Τετάρτη 5 Αυγούστου 2020

Ἁγίου Φιλαρέτου Μόσχας: Η Μεταμόρφωση του Κυρίου

Άγιος Φιλάρετος Φιλαδελφείας Τί ἔξοχο θέαμα τὸ Ὅρος Θαβώρ! Ἕνα θέαμα ἄξιο νὰ τὸ ἀτενίσουμε ἐν ἀγαλλιάσει ὅπως τὸ ἀτένισαν οἱ Ἀπόστολοι, καὶ νὰ ἑορταστεῖ πανηγυρικά, ὅπως ἐμεῖς τὸ ἑορτάζουμε τώρα.

Δὲν εἶναι ἄνευ νοήματος, ὅτι ὑπῆρξαν μάρτυρες αὐτοῦ, ἐκεῖνοι πού εἶδαν τὶς μεγάλες ἀποκαλύψεις στὸ Σινᾶ καὶ στὴν Χορέβ, οὔτε χωρὶς λόγο ὅτι ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας ἐμφανίστηκαν στὸ Ὅρος Θαβώρ. Ἐδῶ βλέπουν περισσότερα ἀπ’ ὅσα εἶδαν ἐκεῖ. Στὸ Σινᾶ καὶ στὴ Χορέβ, ἡ δύναμη καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ  ἀποκαλύφθηκε στοὺς ἀνθρώπους μέσα ἀπὸ τὶς δυνάμεις τῆς ὁρατῆς φύσεως. Στὸ Θαβώρ, ὄχι μόνο ἡ θεότητα ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτό της στὸν ἄνθρωπο, ἀλλά ἡ ἴδια ἡ ἀνθρωπότητα ἐμφανίζεται ἐνδεδυμένη μὲ τὴν Θεία δόξα. Ὁ Μωϋσῆς ἦταν «ἔντρομος» στὸ Ὄρος Σινᾶ. Ὁ Ἠλίας παραπονέθηκε στὴ Χορέβ. Ἐνῶ στὸ Θαβώρ, μέσα ἀπὸ τὸ φόβο τῶν Ἀποστόλων ἐκπέμπεται χαρά: «Καλὸν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι».

Χριστιανοί! ἡ καρδιά σας, χωρὶς ἀμφιβολία, εἶναι ἕτοιμη νὰ πεῖ γιὰ τοὺς μάρτυρες τῆς δόξας τοῦ Ὄρους Θαβώρ: πράγματι ἦταν καλὸ νὰ μείνουν ἐκεῖ. Ἦταν εὐτυχεῖς ποὺ μποροῦσαν νὰ παρευρίσκονται! Τί, λοιπόν, ἂν σᾶς ποῦμε ὅτι ὁ δρόμος πρὸς τὴν θέαση τῆς δόξας τοῦ Ὄρους Θαβὼρ δὲν καταπίνεται ἀπὸ μιὰ ἄβυσσο, δέν χωρίζεται ἀπό μᾶς, δὲν ὑπερκαλύπτεται μὲ ἀγκάθια, μήτε ξεχνιέται, μήτε χάνεται, ἀλλά μπορεῖ νὰ δείχνεται ἀπὸ ἐκείνους πού τὴν γνωρίζουν, σὲ ἐκείνους πού τὴν ἀναζητοῦν; (Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ καταλάβει κανεὶς ὅτι ἐδῶ μιλοῦμε γιὰ τὸν πνευματικὸ δρόμο. Γιατί ὁ σαρκικὸς δρόμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγήσει σὲ πνευματικὲς ἐνοράσεις καὶ Θεῖες ἀποκαλύψεις.)

Γιατί ὁ Εὐαγγελιστής, ὅταν εἶναι νὰ μᾶς περιγράψει τὴν ἔνδοξη Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου, πρῶτα ἀπ’ ὅλα κατευθύνει τὴν προσοχή του, καὶ τὴν δική μας προσοχή, στὴν προσευχή; «Καὶ ἄνεβη εἰς τὸ ὅρος προσεύξασθαι».

Γιὰ ποιὸ λόγο, σὰν νὰ δυσπιστεῖ γιὰ τὴν διορατικότητα ὁρισμένων ἀναγνωστῶν καὶ ἀκροατῶν τοῦ Εὐαγγελίου, ἤ σὰν νὰ φοβᾶται ὅτι ἴσως δὲν κατανοήσουν ἐπαρκῶς τὴ σημασία τοῦ γεγονότος πού πρόκειται νὰ παρακολουθήσουν, ἐπαναλαμβάνει ξανὰ ὅτι ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ἔλαβε χώρα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς προσευχῆς; «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ προσεύχεσθαι».

Γιὰ ποιὸ λόγο, ἂν ὄχι γιὰ νὰ μᾶς ὑποδείξει τὴν προσευχή, ὡς τὴν ὁδὸ πρὸς τὸ φῶς τοῦ Θαβώρ, τὸ κλειδὶ τῶν πνευματικῶν μυστηρίων, τὴν δύναμη τῆς Θείας ἀποκαλύψεως; Ἐὰν ὁ θεϊκὰ ἐμπνευσμένος Εὐαγγελιστὴς βρῆκε τόσο ἀπαραίτητο νὰ συνδέσει τὴν ἰδέα τῆς προσευχῆς μὲ τὴν περιγραφὴ τῆς δόξας τοῦ Θαβώρ, τότε ἀσφαλῶς δὲν θὰ σφάλουμε κι ἐμεῖς ἀπὸ τὴν μεριά μας, χριστιανοί, ἂν συνδέσουμε ἕναν ὁσοδήποτε σύντομο διαλογισμὸ γιὰ τὴν δύναμη καὶ τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς προσευχῆς, μὲ τὴν ἀνάμνηση τῆς ἐνδόξου Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου μας.

Ἄν καὶ ἐλπίζουμε ὅτι δὲν ὑπάρχει κανείς σὲ αὐτὸ τὸν οἶκο τῆς προσευχῆς, ποὺ λίγο-πολύ νὰ μὴν κατανοεῖ τὴν δύναμη καὶ τὴν ἀποτελεσματικότητα, ὡστόσο προκειμένου νὰ ἀποκτήσουμε μιὰ σωστὴ ἰδέα γι’ αὐτήν, ἂς μᾶς ἐπιτραπεῖ νὰ διαλογιστοῦμε πάνω στὸ θέμα σὰν νὰ μᾶς ἦταν ἐντελῶς ἄγνωστο: ἔχει ἡ προσευχή κάποιο ἀποτέλεσμα;

Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ παραμείνει γιὰ πολὺ ἀναπάντητη. Ἀπαντᾶται ἀπὸ τὸν κοινὸ νοῦ τῶν ἀνθρώπων. Ἀπὸ τὸν χριστιανὸ πού τὸν φωτίζει τὸ καθαρὸ φῶς τῆς πίστεως μέχρι τὸν εἰδωλολάτρη πού τὸν σκοτίζει ἡ πιὸ βαθειὰ δεισιδαιμονία, ὅλοι ἀναγνωρίζουν τὴν ὑποχρέωση τῆς προσευχῆς. Καὶ τὸ μεγαλύτερο καὶ καλύτερο μέρος τῆς ἀνθρωπότητας πράγματι ἐκπληρώνει αὐτὴ τὴν ὑποχρέωση, ἂν καὶ ὄχι ἀκριβῶς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο οὔτε καὶ μὲ τὴν ἲδια ἐπιτυχία.

Ὅμως, γιατί συνιστοῦμε ἡ προσφεύγουμε στὴν προσευχή, ἂν δὲν ἀναγνωρίζεται σὲ αὐτὴν κάποια δύναμη, ἤ δὲν ἀναμένεται νὰ τὴν συνοδεύει κάποιο ἀποτέλεσμα; Ὁ καθένας ὡστόσο μπορεῖ νὰ ρωτήσει: πῶς οἱ ἐθνικοὶ μποροῦν νὰ ἀποκτήσουν γνώση τῆς δυνάμεως τῆς προσευχῆς ὅταν, ἀγνοώντας τὴν πραγματικὴ λατρεία τοῦ Κυρίου, δὲν εἶναι κατὰ συνέπεια σὲ θέση νὰ κατέχουν τὴν ἀληθινὴ μορφὴ τῆς προσευχῆς;

Σὲ κάποιον πού ρωτᾶ κάτι τέτοιο, θὰ μπορούσαμε κι ἐμεῖς μὲ τὴ σειρά μας νὰ ρωτήσουμε, πῶς γίνεται νὰ μὴν ἔχουν καθόλου κι αὐτοὶ κάτι σὰν τὴν προσευχή; Μὲ ὅποιον τρόπο ζητήσουμε νὰ ἐξηγήσουμε μιὰ ἐκδήλωση προσευχῆς ὁσοδήποτε ἀτελῆ, ἡ πηγὴ τῆς προέλευσής της θὰ βρεθεῖ πάντοτε στὴ δύναμή της. Καὶ οἱ ἐθνικοὶ προσεύχονται, εἴτε ἐπειδὴ ὁ Θεός, ἂν καὶ ἐγκαταλειμμένος ἀπὸ τὰ πλάσματά Του, δὲν τὰ ἐγκαταλείπει, ἀλλά ἀφήνει ἀκόμη καὶ στὶς σκοτεινιασμένες καρδιὲς τοὺς μερικὲς ἀκτίνες τοῦ φωτός Του, «ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατὲλαβεν», ἕνα φῶς πού ξυπνᾶ, ἄκομη καὶ στὴ σάρκα, ἕνα συγκεκριμένο αἴσθημα πνευματικῆς στερήσεως, παρέχει ἕνα ὁρισμένο προαίσθημα πιθανῆς ἱκανοποιήσεώς του, καὶ ἔτσι διεγείρει τήν ἐπιθυμία νὰ ἐπικαλεστοῦν ἕναν ἄγνωστο Θεὸ γιὰ μιὰ ἄγνωστη βοήθεια, εἴτε προσεύχονται ἐπειδή, ἔστω καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ βοῦρκο τῆς φιληδονίας, στὸν ὁποῖο βυθίστηκε ὁ παγανισμός, μερικὲς φορὲς ἀναδύονται κάποιες φτερωμένες ψυχές, πού ἔχοντας συνείδηση τῆς ἀχρειότητος καί τῆς ἀκαθαρσίας τῆς καταστάσεώς τους, μέσω μιᾶς εἰλικρινοῦς ἐπιθυμίας καὶ προσπάθειας νὰ γνωρίσουν τὶς δυνάμεις τοῦ πνευματικοῦ κόσμου κατόρθωσαν κάποια ἐπικοινωνία μαζί τους, καὶ ἐν συνέχεια δίδαξαν ἄλλους νὰ κατορθώσουν τὸ ἴδιο, μέσω μιᾶς εἰλικρινοῦς καὶ ἰσχυρῆς ἐπιθυμίας, δηλαδὴ μέσω τῆς προσευχῆς.

Προσεύχονται πάλι διότι ἀπὸ τὶς ἐποχὲς ἐκεῖνες πού ἡ ἀληθινὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ ἐπικρατοῦσε ἀκόμη σὲ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἡ δύναμη καὶ ἡ ἀποτελεσματικότητα τῆς ἀληθινῆς προσευχῆς της ἦταν πολὺ γνωστή, παρέμεινε ἀκόμη, παρὰ τὴ φθορὰ τῆς Θείας λατρείας πού ἐπακολούθησε, ἀνεξίτηλη ἡ γενικὴ πεποίθηση γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς λατρείας καὶ γιὰ τὰ πλεονεκτήματα τῆς προσευχῆς, δηλαδὴ γιὰ τὴν δύναμη καὶ τὴν ἀποτελεσματικότητά της.

Δυστυχῶς ὑπάρχει μιὰ φιλοσοφία (τοῦ εἴδους πού ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὁρίζει ὡς «φιλοσοφία κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ τῆς κενῆς ἀπάτης»), ἡ ὁποία περιφρονώντας τὴν γενικὴ κατάθεση τῆς ἀνθρωπότητας θεωρεῖ τὸν ἑαυτὸ της ἱκανὸ νὰ ἀνακαλύψει τὴν καλύτερη μαρτυρία τῆς ἀλήθειας. Διδάσκει πώς ὁλόκληρος ὁ κόσμος εἶναι δεμένος μὲ τὰ δεσμὰ τῶν αἰτιῶν καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, στὰ ὁποῖα ἀκόμη καὶ ἐλεύθερες ὑπάρξεις εἶναι λιγότερο ἤ περισσότερο περιπλεγμένες, καί ὅταν, γιὰ παράδειγμα, ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται γιὰ ἀφθονία τῶν καρπῶν τῆς γῆς, ἡ οὕτως εἰπεῖν ἡ ἀφθονία ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θερμοκρασία τῆς ἀτμόσφαιρας, τῆς θερμοκρασίας ἀπὸ τὴν δράση καί τὴν ἀντίδραση τοῦ ἥλιου, τῆς γῆς καί τοῦ νεροῦ, καί ἀπὸ τὴν δράση τους πάλι ἐπὶ τῶν νόμων τοῦ σύμπαντος, πού ὁρίστηκαν ἅπαξ διὰ παντὸς ἀπὸ τὸν Δημιουργό, καί λειτουργοῦν ἄμεσα καὶ σὲ ὑπακοὴ μὲ καθορισμένους νόμους.

Προσεύχεται λοιπὸν εἴτε χωρίς σκοπὸ ἤ τὶς περισσότερες φορὲς μὲ σκοπὸ νὰ καταδείξει τὴν ταπεινοφροσύνη του καὶ τὴν ὑποταγή του στὴ δύναμη καί τὴν μεγαλειότητα τοῦ Δημιουργοῦ.

