὶ τῆς ἰδίας ἀϊδιότητος ἔννοιαν καὶ γνῶσιν͵ ἵνα͵ τὴν ταυτότητα σώζων, μήτε τῆς περὶ Θεοῦ φαντασίας ποτὲ ἀποστῇ͵ μήτε τῆς τῶν ἁγίων συζήσεως ἀποπηδήσῃ͵ ἀλλ΄ ἔχων τὴν τοῦ δεδωκότος χάριν͵ ἔχων καὶ τὴν ἰδίαν ἐκ τοῦ πατρικοῦ Λόγου δύναμιν͵ ἀγάλληται καὶ συνομιλῇ τῷ Θείῳ͵ ζῶν τὸν ἀπήμονα καὶ μακάριον ὄντως ἀθάνατον βίον. Οὐδὲν γὰρ ἔχων ἐμπόδιον εἰς τὴν περὶ τοῦ Θείου γνῶσιν͵ θεωρεῖ μὲν ἀεὶ διὰ τῆς αὐτοῦ καθαρότητος τὴν τοῦ Πατρὸς εἰκόνα͵ τὸν Θεὸν Λόγον, οὗ καὶ κατ΄ εἰκόνα γέγονεν· ὑπερεκπλήττεται δὲ κατανοῶν τὴν δι΄ αὐτοῦ εἰς τὸ πᾶν πρόνοιαν͵ ὑπεράνω μὲν τῶν αἰσθητῶν καὶ πάσης σωματικῆς φαντασίας γινόμενος͵ πρὸς δὲ τὰ ἐν οὐρανοῖς θεῖα νοητὰ τῇ δυνάμει τοῦ νοῦ συναπτόμενος. Ὅτε γὰρ οὐ συνομιλεῖ τοῖς σώμασιν ὁ νοῦς ὁ τῶν ἀνθρώπων͵ οὐδέ τι τῆς ἐκ τούτων ἐπιθυμίας μεμιγμένον ἔξωθεν ἔχει͵ ἀλλ΄ ὅλος ἐστὶν ἄνω ἑαυτῷ συνὼν ὡς γέγονεν ἐξ ἀρχῆς, τότε δή͵ τὰ αἰσθητὰ καὶ πάντα τὰ ἀνθρώπινα διαβάς͵ ἄνω μετάρσιος γίνεται͵ καὶ τὸν Λόγον ἰδών͵ ὁρᾷ ἐν αὐτῷ καὶ τὸν τοῦ Λόγου Πατέρα͵ ἡδόμενος ἐπὶ τῇ τούτου θεωρίᾳ καὶ ἀνακαινούμενος ἐπὶ τῷ πρὸς τοῦτον πόθῳ. Ὥσπερ οὖν τὸν πρῶτον τῶν ἀνθρώπων γενόμενον͵ ὃς καὶ κατὰ τὴν Ἑβραίων γλῶτταν Ἀδὰμ ὠνομάσθη͵ λέγουσιν αἱ ἱεραὶ Γραφαὶ κατὰ τὴν ἀρχὴν ἀνεπαισχύντῳ παρρησίᾳ τὸν νοῦν ἐσχηκέναι πρὸς τὸν Θεὸν καὶ συνδιαιτᾶσθαι τοῖς ἁγίοις ἐν τῇ τῶν νοητῶν θεωρίᾳ͵ ἣν εἶχεν ἐν ἐκείνῳ τῷ τόπῳ͵ ὃν καὶ ὁ ἅγιος Μωϋσῆς τροπικῶς παράδεισον ὠνόμασεν. Ἱκανὴ δὲ ἡ τῆς ψυχῆς καθαρότης ἐστὶ καὶ τὸν Θεὸν δι΄ ἑαυτῆς κατοπτρίζεσθαι͵ καθάπερ καὶ ὁ Κύριός φησι· Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ͵ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται.