Ἂς σημειώσουμε ὅτι ἀκόμη καί μιὰ τέτοια φιλοσοφία δὲν μπορεῖ νὰ στερήσει τὴν προσευχὴ ἀπὸ αὐτὸ τουλάχιστον τὸ ἀποτέλεσμα, πού γεννᾶ στὸν ἄνθρωπο ἕνα πνεῦμα ταπεινότητας ἔναντι στὸν Θεό. Καὶ μόνον γι’ αὐτὸ δὲ ἀποτελεῖ μιὰ λυτρωτικὴ ἐπιρροή.

Ὅμως δὲν εἶναι μόνο αὐτό. Ρωτῆστε κάθε μαθητὴ αὐτῆς τῆς φιλοσοφίας πού θὰ συναντήσετε, τί εἶναι καλύτερο, μιὰ ἐπιδέξια κατασκευασμένη μηχανὴ ἤ μιὰ ζωντανὴ ὕπαρξη, νοήμων καὶ ἐλεύθερη, καί μιὰ καλὰ διατεταγμένη κοινωνία τέτοιων ὑπάρξεων; Ποιὸς εἶναι μεγαλύτερος; Ἕνας τεχνίτης πού κατασκευάζει μιὰ μηχανὴ καὶ ρυθμίζει τὶς κινήσεις της ἤ ἕνας πατέρας πού γεννᾶ παιδιὰ καί τὰ μορφώνει μὲ τὴν παιδεία κατὰ τὸν τρόπο πού ἐπιλέγει ὁ ἴδιος; Ἢ ἕνας βασιλιὰς πού ἔχει θεμελιώσει ἕνα βασίλειο ἀπὸ ἐλεύθερους ἀνθρώπους, καί τοὺς κυβερνᾶ ὅπως θὰ ἤθελαν νὰ κυβερνηθοῦν καί οἱ ἴδιοι, παρέχοντας σοφὲς καί ἐλεήμονες ἀρχὲς πού δὲν ἀμφισβητοῦνται; Ἡ ἐπιλογὴ ἐδῶ δὲν εἶναι δύσκολη, καὶ δὲν χρειάζεται νὰ περιμένουμε τὴν ἀπάντηση. Ρωτῆστε τον ξανά, γιατί προτιμᾶ νὰ δεῖ, στὸ ἔργο τοῦ Τέλειου σὲ ὅλα Δημιουργοῦ, περισσότερο ἕναν τέλειο τύπο καλλιτέχνη παρὰ τὸ καλὰ διατεταγμένο βασίλειο ἑνὸς σοφοῦ μονάρχη ἤ τὸ μεγάλο ἀρχοντικὸ ἑνὸς καθ’ ὅλα γενναιόδωρου Πατέρα; Γιατί τέτοιοι ἄνθρωποι θὰ φαντάζονταν τὸν Θεὸ πιὸ εὔκολα ὡς τὸν Ἀρχιτέκτονα τοῦ σύμπαντος, παρὰ ὡς Βασιλέα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ Πατέρα τῶν πνευμάτων; Τοὺς ἀφήνουμε νὰ βροῦν μιὰν ἀπάντηση γι’ αὐτὸ στὴν συνείδησή τους. Ἐνῶ γιὰ τὸν παρόντα σκοπὸ μᾶς εἶναι ἀπολύτως ἐπαρκὲς νὰ παραδεχτοῦμε, ὅτι ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνο ὁ Δημιουργός μας, ἀλλά καὶ ὁ Βασιλέας καί ὁ Πατέρας μας, τότε ἀναμφίβολα τὰ τέκνα δὲν θὰ καλέσουν μάταια τὸν Πατέρα τους, μήτε ὁ Βασιλέας θὰ κλείσει τὰ αὐτιά Του στοὺς υἱοὺς τοῦ βασιλείου Του. καί εἶναι νὰ ἀναρωτιέται κανείς, πῶς ἕνας στοργικὸς Πατέρας, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὴν δίκαιη, ἡ ἐν πάση περιπτώσει τὴν ἀθώα ἐπιθυμία ἑνὸς γιοῦ, θὰ σταματοῦσε ἤ θὰ ἄλλαζε τὶς κινήσεις τῆς μηχανῆς πού μορφοποίησε;

Δὲν χρειάζεται λοιπὸν νὰ ἀναρωτιόμαστε, ἐὰν ὁ ἀπόλυτα φιλεύσπλαγχνος οὐράνιος Πατέρας μας, ἀπαντώντας στὶς προσευχὲς τῶν ἐπίγειων τέκνων του, δίνει μιὰ νέα καὶ ἀσυνήθιστη κατεύθυνση στὴ φύση πού κυβερνᾶται ἀπὸ τὸ νόμο τῆς ἀναγκαιότητας. Ἰδοὺ πῶς μέσω μιᾶς τέτοιας συγκρίσεως ἡ ἴδια ἡ Ἀλήθεια, ὁ Λόγος ὁ ἴδιος, ἐξηγεῖ τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς προσευχῆς: «Εἰ οὖν ὑμεῖς, πονηροὶ ὄντες, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσω μᾶλλον ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς δώσει ἀγαθὰ τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν».

Ὑπάρχουν μερικοὶ χριστιανοί, πού καταλαβαίνουν καί ἐκτελοῦν τὴν πράξη τῆς προσευχῆς μᾶλλον μὲ ἕναν ἐξωτερικὸ τελετουργικὸ τρόπο, παρὰ μὲ ἕναν τρόπο ἐσωτερικὸ καί πνευματικό, οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ ποσῶς δὲν ἀμφιβάλλουν κατὰ τὴν γενικὴ πεποίθηση ὅτι ἡ προσευχὴ εἶναι ἰσχυρὴ καί ἀποτελεσματική, σφάλλουν, ἤ κάνουν πέρα γιὰ πέρα λάθος στὴν ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς ἀλήθειας στὸν ἑαυτὸ τους καί στὴν προσευχή τους.

Προσευχόμενοι ἐπανειλημμένα, καί μὴ βλέποντας κανένα ἀποτέλεσμα ἀπὸ τὶς προσευχές τους, εἴτε στὸν ἑαυτό τους εἴτε γύρω τους, ἀντί νὰ ἀμφιβάλλουν γιὰ τὴν εἰλικρίνεια καί τὴν ἀξία τῶν δικῶν τους προσευχῶν, τείνουν νὰ ἐμποτιστοῦν μὲ τὴν ἰδέα πού διαπνέεται ἀπὸ ἕνα πνεῦμα νωθρότητας καί αὐταπάτης, ὅτι ἡ ἰσχυρὴ καί ὠφέλιμη προσευχὴ πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ εἶναι κάποιο περίεργο δῶρο τῆς χάριτος, προορισμένο γιὰ κάποιους ἐκλεκτούς τοῦ Θεοῦ, καί μόνο γιὰ ὁρισμένες ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις.

Σ’ αὐτοὺς λέμε χωρίς δισταγμό, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος τοῦ ὁποίου ἡ προσευχὴ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ γίνει ἀποτελεσματική, ἂν τὸ ἐπιθυμεῖ σταθερὰ καί μὲ καθαρὴ καρδιά, μὲ πίστη καί ἐλπίδα στὸν Θεό, καί δὲν ὑπάρχει περίπτωση ἡ προσευχή του νὰ μὴν γίνει δεκτή, ἂν τὸ ἀντικείμενό της δὲν εἶναι ἀντίθετο στὴ Σοφία καὶ στὸ Ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἤ στὴν πραγματικὴ εὐζωία τοῦ ἱκέτη. Αὐτὸ λέγει πολλά. Πιστεύουμε, ὡστόσο, ὅτι δὲν ἐξαπατοῦμε τοὺς ἀληθινοὺς ἐραστὲς τῆς προσευχῆς.

Φανταστεῖτε ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν δύναμη τῆς προσευχῆς κλείνει ἤ ἀνοίγει τοὺς οὐρανούς, σταματᾶ ἤ φέρνει βροχή. Δίνει ἐντολὴ ὅτι μιὰ χούφτα ἀλεύρι καί λίγο λάδι πρέπει νὰ φτάσουν γιὰ νὰ θρέψουν ἀρκετοὺς ἀνθρώπους ἐπί ἀρκετοὺς μῆνες, ἤ ἴσως καί πάνω ἀπὸ ἕνα χρόνο, καί αὐτὸ πραγματοποιεῖται. Δίνει πνοὴ σὲ ἕνα νεκρό, καὶ τὸν ἐπαναφέρει στὴ ζωή. Φέρνει φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό, γιὰ νὰ ἀφανίσει μιὰ θυσία καὶ ἕνα βωμὸ βυθισμένο στὸ νερό.

Τί πιὸ ἐξαιρετικὸ μπορεῖ νὰ ἐμφανιστεῖ ἀπὸ αὐτὴ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς; Ἀλλά ἐμφανίζεται ὡς τέτοιο μόνο σὲ ἕναν ἄνθρωπο πού δὲν γνωρίζει τί εἶναι ἡ πνευματικὴ δύναμη, ἐνῶ σὲ ἕναν πού τὴν γνωρίζει, ἐμφανίζεται ὡς πράξη κὰποιου ἄνθρωπου σὰν καί μᾶς. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλῶς δική μου γνώμη, ἀλλά ἡ διδασκαλία ἑνὸς Ἀποστόλου.

Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος, παροτρύνοντάς μας νὰ προσευχόμαστε «ὑπὲρ ἀλλήλων», καὶ ἐπιθυμώντας νὰ μᾶς ὑποκινήσει πρὸς τοῦτο, λέγει ὅτι «πολὺ ἰσχύει δὲ ἡ δέησις δικαίου ἐνεργουμένη», καὶ ἐπιβεβαιώνει αὐτὴ τὴν γενικὴ ἀρχὴ κι αὐτὸ τὸ πειστικὸ κίνητρο μὲ τὸ παράδειγμα ἐκείνου τοῦ ἐξαιρετικοῦ ἀνθρώπου, πού μόλις ἔχουμε σκιαγραφήσει, καὶ τὸν ὁποῖο παρουσιάζει σὰν ἕναν ἄνθρωπο ὅμοιο μέ μᾶς: «Ἠλίας ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν, καὶ προσευχὴ προσηύξατο τοῦ μὴ βρέξαι, καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐνιαυτοὺς τρεῖς καὶ μήνας ἕξ. Καὶ πάλιν προσηύξατο, καὶ ὁ οὐρανὸς ὑετόν ἔδωκε καὶ ἡ γῆ ἐβλάστησε τὸν καρπὸν αὐτῆς».

Γιατί μᾶς λέγει ἐδῶ, ὅτι ὁ ἐργάτης τῶν θαυμάτων Ἠλίας «ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν»; Ἀκριβῶς γιὰ νὰ μὴν ἀποθαρρυνθοῦμε, νομίζοντάς τον ἐξαιρετικὸ ἄνθρωπο, ἀπὸ τὸ νὰ τὸν μιμηθοῦμε καὶ ἀπὸ τὸ νὰ ἀποκτήσουμε δύναμη στὴν προσευχή.

Ἐάν, ἐν τούτοις, σᾶς φαίνεται ὅτι τὸ νὰ μιμηθεῖτε τὶς προσευχὲς τοῦ προφήτη ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν μετριότητά σας, καὶ εἶναι ὕψος ἀπρόσιτο γιὰ σᾶς, τότε φανταστεῖτε τὸν ἑαυτὸ σας ὅσο θέλετε πιὸ χαμηλὰ ἀπὸ τὸν προφήτη, φανταστεῖτε ὅτι εἶστε λιγότερο καὶ ἀπὸ χριστιανοί, πεῖτε ὅτι εἶστε ἐθνικοί, καὶ τότε ἀκόμη, σᾶς βεβαιώνω ὅτι ἡ προσευχὴ σας μπορεῖ νὰ εἶναι δυνατὴ καὶ ἀποτελεσματική.

Καὶ τί ἄλλο μπορεῖ; Μπορεῖ νὰ σᾶς μετατρέψει ἀπὸ ἐθνικὸ σὲ χριστιανό, μπορεῖ νὰ σᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀληθινὴ γνώση καὶ λατρεία τοῦ Θεοῦ, ἀκόμη κι ἂν μέχρι τότε σᾶς ἦταν ἄγνωστα, κι ἂν δὲν ὑπάρχει κοντὰ σας κάποιος ἄνθρωπος γιὰ νὰ σᾶς κατευθύνει, ἀκόμη καὶ τότε θὰ ἀνοίξει τοὺς οὐρανούς, καὶ θὰ φέρει ἀπὸ ἐκεῖ κοντὰ σας ἕναν ἄγγελο, πού θὰ σᾶς διδάξει.

Ὅμως, μήπως ὀνειρεύομαι καὶ παρασύρομαι ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία μου νὰ σᾶς προσκαλέσω στὴν θερμὴ καὶ ἀποτελεσματικὴ προσευχή; Ὄχι, ἀδελφοί μου καὶ συνικὲτες, δὲν μιλῶ παρὰ γι’ αὐτὸ πού ὅπως συνέβη κάποτε, ἑπομένως μπορεῖ νὰ συμβεῖ καὶ πάλι, καί πού τυγχάνει τῆς μαρτυρίας τῶν ἱερῶν βιβλίων μας. Ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος Κορνήλιος, τὸν ὁποῖο γνωρίζουμε ἀπὸ τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ἦταν ἕνας εἰδωλολάτρης. Δὲν εἶναι γνωστὸ ἐὰν γνώριζε τὸν Ἕνα Θεό, ἀλλά εἶναι βέβαιο ὅτι δὲν γνώριζε «τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ τὸν σταλέντα ὑπὸ τοῦ Θεοῦ». Ὅμως ἔκανε ὅσο περισσότερο καλὸ μποροῦσε: φοβόταν, καί πάντοτε προσευχόταν στὸν Θεό, μολονότι τοῦ ἦταν ἄγνωστος: «εὐσεβὴς καὶ φοβούμενος τὸν Θεὸν σὺν παντί τῷ οἴκω αὐτοῦ, ποιῶν τε ἐλεημοσύνας πολλάς τῷ λαῷ καί δεόμενος τοῦ Θεοῦ διὰ παντὸς».

Καί τί κατόρθωσε ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ τοῦ εἰδωλολάτρη; Κάλεσε πράγματι τὸν οὐρανὸ κοντά του, καί ἔφερε σὲ βοήθειά του ὑψηλές, ἀκόμη καί Θεῖες δυνάμεις. Ἐν τῷ μέσω τῶν προσευχῶν του τοῦ φανερώνεται ἕνας ἄγγελος λέγοντας: «Κορνήλιε, εἰσηκούσθη σου ἡ προσευχὴ». Κατόπιν τοῦ δίνει ὁδηγίες πῶς νὰ καλέσει τὸν Ἀπόστολο Πέτρο. Καί καθὼς ὁ Ἀπόστολος τοῦ μιλοῦσε, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, πρίν κὰν τὸ βάπτισμα, διεχύθη ἐξ ὕψους ἐπί τοῦ Κορνηλίου. Ψάξτε στὸ μυαλό σας, ἐπινοῆστε ἂν θέλετε, κάτι πού νὰ φαίνεται ἀπρόσιτο στὴ δύναμη τῆς προσευχῆς, καί δὲν θὰ ἀπελπιστοῦμε ὅτι δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ σᾶς ἀποδείξουμε, μὲ τὸ φῶς τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὅτι δὲν εἶναι ἀπρόσιτο καί ἀκατόρθωτο, ἂν καί τὸ ἴδιο μπορεῖ νὰ φαίνεται ἀδύνατο.

Φανταστεῖτε, γιὰ παράδειγμα, ἕνα ὁλόκληρο ἔθνος πού πρόσβαλε τὸ Θεὸ μὲ κάποιο βαρὺ ἔγκλημα. Ὑποθέστε ἐπίσης ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει ἤδη διακηρύξει τὸ δίκαιο θέλημά Του νὰ καταστρέψει αὐτὸ τὸ ἔθνος, κι ἐκείνη τὴν φοβερὴ στιγμὴ δὲν ἀπομένει παρὰ ἕνας ἄνθρωπος πάνω στὴ γῆ πού νὰ μπορεῖ νὰ προσευχηθεῖ γι’ αὐτὸ τὸ λαό, πού εἶναι ἤδη ἕτοιμος νὰ καταποθεῖ ἀπὸ τὴν κόλαση. Δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι πλέον πιθανὸ νὰ σωθεῖ αὐτὸς ὁ λαός;

Ἡ ἐμπειρία τοῦ Μωυσῆ ἀπέδειξε πώς ἀκόμη κι αὐτὸ εἶναι δυνατό. Τὰ τέκνα τοῦ Ἰσραήλ, ἀμέσως μετὰ τὴν ἔνδοξη ἀποκάλυψη καὶ τὴν διαθήκη τοῦ Ὅρους Σινᾶ, ξαφνικὰ ξαναπέφτουν στὴν εἰδωλολατρία. Ὁ Μωυσῆς στέκεται ἐπάνω στὸ βουνὸ μπροστὰ στὸν Κύριο. Ἀκοῦστε καὶ ἀντιληφθεῖτε τί θαυμάσια λόγια λέγει τότε ὁ Κύριος πρὸς τὸν Μωυσῆ: «Καὶ νῦν ἔασόν με καὶ θυμωθεῖς ὀργὴ εἰς αὐτοὺς ἐκτρίψω αὐτοὺς».

Ὢ Κύριε, Θεὲ τῶν πνευμάτων καὶ πάσης σαρκός! Μπορεῖ ὁ δοῦλος Σου, δυνατὸς μόνο ἐν τῇ δυνάμει Σου, νὰ ἀντιταχτεῖ στὴν ἐκπλήρωση τοῦ θελήματός Σου; Καὶ τώρα ἄφησε με, λέγει Ἐκεῖνος, ἐπιθυμῶ νὰ διακηρύξω τὴν δίκαιη ὀργή μου, καὶ νὰ συντρίψω αὐτὸ τὸ ἔθνος: ὅμως ἐσύ μὲ ἐμποδίζεις. «Καὶ νῦν ἔασόν με καὶ θυμωθεῖς ὀργὴ εἰς αὐτοὺς ἐκτρίψω αὐτούς». Τί λοιπόν; Ὁ ἱκέτης οὔτε τότε ἀφήνει τὸν Θεό, ἀλλά διπλασιάζει τὶς προσευχές του. Καὶ ἡ ὀργὴ τῆς ἀνίκητης παντοδυναμίας ὑποχωρεῖ στὴ δύναμη τῆς προσευχῆς ἑνὸς θνητοῦ ἀνθρώπου! «Καὶ ἱλάσθη Κύριος περὶ τῆς κακίας, ᾗς εἶπεν ποιῆσαι τὸν λαὸν αὐτοῦ».

Μετρῆστε ἐδῶ, ἂν μπορεῖτε, τὴν θαυμαστὴ δύναμη τῆς προσευχῆς, καὶ βρεῖτε κάτι, μετὰ ἀπὸ αὐτό, πού νὰ μὴν μπορεῖ νὰ κατορθώσει γιὰ τὴν σωτηρία μας!

Γιὰ νὰ μπορέσουμε καὶ πάλι νὰ καταλάβουμε μὲ πόση εὐκολία τὸ κλειδὶ τῆς προσευχῆς ἀνοίγει πνευματικοὺς καὶ θεϊκοὺς θησαυρούς, ἂς κοιτάξουμε ἀκόμη μιὰ φορὰ πρὸς τὸ Ὄρος Θαβώρ, τὸ ὁποῖο προσπαθήσαμε νὰ πλησιάσουμε μὲ τοὺς παρόντες στοχασμούς μας.

Ἂς θεωρήσουμε σοβαρὰ ἀκόμη μιὰ φορὰ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ὅπως μᾶς δίνεται ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστή: «Καὶ ἀνέβη εἰς τὸ ὅρος προσεύξασθαι. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ προσεύχεσθαι αὐτὸν τὸ εἶδος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἕτερον». Ἂν τολμήσουμε ἀπ’ αὐτὰ τὰ λίγα γνωρίσματα νὰ μαντεύσουμε τοὺς καρδιακοὺς λογισμοὺς τοῦ Ἰησοῦ, τότε φαίνεται ὅτι κατευθυνόμενος πρὸς τὸ Ὄρος Θαβώρ, ὁ ἄμεσος καὶ ἀποκλειστικὸς σκοπὸς Του ἦταν ὄχι ἡ Μεταμόρφωση, ἀλλά ἁπλῶς ἡ προσευχή: «Καὶ ἄνεβη εἰς τὸ ὅρος προσεύξασθαι». Φαίνεται ὡσὰν σὲ ἐκεῖνο τὸ βουνό, ἀκόμη καὶ τὴν στιγμὴ τῆς μεταμορφώσεως, μοναδικός του σκοπὸς ἦταν ἡ προσευχή: «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ προσεύχεσθαι».

Κανένας πού στοχάζεται πάνω σὲ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ὑποθέσει ὡς ἀπίθανη τὴν εἰκασία ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς προσευχῆς τοῦ Σωτήρα μας πρέπει νὰ ἦταν ἡ προετοιμασία τοῦ Ἰδίου καὶ τῶν μαθητῶν Του γιὰ τὸ ἐπερχόμενο Πάθος Του καὶ τὸν θάνατό Του στὸ Σταυρό, πού δὲν εἶχε παρὰ πρόσφατα ἀποκαλύψει, καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα στὴ διάρκεια τῆς ἴδιας τῆς Μεταμορφώσεως, ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας τοῦ μίλησαν. Πῶς λοιπόν, μέσα σὲ αὐτὴ τὴν προσευχὴ τῆς ὀδύνης, ἀποκαλύφτηκε ἡ δόξα; Αὐθόρμητα, μποροῦμε νὰ ποῦμε, σὰν τὸ ἄνθος καὶ τὸν καρπὸ τῆς προσευχῆς τῆς πεπληρωμὲνης ζωντανῆς δυνάμεως. Τὸ πνεῦμα τῆς προσευχῆς, ἑνωμένο μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ θεοῦ, πεπλήρωκε τὴν ψυχὴ τοῦ Ἰησοῦ μὲ φῶς. Ἡ ὑπεραφθονία αὐτοῦ τοῦ φωτός, πού δὲν μποροῦσε πλέον νὰ περικλείεται μέσα στὴν ψυχή Του, διεχύθη σὲ ὁλόκληρο τὸ σῶμα Του, ἔλαμψε στὴ μορφή Του, καί μὴ βρίσκοντας ἐπαρκῆ χῶρο γιὰ νὰ τὸ περικλείσει, φώτισε καί μεταμόρφωσε ἀκόμη καί τὰ ἴδια του τὰ ἐνδύματα. Ἐκτεινόμενο ἀκόμη μακρύτερα, ἁπλώθηκε στίς ψυχὲς τῶν Ἀποστόλων, ἀντανακλώμενο στὸ ἐπιφώνημα τοῦ Πέτρου: «Ἐπιστάτα, καλὸν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι!»

Ὑπεισέρχεται στὸ βασίλειο τοῦ ἀόρατου κόσμου, καί τραβᾶ ἀπὸ ἐκεῖ τὸν Μωυσῆ καί τὸν Ἠλία, φτάνει στὸ ἴδιο τὸ στῆθος τοῦ οὐράνιου Πατρός, καί κινεῖ τὴν ἀγάπη Του σὲ μιὰ ἐπίσημη μαρτυρία γιὰ τὸν ἀγαπημένο Του: «Οὗτος ἔστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός!» Ὢ θαῦμα τῆς προσευχῆς, πού ἀγκαλιάζει μὲ μιὰ πράξη τὸν οὐρανό, τὴ γῆ, καί τὴ θεότητα τὴν ἴδια! Κανεὶς νὰ μὴν πεῖ ὅτι αὐτὸ τὸ παράδειγμα προσευχῆς δὲν μᾶς ἀφορᾶ, ὅταν μιὰ πράξη τοῦ Θεανθρώπου μᾶς ἀφορᾶ κι ἐμᾶς, χριστιανοί. Διότι σέ μᾶς, μολονότι ὄχι στὸν ἴδιο βαθμό, πρέπει νὰ ὑπάρξει ὅ,τι ὑπῆρξε καί στὸν Χριστό: «Τοῦτο γὰρ φρονείσθω ἐν ὑμῖν», λέγει ὁ Ἀπόστολος, «ὅ καί ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»!.

Ὅμως εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἐξετάσουμε, γιατί τόσες πολλὲς προσευχὲς μένουν χωρὶς ἀποτέλεσμα, ἐφόσον κάθε προσευχὴ μπορεῖ πάντα νὰ εἶναι τόσο δυνατὴ καὶ ἀποτελεσματική. Διότι γιὰ χάρη κυρίως αὐτοῦ τοῦ ἐρωτήματος, διατυπώσαμε ὅλα ὅσα ἤδη ἔχουμε πεῖ. ‘Ἂς δοῦμε εἰδικὰ μιὰ περίπτωση, στὴν ὁποία μιὰ προσευχή φαίνεται νὰ μὴ τυγχάνει ἀπαντήσεως, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ἀπαντᾶται μὲ ἕναν ἀπροσδόκητο καί ὑπερφυὴ τρόπο. Ἔτσι, ὁ Παῦλος «ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσε, ἵνα ἀποστῆ ἀπ’ αὐτοῦ ὁ σκόλωψ ὁ ἐν σαρκί». Ὅμως ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε: «ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου. Ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενεία τελειοῦται». Ὁ πειρασμὸς δὲν ἀπομακρύνεται: ὅμως μιὰ νίκη ἀκόμη πιὸ θαυμαστὴ δίνεται ἐπὶ τοῦ συνεχιζόμενου πειρασμοῦ. Ἐὰν παραδεχτοῦμε τέτοιες περιπτώσεις, ὅλες οἱ ἀνεπιτυχεῖς προσευχὲς ἐξηγοῦνται ἀπὸ αὐτὴ τὴν μικρὴ φράση τοῦ Ἀποστόλου: «Αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε, ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσετε». Οἱ προσευχὲς μας παραμένουν ἄκαρπες, εἴτε ἐπειδὴ δὲν ἀποτελοῦν θερμὲς καὶ ἐπίμονες ἱκεσίες, πού βγαίνουν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας, καὶ στὶς ὁποῖες ὅλη ἡ ψυχὴ μας χύνεται, ἀλλά εἶναι μόνο ἀδύναμες ἐπιθυμίες, πού τὶς προφέρουμε χωρὶς ζέση, νομίζοντας ὅτι πρέπει νὰ ἐκπληρωθοῦν ἀπὸ μόνες τους, εἴτε γιατί οἱ ἱκεσίες μας εἶναι ἀκάθαρτες καὶ ἐκ τοῦ πονηροῦ, καθόσον μάλιστα ζητᾶμε αὐτὸ πού εἶναι βλαβερό, καὶ δὲν ὠφελεῖ τὴν ψυχή μας, ἤ ζητᾶμε πράγματα ὄχι γιὰ τὴ δόξα τοῦ Κυρίου, ἀλλά γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν σαρκικῶν καὶ ἐγωιστικῶν μας ἐπιθυμιῶν.