Ἔμαθε νὰ φονεύει καὶ νὰ ἀδικεῖ
ΚΑΚΕΙΝΟΣ [ὁ πρωτόπλαστος]͵ ἕως μὲν τὸν νοῦν εἶχε πρὸς τὸ Θεὸν καὶ τὴν τούτου θεωρίαν͵ ἀπεστρέφετο τὴν πρὸς τὸ σῶμα θεωρίαν· ὅτε δὲ συμβουλίᾳ τοῦ ὄφεως ἀπέστη μὲν τῆς πρὸς τὸν Θεὸν διανοίας͵ ἑαυτὸν δὲ κατανοεῖν ἤρξατο͵ τηνικαῦτα καὶ εἰς ἐπιθυμίαν τοῦ σώματος ἔπεσαν καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν καὶ γνόντες ᾐσχύνθησαν. Ἔγνωσαν δὲ ἑαυτοὺς γυμνοὺς οὐ τοσοῦτον ἀπὸ ἐνδύματος͵ ἀλλ΄ ὅτι γυμνοὶ τῆς τῶν θείων θεωρίας γεγόνασι καὶ πρὸς τὰ ἐναντία τὴν διάνοιαν μετήνεγκαν. Ἀποστάντες γὰρ τῆς πρὸς τὸν ἕνα καὶ ὄντα͵ Θεὸν λέγω͵ κατανοήσεως καὶ τοῦ πρὸς αὐτὸν πόθου͵ λοιπὸν εἰς διαφόρους καὶ εἰς τὰς κατὰ μέρος ἐπιθυμίας ἐνέβησαν τοῦ σώματος. Εἶτα͵ οἷα φιλεῖ γίνεσθαι͵ ἑκάστου καὶ πολλῶν ἐπιθυμίαν λαβόντες͵ ἤρξαντο καὶ τὴν πρὸς αὐτὰς σχέσιν ἔχειν· ὥστε καὶ φοβεῖσθαι ταύτας καταλεῖψαι. Ὅθεν δὴ καὶ δειλίαι καὶ φόβοι καὶ ἡδοναὶ καὶ θνητὰ φρονεῖν τῇ ψυχῇ προσγέγονεν. Οὐ θέλουσα γὰρ ἀποστῆναι τῶν ἐπιθυμιῶν φοβεῖται τὸν θάνατον καὶ τὸν χωρισμὸν τοῦ σώματος. Ἐπιθυμοῦσα δὲ πάλιν καὶ μὴ τυγχάνουσα τῶν ὁμοίων, ἔμαθε φονεύειν καὶ ἀδικεῖν.
Διάβολος
ΕΚΡΟΥΣΕ ποτέ τις ἐν τῷ μοναστηρίῳ τὴν ἐμὴν θύραν καὶ ἐξελθὼν͵ εἶδόν τινα μακρὸν καὶ ὑψηλὸν φαινόμενον. Εἶτα πυθομένου μου· Σὺ τίς εἶ; ἔφη· Ἐγώ εἰμι ὁ Σατανᾶς. Εἶτα λέγοντός μου· Τί οὖν ἐνταῦθα πάρει; ἔλεγεν ἐκεῖνος· Τί μέμφονταί με μάτην οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ ἄλλοι πάντες Χριστιανοί; Τί μοι καταρῶνται καθ΄ ὥραν; Ἐμοῦ δὲ εἰπόντος· Τί γὰρ αὐτοῖς ἐνοχλεῖς; ἔφη· Οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ὁ ἐνοχλῶν αὐτοῖς͵ ἀλλ΄ αὐτοὶ ταράττουσιν ἑαυτούς· ἐγὼ γὰρ ἀσθενὴς γέγονα. Οὐκ ἀνέγνωσαν͵ ὅτι Τοῦ ἐχθροῦ ἐξέλιπον αἱ ῥομφαῖαι εἰς τέλος καὶ πόλεις καθεῖλες; οὐκ ἔτι τόπον ἔχω͵ οὐ βέλος͵ οὐ πόλιν. Πανταχοῦ Χριστιανοὶ γεγόνασι, λοιπὸν καὶ ἡ ἔρημος πεπλήρωται μοναχῶν. Ἑαυτοὺς τηρείτωσαν καὶ μὴ μάτην με καταράσθωσαν. Τότε θαυμάσας ἐγὼ τοῦ Κυρίου τὴν χάριν͵ εἶπον πρὸς αὐτόν· Ἀεὶ ψεύστης ὢν καὶ μηδέποτε λέγων ἀλήθειαν͵ ὅμως τοῦτο νῦν καὶ μὴ θέλων εἴρηκας ἀληθές· ὁ γὰρ Χριστὸς͵ ἐλθὼν͵ ἀσθενῆ σε πεποίηκε καὶ καταβαλὼν ἐγύμνωσεν. Ἐκεῖνος͵ ἀκούσας τὸ τοῦ Σωτῆρος ὄνομα καὶ μὴ φέρων