Προσευχήσου, χριστιανέ, θερμὰ καὶ μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς σου, προσευχήσου σταθερὰ καὶ ἐπίμονα, προσευχήσου σωστὰ καὶ καθαρά. Καὶ ἂν δὲν θεωρεῖς τὸν ἑαυτό σου ἄξιο γι’ αὐτό, προσευχήσου γιὰ τὴν προσευχὴ τὴν ἴδια, καὶ διὰ τῆς προσευχῆς θὰ ἀποκτήσεις πρῶτα τὴν ἀληθινὴ καὶ ἀποτελεσματικὴ προσευχή, καὶ κατόπιν ἡ προσευχὴ αὐτὴ θὰ καταβάλει ὅλα τὰ πράγματα μέσα σου καὶ θὰ τὰ ἀποκτήσει ὅλα γιὰ σένα −θὰ σὲ ὁδηγήσει στὸ Ὅρος Θαβὼρ ἡ θὰ δημιουργήσει ἕνα Θαβὼρ ἐντός σου− θὰ κατεβάσει τὸν οὐρανὸ στὴν ψυχή σου καὶ θὰ ἀνεβάσει τὴν ψυχή σου στὸν οὐρανό. Ἀμήν.



Ἁγίου Ἀναστασίου Ἀντιοχείας: Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ

Άγιος Αναστάσιος Αντιοχείας Ὁ φιλάνθρωπος Ἰησοῦς, ὅταν φανερώθηκε στὸν κόσμο ὡς διδάσκαλος ἀγαθός, ἐπειδὴ ἦταν καὶ Θεός, εἶπε στοὺς μαθητές του: «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ.

 Διότι ὅποιος θέλει νὰ σώσει τὴν ζωή του θὰ τὴν χάσει· ὅποιος ὅμως ἐξαιτίας μου χάσει τὴν ζωή του θὰ τὴν εὕρει. Διότι τί ὠφελεῖται ὁ ἄνθρωπος, ἂν κερδίσει ὁλόκληρο τὸν κόσμο, χάσει ὅμως τὴν ζωή του; Ἡ τί μπορεῖ νὰ δώσει ὁ ἄνθρωπος ὡς ἀντάλλαγμα γιὰ τὴν ζωή του; Ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου θὰ ἔλθει μέσα στὴν δόξα τοῦ Πατέρα Του μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους Του, καὶ τότε θὰ ἀποδώσει στὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του».

«Ὅποιος θέλει, λοιπόν, νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του», τουτέστι κάθε ἀνθρώπινο φρόνημα. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ «ὅμοια μ’ ἐμένα ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ».

Αὐτὸ λοιπὸν τὸ κατόρθωσε ὁ Παῦλος, ἂν κρίνουμε ἀπὸ τοὺς λόγους πού μᾶς παρέδωσε. Διότι ὄχι μόνο σταυρώθηκε γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλά καὶ τὸν κόσμο σταύρωσε γιὰ τὸν ἑαυτὸ του. Ἀλλά καὶ αὐτὴν ἀκόμα τὴν ζωὴ του μετάλλαξε, ἀφοῦ δὲν ζοῦσε πλέον ὁ ἴδιος, κίνηση καὶ ἐνέργεια δὲν ἦταν δικά του. Ἀλλ’ ἡ ζωὴ του ἦταν ὁ Χριστός, πού ἐντός του ἐνεργοῦσε. Πράγματι, παρέδωσε ὁλοκληρωτικὰ τὸν ἑαυτό του κι ἀφοῦ νέκρωσε τὸ ἴδιον θέλημα, ταύτισε ὅλο του τὸ εἶναι μὲ τὸ θεῖο θέλημα. Ὥστε —τολμῶ νὰ ὀνοματοθετήσω— μᾶλλον Χριστὸς ἦταν τὸ ὄνομα πού ταιίριαζε στὸν Παῦλο παρὰ ζῶσα ὕπαρξη, ἀφοῦ ἡ ζωὴ του ἦταν ὁ Χριστός. Ἔτσι πρέπει νὰ πορεύονται πίσω ἀπὸ Αὐτὸν καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν ὅσοι θέλουν νὰ εἶναι δικοί Του.

Ὑπάρχουν, βλέπετε, δύο συνήθως ἀντιτιθέμενα θελήματα, τὸ θεῖο καὶ τὸ ἀνθρώπινο. Καὶ χωρὶς αὐτὰ ἡ χωρὶς τὸ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι ἀναμενόμενο νὰ ζεῖ κάποιος. Αὐτὸς πού προσηλώνεται στὸ ἕνα, ἀποστατεῖ ἀπὸ τὸ ἄλλο, καὶ ἀντιστρόφως. Αὐτὸς λοιπὸν πού θέλει νὰ ἀκολουθεῖ τὸν Κύριο θὰ μισήσει κάθε ἀνθρώπινο θέλημα. Καὶ μεταβάλλοντας τὸν προηγούμενο βίο, ἔτσι θὰ ἀκολουθεῖ, ἐγκαταλείποντας τρόπον τινὰ τὸν ἑαυτό του καὶ μεταμορφώνοντας ὅλες τὶς ψυχικὲς δυνάμεις.

Αὐτὸς πού θέλει εἰλικρινὰ νὰ βρεῖ τὴν ψυχή του, πού περιπλανᾶται στὰ μάταια πράγματα τοῦ βίου καὶ στὶς ὀνειρώδεις φαντασίες του, πρῶτα θὰ τὴν «χάσει» ἀπὸ τὴν ζωὴ πού ὑπῆρχε ἐντός της. Καὶ τότε θὰ τὴν βρεῖ ἀληθινά. Ὅσο ὅμως εἶναι ἐναγωνίως προσκολλημένος στὰ πράγματα τοῦ κόσμου, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ διαγνώσει τὴν κατάσταση ἀπώλειας, στὴν ὁποία βρίσκεται ἡ ψυχή του. Κατὰ συνέπεια δὲν θὰ ζητήσει τὴν χαμένη ψυχὴ του οὔτε θὰ τὴν βρεῖ.

Καθὼς ὑπάρχουν δύο ζωές, ὑπάρχουν καὶ δύο θάνατοι· ὁ κατὰ Θεὸν καὶ ὁ κατὰ κόσμον. Αὐτὸ ἄλλωστε καὶ ὁ Παῦλος δήλωσε σαφῶς μὲ τὴν φράση «ἁμαρτία καὶ δικαιοσύνη ζῆν». Ἔτσι ὑπάρχουν δύο ἀπώλειες ψυχῆς, ἡ μία κατακριτέα, ἡ ἄλλη ἐπαινετή. Καὶ ὅπως ἀκριβῶς αὐτὸς πού ζεῖ ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία ἔχει νεκρωθεῖ ὡς πρὸς τὴν δικαιοσύνη καί, ἀντιθέτως, ἐκεῖνος πού ζεῖ ὡς πρὸς τὴν δικαιοσύνη εἶναι νεκρὸς γιὰ τὴν ἁμαρτία, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅποιος ἀκολουθεῖ τὰ θελήματα τῆς σάρκας, πορεύεται πίσω ἀπὸ τὴν σάρκα κι ἔχει χάσει τὴν πορεία πού ἀκολουθεῖ τὸν Κύριο.

Αὐτὸς ὅμως πού μίσησε τὸ σαρκικὸ φρόνημα, τὴν δῆθεν ζωὴ ἀλλά στὴν οὐσία ἀπώλεια, καὶ λέει ἀποφασιστικὰ «πίσω ἀπὸ τὸν Θεό μου θὰ πορευθῶ», ἀντάλλαξε τὴν ἀπώλεια, ἀποκτώντας τὴν ἐπαινετὴ ἀντί τῆς κατακριτέας. Διότι τὸ νὰ χαθεῖ κανεὶς γιὰ τὸν κόσμο, σημαίνει νὰ βρεθεῖ γιὰ τὸν Θεό. Καὶ τὸ νὰ βρεθεῖ κανεὶς γιὰ τὸν κόσμο σημαίνει νὰ χαθεῖ γιὰ τὸν Θεό. Καὶ ποιὰ σκέψη εἶναι πιὸ ἀνόητη ἀπὸ τὸ νὰ βρεῖ κανεὶς ὅλο τὸν κόσμο καὶ νὰ τὸν κερδίσει καὶ νὰ τὸν λάβει ὡς ἰδιοκτησία, τὴν δὲ ψυχή του νὰ ζημιώσει καὶ νὰ χάσει; Ποιὸ εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς; Τί λίτρο θὰ δώσει κανεὶς γι’ αὐτήν; Τίποτε ἀπὸ τὰ ὑλικὰ δὲν εἶναι ἰσότιμο μὲ τὴν ψυχή. Μόνη αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἀνταλλαγεῖ μὲ τὸν ἑαυτό της, μὲ τίποτε ἄλλο. Διότι μέλλει ὁ Υἱός, παίρνοντας τὴν ἐξουσία τῆς κρίσεως ἀπὸ τὸν Πατέρα, νὰ ἔλθει καὶ νὰ ἀποδώσει στὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του.

Ὅταν κανεὶς ἀπό τούς γύρω μας δὲν θὰ μπορεῖ νὰ μᾶς ὠφελήσει. Ὅλοι δὲ γυμνοὶ καὶ ἔρημοι ἀπὸ τὰ ἀλλότρια (καὶ ἀλλότρια λέγω ὅλα αὐτά πού μᾶς περιβάλλουν) θὰ παρασταθοῦμε στὸ βῆμα τῆς κρίσεως. Καὶ βίβλοι θὰ ἀνοιχθοῦν γιὰ νὰ μᾶς ἐλέγξουν, φανερώνοντας μὲ αὐτὰ πού εἶναι στὴν συνείδηση μας ἐντυπωμένα τί ἀκολούθησε ὁ καθένας: τὴν σάρκα ἤ τὸ πνεῦμα, τὸν Χριστὸ ἤ τὸν κόσμο, καὶ ποιὸ εἶδος ἀπώλειας τῆς ψυχῆς προτίμησε, τὴν ἀπώλεια ἀπὸ τὸν Θεὸ ἤ τὴν ἀπώλεια ἀπὸ τὸν κόσμο; Καὶ μὲ αὐτὴ τὴν φοβερὴ καὶ λεπτομερῆ ἐξέταση, Αὐτὸς πού «ἔλαβε τὴν ἐξουσία νὰ κρίνει, διότι εἶναι Υἱός ἀνθρώπου» θὰ ἀποδώσει στὸν καθένα κατὰ τὴν ἀξία του. Διότι «ἔρχεται στὴν δόξα τοῦ Πατρός Του μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους», τὰ λειτουργικά του πνεύματα, ὄχι πλέον ἄμορφος καὶ ἄδοξος, ὅπως τώρα φανερώθηκε στὸν κόσμο, ἀλλ’ ἔχοντας «κάλλος ἀπαράμιλλο ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους» ἐφόσον τὸ σῶμα του ἔκαμε ἄφθαρτο καὶ μὲ τὴν ἀνάσταση μεταστοιχειώθηκε σὲ πνευματικὸ καὶ οὐράνιο —αὐτὸ τὸ ὁποῖο κι ἐμεῖς ἔχουμε ὡς ἀρραβώνα τῆς δικῆς μας μεταστοιχειώσεως καὶ τῶν σωμάτων μεταμορφώσεως.

Προκειμένου λοιπὸν νὰ ἔχουμε βέβαιη τὴν ἀθέατη αὐτὴ ἐλπίδα, θέλει ἀπὸ τώρα νὰ ὑποδείξει στοὺς ἐγκρίτους ἀπό τούς μαθητὲς του τὴν μελλοντικὴ ἐκείνη ἀλλοίωση. «Σὲ μιὰ στιγμή», λέει ὁ Παῦλος, «ὅσο θέλει τὸ μάτι νὰ ἀνοιγοκλείσει». Γι’ αὐτὸ λέει: «Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὑπάρχουν κάποιοι ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς πού βρίσκονται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, μέχρι νὰ δοῦν τὸν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται στὴν βασιλεία Του».

Πῶς πραγματοποιήθηκε τοῦτο, μαθαίνουμε ἀπὸ ὅσα ἀκολούθησαν. «Μετὰ ἀπὸ ἔξι ἡμέρες, παίρνει ὁ Ἰησοῦς μαζί Του τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, τὸν ἀδελφό του καὶ τοὺς ἀνεβάζει σ’ ἕνα ψηλὸ βουνό. Ἐκεῖ μεταμορφώθηκε μπροστά τους· ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του σὰν τὸν ἥλιο καὶ τὰ ροῦχα του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ φῶς. Τότε ἐμφανίστηκε σ’ αὐτοὺς ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας καὶ συνομιλοῦσαν μαζί Του». Αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ ἀκούγονται ἐπιπόλαια. Οὔτε νὰ νομίζουμε ὅτι ἡ ἱστορία σταματᾶ στὶς λέξεις, δηλώνοντας μόνο ὅσα οἱ λέξεις σημαίνουν. Ἀλλά μᾶλλον δηλώνεται κάποια διάφανη μυσταγωγία καὶ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ἡ ἀπόλαυση, πού θὰ ὑπάρξει γιά μᾶς μετὰ ἀπὸ αὐτή τὴν ζωὴ —ἤ μᾶλλον γιὰ τοὺς ἅγιους, ὄχι γιά μᾶς.

Ἔτσι, μετὰ ἀπὸ ἔξι ἥμερες ἐκπληρώνει ὁ Ἰησοῦς τὴν ὑπόσχεσή του πρὸς τοὺς μαθητές. Ἡ δὲ ὑπόσχεση ἦταν ὅτι «κάποιοι ἀνάμεσα στοὺς ἐδῶ εὐρισκομένους δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο πρὶν δοῦν τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ», ἡ ὁποία θὰ φανερωθεῖ μετὰ τὴν συντέλεια τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Γι’ αὐτὸ μετὰ ἀπὸ ἔξι ἡμέρες παρέλαβε ἐκείνους πού ἔπρεπε νὰ γνωρίσουν τὰ θειότερα μυστήρια τῆς βασιλείας πρὶν γευθοῦν θάνατο. Μετὰ δὲ τὶς ἔξι ἡ ἕβδομη ἀκολουθεῖ, ἡ κατάπαυση ἡ ἁγία, κατὰ τὴν ὁποία δὲν γίνεται ἐργασία. Ἐπειδὴ σὲ ἔξι ἥμερες δημιούργησε ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ, καὶ τὴν ἑβδόμη κατέπαυσε καὶ τὴν ὀνόμασε ἅγια. Ὥστε τὴν πρώτη ἡμέρα δόθηκε ἡ ὑπόσχεση, ἡ πρώτη πάλι ὑπῆρξε ἡ πλήρωση τῆς ὑποσχέσεως. Λοιπόν, ὁ ἀριθμὸς ἔξι ἀναλογεῖ στὸν ὑλικὸ αὐτὸ κόσμο, ὁ ὁποῖος συμπληρώνεται ἀπὸ τὰ ἐπὶ μέρους στοιχεῖα του.

Σύμβολο γενέσεως, ἔχει μέσα τὸ ἄρρεν καὶ τὸ θῆλυ, ἡ ἕνωση τῶν ὁποίων προκαλεῖ τὴν σωματικὴ γέννηση. Μετὰ τὴν δημιουργία αὐτῶν ἀκολουθεῖ ἡ ἕβδομη, «κατὰ τὴν ὁποία οὔτε θὰ παντρεύονται οὔτε θὰ παντρεύουν, ἀλλά θὰ εἶναι ὡς ἄγγελοι Θεοῦ στὸν οὐρανό». Γι’ αὐτὸ καὶ παρθένος λέγεται ὁ ἀριθμὸς ἑπτά, ὅπως καὶ ἁγία ἡ ἕβδομη, ὅταν καταπαύεται κάθε ἔργο λατρείας καὶ ὁ καθένας ἐγκαθίσταται στὸν δικό του τόπο.

Μετὰ ἀπὸ αὐτήν, λοιπόν, παραλαμβάνει τοὺς τρεῖς ἐξαίρετους μαθητές. Διότι βέβαια δὲν ἦταν δυνατὸν ὁ Ἰούδας νὰ γίνει θεατὴς τέτοιων μυστηρίων, οὔτε πάλι μόνος αὐτὸς νὰ ἀποκλεισθεῖ ἀπὸ τὴν θεωρία αὐτή, ὥστε νὰ μὴν ἀποτελέσει πρόφαση προδοσίας ἡ προτίμηση τῶν ἄλλων εἰς βάρος του. Γι’ αὐτὸ μόνο τοὺς τρεῖς παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς «καὶ τοὺς ἀνεβάζει σὲ ψηλὸ βουνὸ (καὶ τί εἶναι ὑψηλότερο ἀπὸ τὴν δόξα Του;) καὶ κατιδίαν», διότι ἡ ἄϋλη ζωὴ εἶναι μονήρης. Τοὺς ἀνεβάζει ἀπὸ κάτω ἐπάνω· ὄχι τόσο ὡς πρὸς τὸν τόπο, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν θεότητα· τουτέστι, τοὺς καθιστᾶ χωρητικοὺς τῶν ἐξαίσιων ἐλλάμψεών Του. Τότε «μεταμορφώθηκε μπροστά τους». Καὶ παλαιότερα μεταμορφώθηκε ὁ Ἰησοῦς Σωτήρας, ὄχι ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων ἀλλ’ ἐνώπιον αὐτοῦ του Πατρός Του, ὅταν «δὲν θεώρησε τὴν ἰσότητά Του πρὸς τὸν Πατέρα ἀποτέλεσμα σφετερισμοῦ, ἀλλά κένωσε τὸν ἑαυτὸ Του λαμβάνοντας μορφὴ δούλου, αὐτὸς πού ἦταν Θεός». Τότε λοιπὸν τὴν θεία μορφὴ κάλυψε, ἀφοῦ μεταμορφώθηκε σὲ δοῦλο. Τώρα τὴν μορφὴ τοῦ δούλου ἀποκαθιστᾶ στὴν φυσική Του μορφή. Χωρὶς νὰ ἀπορρίπτει τὴν ἀνθρώπινη οὐσία, τὴν πλουτίζει μὲ τὰ θεϊκὰ ἰδιώματα.

«Μεταμορφώθηκε, λοιπόν, μπροστά τους», δείχνοντάς τους ὅτι ἔτσι «θὰ μετασχηματίσει κάποτε τὸ ταπεινὸ σῶμα μας, καθιστώντας το σύμμορφο μὲ τὸ ἔνδοξο σῶμα Του». «Καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του σὰν τὸν ἥλιο καὶ τὰ ροῦχα Του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ χιόνι». Ὄχι ὅτι τὰ παραβάλλει μὲ τὸν ἥλιο ἤ τὸ χιόνι (πῶς μπορεῖ νὰ τεθεῖ σὲ σύγκριση τὸ ἀσύγκριτο;), ἀλλ’ ἐπειδὴ στὰ ὑλικὰ πράγματα δὲν ὑπάρχει λαμπρότερο τοῦ ἥλιου καὶ λευκότερο τοῦ χιονιοῦ, θέλοντας ἀναλογικὰ νὰ παραστήσει τὴν ὑπερβολὴ τοῦ φωτὸς καὶ τῆς λαμπρότητας, μὲ πράγματα οἰκεῖα σὲ μᾶς σχηματίζει τὴν εἰκόνα. Ἥ δὲ ἔλλαμψη τῶν ἐνδυμάτων Του δηλώνει τὴν μεταλλαγὴ τῶν σωμάτων μας.

Πράγματι, ἐμεῖς γίναμε γι’ Αὐτὸν ἔνδυμα, ἐφόσον περιεβλήθη τὴν σάρκα μας. Ἴσως μάλιστα τὸ μὲν πρόσωπό Του, πού ἔλαμψε σὰν τὸν ἥλιο, συμβολικῶς ὑπαινίσσεται τὸ δικό Του σῶμα, τὰ δὲ ἐνδύματά Του, λευκὰ σὰν χιόνι, συμβολίζουν ὅσους δι’ Αὐτοῦ καθαίρονται μὲ τὴν μεταμορφωτικὴ καὶ ἀλλοιώτικη δύναμή Του. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ παρομοιάζεται μὲ χιόνι τὸ ἔνδυμα, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸ μεταποιούμενο καὶ ἐξαερούμενο ἔγινε ἀπὸ νερὸ χιόνι. Καὶ ὅσον ἀφορᾶ στὸ ὅτι ἔνδυμά Του ἔγινε αὐτὴ ἡ φύση μας, δίχως νὰ χάσει τὰ ἰδιώματά της, ἂς ἀκούσουμε τὸν Ἠσαΐα πού παρουσιάζει τὸν Θεὸ νὰ τοῦ λέει: «Ζῶ ἐγώ, λέγει ὁ Κύριος, καὶ ὅλους αὐτοὺς θὰ ἐνδύσει καὶ θὰ τοὺς στολίσει, ὅπως στολίζεται ἡ νύφη».

Μεταμορφώθηκε, λοιπόν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος καὶ τὰ ροῦχα Του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ χιόνι. Καὶ φανερώθηκαν ἐνώπιόν τους ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας νὰ συνόμιλοῦν μὲ Αὐτόν. Ἔγιναν διορατικώτεροι οἱ ἀπόστολοι, ἀφοῦ συνυψώθηκαν μὲ τὸν Ἰησοῦ στὸ ὄρος καὶ μὲ δυσκολία κατάλαβαν τότε ὅτι ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας συνόμιλοῦν μὲ τὸν Ἰησοῦ, ἀφοῦ μεταμορφώθηκαν μαζί Του. Διότι, ἂν δὲν συμμεταμορφώνονταν, δὲν θὰ συνομιλοῦσαν. Μάλιστα κατὰ τὸν Λουκᾶ «συνομιλοῦσαν με τὸν Ἰησοῦ περὶ τῆς ἐξόδου πού ἔπρεπε νὰ πραγματοποιηθεῖ στὴν Ἱερουσαλήμ». Ἔτσι οἱ μαθητὲς ἄκουγαν ἀπὸ αὐτούς, ὅσα τοὺς εἶχε πεῖ κάποτε ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς δίχως τότε νὰ τὰ κατανοήσουν τότε πού καὶ ὁ Πέτρος φρονώντας τὰ τοῦ  κόσμου εἶχε ἐπιτιμήσει τὸν Ἰησοῦ, ὅταν εἶπε πώς ἔμελλε νὰ θανατωθεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους καὶ νὰ ἐγερθεῖ ἀπό τούς νεκροὺς μετὰ τρεῖς ἡμέρες. Συζητοῦν, λοιπόν, μὲ τὸν Ἰησοῦ ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας τουτέστι ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆτες. Ὅταν μεταμορφωθοῦν οἱ λόγοι τους καὶ παραμεριστοῦν οἱ σκιὲς τοῦ νόμου, τότε θὰ πιστευθεῖ ὁ Μωϋσῆς, ὁ πιστὸς δοῦλος, πού τὰ πάντα ἔγραψε γιὰ τὸν Χριστὸ· καὶ ὁλοφάνερα θὰ παραστήσει μὲ τοὺς λόγους του τὴν ἔξοδό Του, πού ἔμελλε νὰ πραγματοποιηθεῖ στὴν Ἱερουσαλήμ. Προσωπικὰ δὲν μοῦ φαίνεται εὐφυὲς ἐρώτημα καὶ ἄξιο ἐξετάσεως τὸ ἀπὸ ποῦ καὶ πῶς καὶ ἀπὸ ποιὰ σημεῖα γνώρισαν οἱ μαθητὲς τοὺς Προφῆτες. Ἐφόσον εἶχαν φθάσει σὲ τόσο ὕψος, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦν τέτοιας θεωρίας, τὴν ὁποία ὀνόμασε βασιλεία οὐρανῶν Αὐτὸς πού τοὺς ἀποκάλυψε τὸν ἑαυτὸ Του μαζὶ μέ τους Προφῆτες, πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ ἀγνοοῦν τοὺς συμμύστες; Ὁπωσδήποτε και ἄν οἱ ἀπόστολοι ἦσαν προφῆτες καὶ προφῆτες πού συναντοῦν προφῆτες, ἔχουν μία καὶ τὴν αὐτὴ γνώση. Καὶ μάλιστα παρόντος τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Ὁποῖος φώτιζε τὸ ἡγεμονικὸ καὶ μορφοποιοῦσε τὸν νοῦ σύμφωνα μὲ τὴν θεϊκή Του μορφή.

Προφήτης δὲν εἶναι μόνο αὐτὸς πού βλέπει τὰ μέλλοντα, ἀλλά καὶ αὐτός, πού μυεῖται στὴν ἀλήθεια τῶν παρόντων καὶ ἀποκτᾶ τὴν ἀληθινὴ γνώση. Ἡ γνώση εἶναι ἡ κάθαρση καὶ ὁ φωτισμὸς τοῦ ἡγεμονικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, τοῦ νοῦ, πού γίνεται νοῦς Χριστοῦ μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἅγιου Πνεύματος.