τὴν ἐκ τούτου καῦσιν͵ ἀφανὴς γέγονεν. Εἰ τοίνυν καὶ αὐτὸς ὁ διάβολος ὁμολογεῖ μηδὲν δύνασθαι͵ ὀφείλομεν παντελῶς καταφρονεῖν αὐτοῦ τε καὶ τῶν δαιμόνων αὐτοῦ. Ὁ μὲν οὖν ἐχθρὸς μετὰ τῶν ἑαυτοῦ κυνῶν τοσαύτας ἔχει τὰς πανουργίας· ἡμεῖς δὲ͵ μαθόντες αὐτῶν τὴν ἀσθένειαν͵ καταφρονεῖν αὐτῶν δυνάμεθα. Τοῦτον οὖν τὸν τρόπον μὴ προκαταπίπτωμεν τῇ διανοίᾳ͵ μηδὲ λογιζώμεθα ἐν τῇ ψυχῇ δειλίας͵ μηδὲ ἀναπλάττωμεν ἑαυτοῖς φόβους͵ λέγοντες· Μὴ ἄρα δαίμων ἐλθὼν ἀνατρέψῃ με· μὴ ἄρα βαστάξας καταβάλῃ͵ ἢ ἐξαίφνης ἐπιστὰς ἐκταράξῃ. Μηδ΄ ὅλως ἐνθυμώμεθα τοιαῦτα͵ μηδὲ λυπώμεθα ὡς ἀπολλύμενοι· θαῤῥῶμεν δὲ μᾶλλον καὶ χαίρωμεν ἀεὶ͵ ὡς σωζόμενοι, καὶ λογιζώμεθα τῇ ψυχῇ͵ ὅτι Κύριος μεθ΄ ἡμῶν ἐστιν͵ ὁ τροπώσας καὶ καταργήσας αὐτούς. Καὶ διανοώμεθα δὲ καὶ ἐνθυμώμεθα ἀεί͵ ὅτι͵ ὄντος τοῦ Κυρίου μεθ΄ ἡμῶν͵ οὐδὲν ἡμῖν οἱ ἐχθροὶ ποιήσουσιν. 
Ἡ ψυχὴ γίνεται δρόμος γιὰ τὸν ἑαυτό της
ΟΤΙ καὶ ἀθάνατος γέγονεν ἡ ψυχή͵ καὶ τοῦτο ἀναγκαῖον εἰδέναι ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ διδασκαλίᾳ πρὸς ἔλεγχον τῆς τῶν εἰδώλων ἀναιρέσεως. Γένοιτο δ΄ ἂν οὖν ἡ περὶ τούτων γνῶσις ἐγγυτέρω μᾶλλον ἐκ τῆς περὶ τοῦ σώματος γνώσεως καὶ ἐκ τοῦ πρὸς τὸ σῶμα διαλλάττειν αὐτήν. Εἰ γὰρ ἄλλην αὐτὴν ὁ λόγος ἀπέδειξε παρὰ τὸ σῶμα͵ ἔστι δὲ τὸ σῶμα φύσει θνητόν, ἀνάγκη τὴν ψυχὴν ἀθάνατον εἶναι͵ τῷ μὴ εἶναι κατὰ τὸ σῶμα. Καὶ πάλιν εἰ ἡ ψυχὴ τὸ σῶμα κινεῖ͵ ὡς δέδεικται͵ καὶ οὐχὶ ὑπὸ ἄλλων αὐτὴ κινεῖται͵ ἀκόλουθόν ἐστιν ὑφ΄ ἑαυτῆς κινουμένην τὴν ψυχήν͵ καὶ μετὰ τὴν εἰς γῆν ἀπόθεσιν τοῦ σώματος κινεῖσθαι πάλιν αὐτὴν ἀφ΄ ἑαυτῆς. Οὐ γὰρ ἡ ψυχή ἐστιν ἡ ἀποθνήσκουσα, ἀλλὰ διὰ τὴν ταύτης ἀναχώρησιν ἀποθνήσκει τὸ σῶμα. Εἰ μὲν οὖν καὶ αὕτη ὑπὸ τοῦ σώματος ἐκινεῖτο͵ ἀκόλουθον ἦν͵ ἀναχωροῦντος τοῦ κινοῦντος ἀποθνήσκειν αὐτήν· εἰ δὲ ἡ ψυχὴ κινεῖ καὶ τὸ σῶμα͵ ἀνάγκη μᾶλλον αὐτὴν ἑαυτὴν κινεῖν. Ἑαυτῇ δὲ κινουμένη͵ ἐξ ἀνάγκης καὶ μετὰ τὸν τοῦ σώματος θάνατον ζῇ. Ἡ γὰρ κίνησις τῆς ψυχῆς οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν ἢ ἡ ζωὴ αὐτῆς· ὥσπερ ἀμέλει καὶ τὸ σῶμα τότε ζῇν λέγομεν ὅτε κινεῖται καὶ τότε θάνατον αὐτοῦ εἶναι ὅτε τῆς κινήσεως παύεται. Τοῦτο δὲ καὶ ἀπὸ τῆς ἐν σώματι καθάπαξ ἐνεργείας αὐτῆς φανερώτερον ἄν τις ἴδοι. 