«Τότε ἀποκρίθηκε ὁ Πέτρος καὶ εἶπε στὸν Ἰησοῦ· ‘Κύριε, εἶναι ὡραῖα νὰ μείνουμε ἐδῶ· ἐὰν θέλεις, νὰ φτιάξουμε τρεῖς σκηνὲς, μία γιὰ Σένα, μία γιὰ τὸν Μωϋσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία». Κατανοοῦσε ὁ Πέτρος τὴν διαφορὰ τῶν νοητῶν ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ καὶ προτιμᾶ τὰ καλύτερα. Πλὴν ὅμως δὲν εἶναι ἀκόμη τέλεια ἡ γνώση του, καθόσον δὲν θὰ φρόντιζε γιὰ σκηνὲς στὸν χῶρο τῶν νοουμένων. Ἴσως ὅμως ἀγωνιοῦσε ἀκόμη γιὰ τὸν διδάσκαλο, γιὰ τὸν Ὁποῖον προελέχθη ὁ θάνατος. Γι’ αὐτὸν τὸν θάνατο, συζητοῦσαν καὶ οἱ φανερωθέντες μὲ τὸν Ἰησοῦ, καὶ ἀπὸ κοινοῦ ἔλεγαν ὅτι στὴν Ἱερουσαλὴμ θὰ γινόταν αὐτὴ ἡ ἔξοδος. Ἴσως γι’ αὐτὸ παρακαλοῦσε τὸν διδάσκαλο νὰ μείνει καλύτερα ἐκεῖ καὶ νὰ μὴ παραδώσει τὸν ἑαυτό Του στοὺς Φαρισαίους καὶ Γραμματεῖς, πού τὸν φθονοῦσαν. Τάχα νόμιζε ὅτι στὸ βουνὸ κανεὶς ἐπίβουλος δὲν θὰ ἔφθανε. Καὶ διαφορετικὰ δὲν μποροῦσε νὰ γίνει, τὸ νὰ βρίσκεται δηλαδὴ ταυτόχρονα στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ σὲ ἄλλο τόπο. Καλό, λοιπόν, εἶναι νὰ εἴμαστε ἐδῶ μὲ τὸν Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἠλία, παρὰ νὰ πᾶμε πρὸς τοὺς ἀνίερους καὶ θεοκτὸνους ἱερεῖς. Στοχάσου καὶ τὸ λεγόμενο «ἂς φτιάξουμε ἐδῶ τρεῖς σκηνὲς· μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωϋσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία». Ὁ Λουκᾶς μάλιστα σχολιάζει: «Δίχως νὰ ξέρει τί λέει». Ἀγνοοῦσε δηλαδή, ἐνδιαφερόμενος τάχα γιὰ τὸν διδάσκαλο, ὅτι γινόταν ἐμπόδιο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Ὁ δὲ Μάρκος λέει: «Δὲν ἤξερε τί νὰ πεῖ» οὔτε τί νὰ σκεφθεῖ. Ἂς σταθοῦν ψηλότερα αὐτοὶ πού ἀνέβηκαν μὲ τὸν Ἰησοῦ σ’ ἕναν τέτοιο τόπο.

«Ἐνῶ ἀκόμη μιλοῦσε, νεφέλη φωτεινή τούς ἐπισκίασε· καὶ φωνὴ ἀκούσθηκε μέσ’ ἀπὸ τὴν νεφέλη νὰ λέει: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ ἐκλεκτός μου, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε». Σὰν ἄκουσαν οἱ μαθητές, ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπο στὴν γῆ, γιατί φοβήθηκαν πάρα πολύ. Τότε τοὺς πλησίασε ὁ Ἰησοῦς, τοὺς ἄγγιξε καὶ εἶπε: «Σηκωθεῖτε καὶ μὴν φοβᾶσθε». Κι ἀφοῦ ἀνασήκωσαν τὰ μάτια, δὲν εἶδαν κανέναν ἄλλο παρὰ τὸν Ἰησοῦ μόνο Του». Ἐνῶ ὁ Πέτρος ἀκόμη ἔλεγε λόγους ἀγωνίας γιὰ τὸν διδάσκαλο, κατέβηκε φωτεινὸ σύννεφο καὶ τοὺς ἐπισκίασε. Καὶ φωνὴ ἀκούσθηκε μέσ’ ἀπὸ τὸ σύννεφο νὰ διορθώνει τὸν Πέτρο, ἴσως καὶ τοὺς συναδέλφους του, διότι κι αὐτοὶ μπορεῖ νὰ συμμερίζονταν τὴν γνώμη του καὶ νὰ ἤθελαν νὰ μείνουν στὸ βουνό.

Ὥστε δὲν πρέπει νὰ φρονοῦν τίποτε ἀντίθετο πρὸς τὸν ἀγαπητὸ Υἱό, ἀλλά νὰ Τὸν ἀκοῦν καὶ νὰ ἀκολουθοῦν τὸ θέλημά Του. Διότι αὐτὸ σώζει ὅλους τούς ἀνθρώπους. Τὴν δὲ ἑρμηνεία τῆς νεφέλης θὰ τὴν ἀναζητήσουμε σὲ ὅμοια ἀναφερόμενα στὴν Γραφὴ συμβάντα. Εἴδαμε καὶ τὸν Μωϋσῆ νὰ εἰσέρχεται στὴν νεφέλη, ὅταν αὐτὴ κάλυψε τὸ ὅρος στὴν ἔρημο Χωρήβ. Ἐκεῖ βεβαιώθηκε μὲ θεία φωνὴ ὅτι εἰσῆλθε στὸν γνόφο, ὅπου ἦταν ὁ Θεός. Κατόπιν, ὅταν τὴν σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου διαφορετικὰ κάλυψε ἡ νεφέλη, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀκουγόταν ὁ Θεὸς νὰ μιλᾶ στὸν Μωϋςῆ. Στῦλος πάλι νεφέλης προπορευόταν τοῦ λαὸῦ, δροσίζοντας τὴν ἡμέρα, φωτίζοντας τὴν νύχτα. Ἀλλά καὶ ὁ Ἠσαΐας προλέγει ὅτι ὁ Κύριος θὰ ἔλθει σὲ ἀνάλαφρη νεφέλη στὴν Αἴγυπτο. Ἀκόμη καὶ γιὰ τὸν Σολομώντα ἀκοῦμε ὅτι, ὅταν οἰκοδόμησε καὶ καθιέρωσε τὸν ναό, γέμισε τὸ κτίριο ἡ νεφέλη καὶ δὲν μποροῦσαν οἱ ἱερεῖς νὰ εἰσέλθουν καὶ νὰ ἱερουργήσουν μέσα σ’ αὐτήν. Αὐτὰ καὶ περισσότερα μποροῦμε νὰ συγκεντρώσουμε ἀπὸ ὅλη τὴν Γραφὴ γιὰ τὴν φανέρωση καὶ διασάφηση τοῦ ζητουμένου νοήματος, ὥστε νὰ δοῦμε τί ἦταν ἡ νεφέλη πού σκέπασε τὰ πρόσωπα πού φανερώθηκαν, κι αὐτὰ πού θεωροῦσαν, ἀπὸ ὅπου ἀκούσθηκε καὶ ἡ φωνή: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ ἐκλεκτός μου. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε».

Τὶς νεφέλες πού προαναφέραμε πρέπει νὰ θεωρήσουμε συγγενεῖς μεταξύ τους ἤ μᾶλλον δὲν θὰ διστάσουμε νὰ ποῦμε ὅτι πρόκειται περὶ μίας νεφέλης. Δὲν πρέπει νὰ νομίσουμε ὅτι εἶναι ἀναθυμίαση ἀπὸ τὴν γῆ ἡ ἐξαέρωση ὕδατος ἡ πύκνωση ἀέρος καὶ σὲ καμμιὰ περίπτωση ἀέριο τῦς σωματικῆς οὐσίας, ἀλλά ἐφικτὴ γνώση τῆς θείας φύσεως, πού φθάνει σέ μᾶς, τὴν ὁποία οἰκειότερα ἀποκαλοῦμε μεγαλοπρέπεια, καθὼς καὶ ὁ Δαβὶδ τὴν ὀνομάζει.

Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι ἀνέφικτη ἡ κατανόηση τῆς θείας οὐσίας ἀπὸ αὐτοὺς πού ὑπόκεινται σὲ γέννηση καὶ φθορά, φανερώνεται σὲ μᾶς μὲ ὅλους τούς δυνατοὺς τρόπους, καὶ σ’ αὐτοὺς πού μετὰ ἀπὸ Αὐτὸν ἔμειναν κοντά Του, καθὼς βέβαια καὶ μὲ τοὺς Προφῆτες μᾶς μίλησε. Ἔτσι, ἀκούγοντας ἄνθρωπο νὰ λέει· «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Κύριος καὶ Θεός σας», δὲν πιστεύουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ Ἠσαΐας στὴν προκειμένη περίπτωση, εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά πιστεύουμε στὸν Θεὸ πού μιλᾶ ἐντός του. Ἔτσι, ἂν καὶ ἀπὸ τὴν νεφέλη ἐρχόταν ἡ φωνή, εἶναι φανερὸ πώς προερχόταν ἀπὸ τὸν Πατέρα, ὁ ὁποῖος ἐβρόντησε μέσω λογικῆς φύσεως πλησίον αὐτοῦ, μαρτυρώντας τοῦ Ἰησοῦ τὴν υἱότητα. Διότι ὑπάρχουν καὶ ὑποδεέστερες νεφέλες, πού δίνουν φωνὴ καὶ ἑρμηνεύουν μὲ λόγο κατὰ τὸ «φωνὴ ἔδωσαν οἱ νεφέλες», καὶ διατάζουν νὰ μὴ πέσει βροχὴ στὸν ἀκανθοφόρο ἀμπελώνα, τὸν σωματικὸ οἶκο τοῦ Ἰσραήλ. Λέω πώς αὐτοὶ εἶναι Προφῆτες, πού ρίχνουν σὰν βροχὴ τὸν λόγο καὶ ἀρδεύουν αὐτοὺς πού χρειάζονται πότισμα. Αὐτὴ ὅμως ἡ νεφέλη ξεπερνᾶ ὅλες τὶς ἄλλες καὶ ἐπισκιάζει ὅλους. Δηλαδὴ προνοεῖ γιὰ ὅλους. «Αὐτὸς λοιπόν, λέει, εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ ἐκλεκτός μου. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε». Δὲν ὀνομάζει τὸν Υἱὸ ἀγαπημένο, ἀλλά μᾶλλον ἀγαπητό. Ὁ ἀγαπώμενος δὲν εἶναι κατ’ ἀνάγκη καὶ ἀγαπητός. Ὁ ἀγαπητὸς ὅμως εἶναι καὶ ἀγαπώμενος. Διότι τὸ ἀγαπητὸ εἶναι πάντοτε ἀπὸ τὴν φύση τοῦ ἀγαπητὸ· τὸ δὲ ἀγαπώμενο ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι ἀπὸ τὴν φύση του, ἀλλ’ ἡ ἀγάπη ὑπάρχει ὡς ἀποτέλεσμα ἀγαθῆς πρὸς αὐτὸ διαθέσεως.

Ὁ Υἱὸς λοιπόν, ἕνας, εἶναι καὶ τὰ δύο, καὶ ἀγαπητὸς καί, ἂς τὸ ποῦμε ἔτσι, ἐκλεκτός. Ἐπειδὴ προσέλαβε κάτι ἑτερούσιο ἀπ’ Αὐτόν, καὶ προσλήφθηκε τὸ ὄχι ὁμοούσιο μὲ τὴν ἀνάδειξη μιᾶς ὑποστάσεως. Καὶ ὑπέδειξε σὲ μᾶς ὁ Πατὴρ μὲ τὴν μαρτυρία Του τὴν ἑτερότητα ὄχι χωρίζοντας τὰ ἑνωμένα (τὸν Λόγο καὶ τὸν ἄνθρωπο) —πῶς νὰ χωρισθοῦν αὐτὰ πού ὁ Θεὸς ἕνωσε;— ἀλλά διδάσκοντας τὴν ἕνωση τῶν ἑτεροφυῶν καὶ Αὐτὸν πού προῆλθε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἕνωση, τὸν ἕνα Υἱό, Χριστό, Κύριο, ἕναν Υἱὸ ἀγαπητό, τὸν Ὁποῖο εὐδόκησε ὁ Πατὴρ νὰ ἀκούει καὶ νὰ λατρεύει ὅλη ἡ κτίση.

Αὐτή, λοιπόν, τὴν μεγαλοπρεπῆ φωνὴ ἀκούγοντας οἱ ἀπόστολοι ἔπεσαν μὲ τὸ πρόσωπο στὴν γῆ, ὑποτασσόμενοι στὴν φωνὴ πού ἔφθασε ἀπὸ ψηλὰ καὶ «φοβήθηκαν πάρα πολύ». Φοβήθηκαν ἴσως γιὰ τὴν προηγούμενη ἀπείθεια, ἀφοῦ ἔμαθαν ὅτι φρονοῦσαν ἐνάντια στὴν εὐδοκία τοῦ Πατρὸς αἰσθανόμενοι ἀποτροπιασμὸ γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Υἱοῦ, μὲ τὸν ὁποῖο θάνατο προταμιευόταν γιὰ ὅλους τούς ἀνθρώπους ἡ σωτηρία, κατὰ τὴν ἀρχαία ἀπόφαση τοῦ Πατρός.

Κι ἐνῶ κείτονταν στὴν γῆ ἔντρομοι, «πλησιάζοντας ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἄγγιξε καὶ εἶπε: σηκωθεῖτε καὶ μὴ φοβᾶσθε». Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ διώξει τὸν φόβο καὶ τὴν δειλία ἐκείνη παρὰ μόνο ὁ Υἱός, πού παραγγέλλει σὲ ὅσους τὸν πλησιάζουν νὰ ἔχουν πάντοτε θάρρος.

Αὐτοὶ ὑπάκουσαν καὶ ὕψωσαν τὰ μάτια σκοτεινιασμένα, ἴσως ἀπὸ τὸν φόβο. «Καὶ ἀφοῦ σήκωσαν τὰ μάτια, εἶδαν τὸν Ἰησοῦ μόνο». Μέχρι ἐδῶ ἦταν ἡ αἰνιγματώδης φανέρωση τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. «Καὶ ἐνῶ κατέβαιναν ἀπὸ τὸ βουνό, τοὺς διέταξε ὁ Ἰησοῦς λέγοντας: «Σὲ κανένα νὰ μὴν ἀποκαλύψετε τὸ ὅραμα, ἕως ὅτου ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἀναστηθεῖ». Γιατί ἄραγε τοὺς ἐμπόδισε νὰ διηγηθοῦν ὅσα εἶδαν καὶ νὰ φανερώσουν τὸ μυστήριο τῆς ἀναστάσεως; Διότι πρῶτα ἔπρεπε ὁ ἐκ νεκρῶν πρωτότοκος νὰ ἀναστηθεῖ πιστοποιώντας ἐμπράκτως τὴν ἀνάσταση, καὶ τότε νὰ γνωρισθεῖ μὲ τὴν μαρτυρία αὐτὴ ἡ κοινὴ ἀνάσταση ὅλων.

Πράγματι, ποιὸς θὰ πίστευε αὐτά, τὰ ὁποῖα δὲν πίστευσαν οἱ ἔγκριτοι τῶν ἀποστόλων; Ὁ Πέτρος μάλιστα καὶ βλάσφημο θεώρησε τὸν λόγο περὶ τοῦ θανάτου τοῦ Σωτήρα, ἕως ὅτου ἄκουσαν ἀπὸ ψηλὰ τὴν φωνὴ νὰ μαρτυρεῖ τὸν ἀγαπητὸ Υἱὸ καὶ νὰ προστάζει τὴν ὑπακοὴ σὲ Αὐτόν. «Αὐτὸν ἀκοῦτε», λέει, καὶ νὰ θεωρεῖτε νόμο ἀπαρασάλευτο ὅ,τι λέγεται ἀπὸ Αὐτόν. Κατ’ ἀνάγκη, λοιπόν, ζήτησε ἀπό τούς μαθητὲς νὰ σιωπήσουν, μέχρις ὅτου ὁ Ἴδιος στὸ τέλος νικήσει τὸν θάνατο, ὥστε νὰ μὴ συνηθίσουν νὰ ἄπιστοῦν οἱ ἀκροατὲς τῶν λόγων τους. Πράγματι, μετὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Πρωτότοκου μὲ παρρησία διατράνωσαν τὴν κοινὴ ἀνάσταση καὶ τὴν μεταβολὴ ἀπὸ τὰ ὑλικὰ στὰ πνευματικὰ σώματα, κηρύττοντας σὲ ὅλους ὅτι, καθὼς «ὁ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, δὲν πεθαίνει πιὰ καὶ ὁ θάνατος δὲν κυριαρχεῖ ἐπάνω Του», ἔτσι καὶ ἐμᾶς θὰ κάμει συμμόρφους τῆς δόξας Του καὶ θὰ μετασχηματίσει τὰ σώματά μας σὲ πνευματικὰ καὶ ἄφθαρτα. Καὶ ἂν βαδίσουμε τὴν ὁδό της νέας ζωής, θὰ ἁρπαγοῦμε σὲ νεφέλες γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε τὸν Κύριο στὸν ἀέρα καὶ ἔτσι πάντοτε θὰ εἴμαστε μαζὶ μὲ τὸν Κύριο.

Σ’ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες. Ἀμήν.



Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος

Ἀγιος Ιωάνης ο Χρυσόστομος Ἐμπρός, φίλοι μου, ἂς ἁπλώσουμε σήμερα χωρὶς δισταγμὸ τὸ χέρι στοὺς θησαυροὺς τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ ἀντλήσουμε ἀπὸ ἐκεῖ κατὰ τὴν συνήθειά μας πλοῦτο, πού ἄφθονα σὲ ὅλους διαμοιράζεται καὶ οὔτε στὸ ἐλάχιστο ποτὲ δὲν ξοδεύεται.

Ἐλᾶτε, τὸν πάνσοφο καὶ πάλι ἂς ἀκολουθήσουμε, τὸν ὡραῖο ὁδηγό μας, τὸν Λουκᾶ, νὰ δοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ ἀνεβαίνει σὲ ὄρος ὑψηλὸ καὶ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη νὰ παίρνει μάρτυρες τῆς θεϊκῆς Μεταμορφώσεως. Διότι «πῆρε μαζί Του», λέει, «αὐτοὺς πού ἀποτελοῦσαν τὴν συντροφιὰ τοῦ Πέτρου καὶ σὲ ὄρος ὑψηλὸ ἀνέβηκε» ὁ Δεσπότης. Ὄρος ὑψηλό, στὸ ὁποῖο ἡ δυάδα Μωυσῆς καὶ Ἠλίας συζητοῦσε μὲ τὸν Χριστό.

Ὄρος ὑψηλό, ἐπάνω στὸ ὁποῖο ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆτες συνομιλοῦσαν μὲ τὴν Χάρη. Ὄρος ὑψηλό: σ’ αὐτὸ ὁ Μωυσῆς, πού ἔγινε σφαγέας τοῦ ἀμνοῦ γιὰ τὸ πάσχα τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ ἔτσι μὲ τὸ αἷμα τὰ ἀνώφλια τῶν Ἑβραίων ράντισε.

Ὄρος ὑψηλό, σ’ αὐτὸ ὁ Ἠλίας, πού κοντὰ σ’ ἐκείνους τὸ βόδι εἶχε τεμαχίσει, τὴν θυσία τὴν περιχυμένη μὲ νερὸ εἶχε ἀφανίσει μὲ φωτιά. Ὄρος ὑψηλό, ὅπου ὁ Μωυσῆς, ὁ ἄνθρωπος πού ἄνοιξε καὶ ἔκλεισε τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας τὰ πολλὰ καὶ πάντοτε ἀξεχώριστα νερά. Ὄρος ὑψηλό, γιὰ νὰ μάθουν ὅσοι ἀνῆκαν στὸν κύκλο τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἰακώβου ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ πρόσωπο, ἐμπρὸς στὸ ὁποῖο κάθε γόνατο θὰ λυγίσει τῶν ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων.

Βέβαια, ἀνέβηκε μόνο μὲ τρεῖς, δὲν τοὺς πῆρε ὅλους μαζί Του, δὲν τοὺς ἄφησε κάτω ὅλους, δὲν ἀπέκλεισε τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν φανέρωση τῆς δόξας Του, δὲν τοὺς ἔκρινε ὑποδεέστερους, ἀφοῦ, καθὼς εἶναι δίκαιος, μὲ δικαιοσύνη τὰ πάντα τακτοποιεῖ. Ἔχοντας ὅλους στὸν νοῦ Του, δὲν χωρίζει ἀπὸ τὴν μεταξύ τους ἀγάπη αὐτοὺς πού ἕνωσε. Ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν ἦταν ἄξιος νὰ δεῖ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο καὶ τὴν φοβερὴ ἐκείνη ὀπτασία ὁ Ἰούδας, ὁ μελλοντικὸς προδότης, γιὰ τοῦτο ὁ Κύριος καὶ τοὺς ἄλλους ἀφήνει, γιὰ νὰ ἀφήσει ὕστερα κι ἐκεῖνον, πού δὲν ἀφέθηκε μόνος, τελείως ἀναπολόγητο, καὶ τοὺς τρεῖς, σύμφωνα μὲ τὸν μωσαϊκὸ Νόμο, νὰ πάρει ἐπαρκεῖς μάρτυρες τῆς Μεταμορφώσεως. Αὐτοὶ ἐσωτερικά, ψυχικά, καὶ τοὺς ὑπόλοιπους ἔφεραν μαζί τους. Διότι λέει ὁ Ἴδιος: «Φύλαξέ τους, Πάτερ δίκαιε, γιὰ νὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ ἕνα, ὅπως καὶ ἐμεῖς ἕνα εἴμαστε». Διότι, ἂν ἔβλεπε ὁ Ἰούδας σιμὰ στὸ ὅρος τὸν Ἀνδρέα, τὸν Θωμᾶ, τὸν Φίλιππο καὶ τοὺς ὑπόλοιπους νὰ βρίσκονται μαζί Του καὶ οὔτε νὰ γογγύζουν, νὰ μὴν ἀγανακτοῦν, νὰ μὴν κακολογοῦν, ἀλλά νὰ χαίρονται καὶ κοινὴ νὰ λογαριάζουν γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους καὶ τοὺς ἀπόντες τὴν χάρη ἀπὸ ψηλά, ἦταν ἀπὸ κάθε ἀπολογία στερημένος, ἀφοῦ ποτὲ γιὰ κανένα θαῦμα δὲν τὸν παρέβλεψε ὁ Χριστός. Ἀπεναντίας, καὶ τὸ κουτὶ τῶν συνεισφορῶν εἶχε, μόλο πού τὴν διάθεση τοῦ μύρου (ἀπὸ τὴν εὐγνώμονα Μαρία στὴν Βηθανία) χωρὶς λόγο ζήλευε, καὶ τὸν Διδάσκαλο στοὺς ἐχθροὺς τόλμησε νὰ προδώσει.

Τί λέει, λοιπόν, ὁ Εὐαγγελιστής; «Καὶ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους καὶ ἐμφανίστηκαν ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας νὰ συζητοῦν μαζί Του». Ἀλλά ὁ Πέτρος, σὰν θερμὸς πάντα γύρω ἀπὸ ὅλα τὰ θέματα, παρότι μὲ τὰ μάτια τῆς διάνοιας εἶδε κάποια στιγμὴ αὐτοὺς πού δὲν γνώριζε νὰ συνομιλοῦν μ’ Αὐτόν, ἐλάχιστα λογαριάζοντας τὸ θαῦμα, ὑπολογίζοντας ὄχι τὸν παράδοξο χαρακτήρα τῆς θείας ἐλλάμψεως, ὀνόμαζε ὡραῖο τὸν ἔρημο τόπο. Σκηνοποιὸς ἀπὸ ψαρᾶς νὰ γίνει ἤθελε, ἀφοῦ φώναζε στὸν Σωτήρα: «Ἂς κάνουμε τρεῖς σκηνές· μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία» δίχως νὰ ξέρει τί λέει.

Ἀλλά, Πέτρο, κορυφαῖε καὶ πρῶτε στὴν χορεία τῶν Μαθητῶν, γιατί μὲ οὐτιδανὲς σκέψεις ἀπερίσκεπτα προτρέχεις καὶ μὲ συλλογισμοὺς ἀνθρώπινους μιλᾶς ὁλότελα εἰς βάρος τῶν θείων, θέλοντας νὰ στήσεις τρεῖς σκηνὲς σὲ ἐρημιά; Ὅμοια μὲ τῶν δούλων ἀξία καθορίζεις γιὰ τὸν Δεσπότη; Καὶ γιὰ τὸν Χριστὸ μία σκηνὴ καὶ γιὰ τοὺς δύο ἐξίσου βιάζεσαι νὰ φτιάξεις; Μήπως, λοιπόν, ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως Αὐτός, συνελήφθη ὁ Μωυσῆς; Μήπως παρθένος γέννησε τὸν Ἠλία, ὅπως Αὐτὸν ἡ Παναγία Παρθένος Μαρία; Μήπως ὡς ἔμβρυο μέσα ἀπὸ τὴν μήτρα τὸν ἀντιλήφθηκε ὁ Πρόδρομος; Μήπως ὁ οὐρανὸς ἔδωσε μήνυμα γιὰ τοῦ Ἠλία τὴν γέννηση, οἱ μάγοι προσκύνησαν τοῦ Μωυσῆ τὰ σπάργανα; Μήπως λοιπὸν ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας ἔκαμαν τόσα θαύματα ἤ ἀπὸ σπήλαιο ἀνθρώπινο ἔδιωξαν πονηρὰ πνεύματα; Ὁ Μωυσῆς, βέβαια, ὀργίστηκε κάποτε καί, σὰν χτύπησε τὸ πέλαγος μὲ ράβδο, τὸ διάβηκε· ὁ διδάσκαλός σου ὅμως Ἰησοῦς πάνω στὴν θάλασσα περπάτησε μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο καὶ βατὸν ἔκαμε τὸν βυθό. ὁ Ἠλίας μετὰ ἀπὸ ἱκεσία πλήθυνε τῆς χήρας τὸ ἀλεύρι καὶ τὸν γιὸ της ἀνέστησε ἀπό τούς νεκρούς, ἐνῶ Ἐκεῖνος μαθητὴ Του μέσα ἀπό τούς ψαράδες σὲ πῆρε καὶ μὲ λίγους ἄρτους χιλιάδες ἀνθρώπους χόρτασε καὶ τὸν Ἅδη ἄφησε γυμνὸν ἀπὸ ἅρματα καὶ ἅρπαξε αὐτοὺς πού, ἀφότου φάνηκαν ἄνθρωποι στὴν γῆ, ἤσαν παραδομένοι σὲ ὕπνο.