Ἐνανθρώπηση
ΩΣΠΕΡ ταῖς ἑαυτοῦ δυνάμεσιν ὅλος ἐν ἑκάστῳ καὶ πᾶσιν ἐπιβαίνων καὶ πάντα διακοσμῶν ἀφθόνως͵ εἰ ἤθελε͵ διὰ ἡλίου ἢ σελήνης ἢ οὐρανοῦ ἢ γῆς ἢ ὑδάτων ἢ πυρὸς οὐκ ἄν τις ἀτόπως αὐτὸν φωνῇ χρήσασθαι καὶ γνωρίσαι ἑαυτὸν καὶ τὸν αὐτοῦ Πατέρα ἔφησε πεποιηκέναι, ἅπαξ πάντα αὐτοῦ συνέχοντος καὶ μετὰ πάντων καὶ ἐν αὐτῷ τῷ μέρει τυγχάνοντος καὶ ἀοράτως ἑαυτὸν δεικνύντος· οὕτως οὐκ ἄτοπον ἂν εἴη διακοσμοῦντα αὐτὸν τὰ πάντα καὶ τὰ ὅλα ζωοποιοῦντα καὶ θελήσαντα δι΄ ἀνθρώπων γνωρίσαι͵ εἰ ὀργάνῳ κέχρηται ἀνθρώπου σώματι πρὸς φανέρωσιν ἀληθείας καὶ γνῶσιν τοῦ Πατρός. Μέρος γὰρ τοῦ ὅλου καὶ ἡ ἀνθρωπότης τυγχάνει. Καὶ ὥσπερ ὁ νοῦς δι΄ ὅλου τοῦ ἀνθρώπου ὤν͵ ἀπὸ μέρους τοῦ σώματος͵ τῆς γλώττης λέγω͵ σημαίνεται͵ καὶ οὐ δήπου τις ἐλαττοῦσθαι τὴν οὐσίαν τοῦ νοῦ διὰ τοῦτο λέγει, οὕτως ὁ Λόγος͵ διὰ πάντων ὤν͵ εἰ ἀνθρωπίνῳ κέχρηται ὀργάνῳ͵ οὐκ ἀπρεπὲς ἂν φαίνοιτο τοῦτο. Εἰ γάρ͵ ὡς προεῖπον͵ ἀπρεπὲς ὀργάνῳ χρήσασθαι σώματι͵ ἀπρεπὲς καὶ ἐν τῷ ὅλῳ αὐτὸν εἶναι. Διατί οὖν͵ ἐὰν λέγωσιν͵ οὐχὶ δι΄ ἄλλων μερῶν καλλιόνων τῆς κτίσεως ἐφάνη͵ καὶ καλλίονι ὀργάνῳ οἷον ἡλίῳ ἢ σελήνῃ ἢ ἄστροις ἢ πυρὶ ἢ αἰθέρι οὐ κέχρηται͵ ἀλλὰ ἀνθρώπῳ μόνῳ͵ γινωσκέτωσαν ὅτι οὐκ ἐπιδείξασθαι ἦλθεν ὁ Κύριος͵ ἀλλὰ θεραπεῦσαι καὶ διδάξαι τοὺς πάσχοντας. ... Εἰ γὰρ δὴ καὶ ὁ παρὰ τοῖς Ἕλλησι θαυμαζόμενος Πλάτων φησὶν ὅτι ὁρῶν τὸν κόσμον ὁ γεννήσας αὐτὸν χειμαζόμενον καὶ κινδυνεύοντα εἰς τὸν τῆς ἀνομοιότητος δύνειν τόπον͵ καθίσας ἐπὶ τοὺς οἴακας τῆς ψυχῆς βοηθεῖ͵ καὶ πάντα τὰ πταίσματα διορθοῦται, τί ἄπιστον λέγεται παρ΄ ἡμῖν͵ εἰ πλανωμένης τῆς ἀνθρωπότητος ἐκάθισεν ὁ Λόγος ἐπὶ ταύτην͵ καὶ ἄνθρωπος ἐπεφάνη͵ ἵνα χειμαζομένην αὐτὴν περισώσῃ διὰ τῆς κυβερνήσεως αὐτοῦ καὶ ἀγαθότητος;
Πηγή: agiazoni