Γι’ αὐτό, Πέτρο, μὴ λές, «ἂς φτιάξουμε ἐδῶ τρεῖς σκηνές», μήτε, «ὄμορφα εἶναι ἐδῶ νὰ εἴμαστε», μήτε λόγο πού ἀναφέρεται σὲ κάτι ἀνθρώπινο ἡ μικροπρεπές, μήτε κάτι γήινο ἤ εὐτελές. Τὰ ἄνω νὰ σκέφτεσαι, τὰ ἄνω ν’ ἀναζητεῖς, καθὼς ὁ Παῦλος μήνυσε, ὄχι τὰ ἐπίγεια. Διότι πῶς εἶναι ὄμορφο νὰ βρισκόμαστε ἐμεῖς ἐδῶ, ὅπου ὁ Ὄφις κακομεταχειρίστηκε καὶ ἔβλαψε τὸν πρωτόπλαστο καὶ ἔτσι τὸν παράδεισο ἔκλεισε; Ὅπου τὸ ψωμὶ μὲ ἱδρῶτα τοῦ προσώπου του νὰ τρώει ἀκούσαμε; Ὅπου μάθαμε ὅτι εἰπώθηκε σ’ αὐτὸν νὰ στενάζει καὶ νὰ τρέμει γιὰ τὴν παρακοὴ τοῦ ἐπάνω στὴν γῆ; Ὅπου τὰ πάντα εἶναι σκιά; Ὅπου τὰ πάντα θὰ παρέλθουν καὶ θὰ χαθοῦν, σὲ χρόνο τόσο, ὅσο διαρκεῖ μιὰ ἁπλή κίνηση; Πῶς λοιπὸν τὸ νὰ βρισκόμαστε ἐδῶ εἶναι ὡραῖο; Ἐὰν ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἤθελε νὰ μᾶς παρατήσει, γιατί πῆρε αἷμα καὶ σάρκα; Ἐὰν ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἤθελε νὰ μᾶς ἐγκαταλείψει, γιατί ἔσκυψε στὸν πεσόντα ἄνθρωπο μὲ συγκατάβαση; γιατί αὐτὸν πού βρισκόταν χάμω ἀνέστησε;

Ἐὰν νομίζεις ὅτι εἶναι ὡραῖο νὰ εἴμαστε ἐπάνω στὴν γῆ, ματαίως ἔλαβες τὴν προσωνυμία «κλειδοῦχος τῶν οὐρανῶν». Σὲ ποιὰ περίπτωση, λοιπόν, μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθοῦν τῶν οὐρανῶν τὰ κλειδιά; Ἀφοῦ τὸ ὅρος τοῦτο ποθεῖς, παράτησε στὸ ἑξῆς τοὺς οὐρανούς. Ἂν σκηνὲς νὰ σηκώσεις θέλεις, μὴ συνεχίσεις νὰ εἶσαι τῆς Ἐκκλησίας θεμέλιος. Διότι μεταμορφώθηκε ὁ Χριστὸς ὄχι χωρὶς ἰδιαίτερο λόγο, ἀλλά γιὰ νὰ φανερώσει σ’ ἐμᾶς μέσ’ ἀπ’ τὰ πράγματα τὴν μεταμόρφωση, πού μέλλει νὰ ὑποστεῖ ἡ φύση μας, καὶ τὸν δεύτερο σωτήριο ἐρχομό Του, ὁ ὁποῖος θὰ γίνει πάνω στὶς νεφέλες, μέσα στὶς φωνὲς τῶν Ἀρχαγγέλων. Διότι ὁ Ἴδιος εἶναι πού τὸ φῶς σὰν πανωφόρι περιβάλλεται, καθὼς εἶναι κριτὴς ζωντανῶν καὶ νεκρῶν. Γι’ αὐτὸ ἐμφάνισε τὸν Μωυσῆ καὶ τὸν Ἠλία, γιὰ νὰ παρουσιάσει τὰ δείγματα τῶν ἀρχαίων προσώπων.

Καὶ τί λέει ὁ μεγάλος συγγραφέας; «Ἐνῶ ἀκόμη αὐτὸς μιλοῦσε, νά, νεφέλη φωτεινὴ ἀπὸ πάνω τους κάλυψε. Καὶ ἰδού, φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ λέει: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ ὁποῖος ἔχει πλήρη τὴν εὐαρέσκειά μου. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε». Ὅσο ἀκόμη, λέει ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ Πέτρος μιλοῦσε, εἶπε ὡς ἀπάντηση στὰ λόγια του ὁ Πατήρ: «Γιατί, Πέτρο, λὲς ὅτι εἶναι ὄμορφα, ἀφοῦ δὲν ξέρεις αὐτὸ πού λές; λησμόνησες τὸν ἑαυτό σου ἤ μήπως φθονεῖς τὸ γένος; Ἀκόμη δὲν ἔχεις παιδαγωγηθεῖ; Μέχρι τώρα δὲν ἀπέκτησες τὴν ἀσφαλῆ γνώση σχετικὰ μὲ τὴν υἱότητα, ἐσύ πού λές: «Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ». Τόσα θαύματα εἶδες καθαρά, γιὲ τοῦ Ἰωνᾶ, καὶ ἀκόμα εἶσαι Σίμων; Τῶν οὐρανῶν κλειδοῦχο σὲ τοποθέτησε καὶ τῆς θαλασσινῆς δουλειᾶς ἀκόμα τὸ ροῦχο δὲν πέταξες ἀπὸ πάνω σου; Ὁρῖστε, γιὰ τρίτη φορὰ ἀντιστέκεσαι στοῦ Σωτήρα τὸ θέλημα, δίχως νὰ ξέρεις αὐτὸ πού λές. Σοῦ εἶπε δηλαδή: «Πρέπει νὰ ὑποστῶ τὸ πάθος» καὶ λές: «Νὰ μὴ σοῦ συμβεῖ αὐτό». Εἶπε πάλι: «Ὅλοι θὰ σκανδαλισθεῖτε», καὶ λές: «Ἂν ὅλοι σκανδαλισθοῦν, ἐγώ δὲν θὰ σκανδαλισθῶ». Ὁρίστε, καὶ τώρα νὰ σηκώσεις θέλεις σκηνὴ γιὰ τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος μαζὶ μὲ μένα θεμελίωσε τὴν γῆ, ὁ Ὁποῖος μαζὶ μὲ μένα ἕνωσε ὑδάτινους ὄγκους σὲ σύνολο ὀργανικό, τὴν θάλασσα, καὶ τὸ στερέωμα κάρφωσε, στὸν αἰθέρα ἔδωσε φωτιά· καὶ μαζὶ μὲ μένα δημιούργησε ὅλα τὰ πρὶν ἀπὸ τὴν αἰσθητὴ κτίση· σκηνὴ γι’ Αὐτόν, πού γεννήθηκε ἀπὸ μένα, σκηνὴ γι’ Αὐτὸν πού ὑπάρχει μέσα σὲ μένα καὶ μαζί σας, σκηνὴ γιὰ τὸν χωρὶς πατέρα Ἀδάμ, σκηνὴ γιὰ τὸν χωρὶς μητέρα Θεό, σκηνὴ γι’ Αὐτὸν πού ἔκαμε δική του σκηνὴ διαλεγμένη, κοιλία παρθενική. Λοιπόν, ἐπειδὴ ἐσύ τρεῖς σκηνὲς θέλεις νὰ φτιάξεις, ἔχοντας ἄγνοια γι’ αὐτὸ πού λές, ἐγώ νεφέλη φωτεινὴ χρησιμοποίησα γιὰ σκηνή. Ἔτσι, ἔκρυψα τοὺς παρόντες καὶ λέω δυνατά: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖο εὐδόκησα». Ὄχι ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, ἀλλά Αὐτός· ὄχι ἐκεῖνος, ὄχι ὁ ἄλλος, ἀλλ’ Αὐτός, ἕνας και ἄν εἶναι ὁ Ἴδιος, ὁ ἐκλεκτός μου, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε.

Τὸν Μωϋσῆ ἀνέδειξα δίκαιο, ἀλλά σ’ Αὐτὸν βρῆκα καθετὶ ἀρεστό. Τὸν Ἠλία τὸν πῆρα ἀπὸ τὴν γῆ, ἀλλ’ Αὐτὸν τὸν ἔστειλα ἀπὸ Παρθένο στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό». Διότι κανείς, λέει ὁ Χριστός, δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, παρεκτὸς ἀπ’ ἐκεῖνον πού ἀπ’ τὸν οὐρανὸ κατέβηκε. Ἀπὸ ἐκεῖ λοιπὸν πραγματοποίησε τὴν κάθοδό Του στὴν γῆ, ἐκεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ Του «ἐξῆλθε», ἔχοντας πάρει μορφὴ δούλου. Ἐὰν παρέμεινε αὐτὸ πού ἦταν καὶ δὲν ἔγινε ὅ,τι ἀκριβῶς εἴμαστε, ἂν δὲν ὑπέμεινε σταυρὸ γιὰ μᾶς μὲ σχῆμα ἀνθρώπινο καὶ δὲν ἐξαγόρασε μὲ τὸ δικό Του αἷμα τὸν κόσμο, τότε δὲν πραγματώνεται ἡ θεία Οἰκονομία καὶ ἀπομένουν ὅσα τὸν παλαιὸ καιρὸ εἶπαν οἱ Προφῆτες ἀβέβαια λόγια. «Ὅμως πᾶψε, Πέτρο, καὶ μὴν ἔχεις στὴν σκέψη σου ὅσα ταιριάζει σὲ ἀνθρώπους, ἀλλ’ αὐτὰ πού ἁρμόζουν στὸν Θεό. Διότι Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ Ὁποῖος ἔχει τέλεια τὴν εὐαρέσκειά μου. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε. Καθότι δύο φορὲς ἔχω ἐκφραστεῖ μὲ φωνή, πού μιλοῦσε γι’ Αὐτόν, τὴν μία πού εἶσθε παρόντες στὸ ὅρος αὐτό, τὴν ἄλλη παρόντος τοῦ Ἰωάννη στὸν Ἰορδάνη ποταμό».

Αὐτὴ τὴν φωνὴ θὰ παρουσιάσει ἀληθινὴ ὁ παλαιὸς Προφήτης, πού κήρυξε μεγαλόφωνα: «Τὸ Θαβὼρ καὶ τὸ Ἐρμονιήλ στὸ ὄνομά Σου θὰ ἀγαλλιάσουν». Ποιὸ ὄνομα; «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Διότι τοῦ χάρισε ὄνομα τρανότερο ἀπὸ κάθε ὄνομα. Ἀλλά τὸ δίχως ἄλλο θὰ πεῖς, ἀγαπητέ μου: «Τί σημαίνει, Τὸ Θαβὼρ καὶ τὸ Ἐρμονιήλ στὸ ὄνομά Σου θὰ νιώσουν ἀγαλλίαση»; Μάθε λοιπὸν καὶ ἀποτύπωσέ το στὴν σκέψη σου: Τὸ Θαβώρ, αὐτὸ εἶναι τὸ ὅρος, ὅπου θέλησε καὶ μεταμορφώθηκε ὁ Χριστὸς καὶ δόθηκε γι’ Αὐτὸν μαρτυρία ἀπὸ τὸν Πατέρα πώς εἶναι Υἱός Του, καθὼς πρὶν ἀπὸ λίγο ἀκούσατε. Τὸ Ἐρμονιήλ πάλι εἶναι ὅρος μικρό, ἀπὸ τὴν γῆ τοῦ Ἰορδάνη, ἀπ’ ὅπου ἔγινε ἡ ἀνάληψη τοῦ Ἠλία καὶ κοντὰ στὸ ὁποῖο, μὲς στὸ τρεχούμενο νερὸ τοῦ Ἰορδάνη, ἐπεθύμησε καὶ βαπτίστηκε ὁ Χριστός, καὶ τότε δόθηκε γι’ Αὐτὸν μαρτυρία ἀπὸ τὸν Πατέρα πώς εἶναι Υἱός Του. Σ’ αὐτὰ τὰ δύο ὄρη ὁ ἄχραντος Πατὴρ ἐπιβεβαιώνοντας τὴν υἱότητα, καὶ τότε καὶ τώρα γιὰ δεύτερη φορὰ λέει μὲ φωνὴ δυνατή: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν Ὁποῖο εὐδόκησα, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε. Διότι αὐτὸς πού Τὸν ἀκούει καὶ ἐμένα ἀκούει. Καὶ αὐτὸς πού θὰ ντραπεῖ γι’ Αὐτὸν καὶ γιὰ τὰ λόγια Του, καὶ ἐγώ θὰ ντραπῶ γι’ αὐτόν, ὅταν φανερωθῶ μὲς στὴν δόξα μου καθὼς καὶ οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε, χωρὶς προσποίηση, χωρὶς κακία, χωρὶς περιέργεια, μὲ πίστη ἀναζητώντας Τον, ἀλλά ὄχι θέλοντας μὲ γλωσσικὲς ἀπόπειρες νὰ ὁρίσετε τὰ μεγέθη Του, μὲ τὴν πίστη προχωρώντας στὸν χῶρο τοῦ ὑπέρλογου, ἀλλ’ ὄχι μὲ τὰ λόγια ἐπιχειρώντας νὰ βρεῖτε τὰ μέτρα τοῦ Λόγου». Διότι τώρα ὁ Παῦλος, ὁ δεινὸς ὁμιλητής, βάζοντας χαλινάρι στὸν περίεργο ἄνθρωπο καὶ τὰ πάντα διδάσκοντας χωρὶς δισταγμούς, κηρύττει μεγαλοφώνως: «Βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ! Πόσο ἀνεξερεύνητες εἶναι οἱ κρίσεις καὶ ἀποφάσεις Του καὶ πόσο ἀνεξιχνίαστοι οἱ δρόμοι, μέσα ἀπό τούς ὁποίους ἐνεργεῖ!»

Σὲ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς ἀτελείωτους αἰῶνες. Ἀμήν.

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου: Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος Εκτύπωση

Ὁσίου Θεολήπτου Φιλαδελφείας: Στή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ

Άγιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας Ἡ σημερινή λαμπρή ἡμέρα τῆς Μεταμόρφωσης, ἀπαιτεῖ νά ἐξηγήσω στήν ἀγάπη σας -ἀνάλογα μέ τή Χάρη πού μοῦ δόθηκε ἀπό τόν Χριστό πού μεταμορφώθηκε- τό μυστήριο τῆς ἑορτῆς. Καί ἔτσι, ἀφοῦ μάθουμε τή δύναμη τοῦ μυστηρίου πού κρύβεται μέσα της, νά ἑορτάζουμε ἀπό δῶ καί πέρα ὄχι μόνο ψάλλοντας ἱερούς ὕμνους, ἀλλά καί μέ σωστή ζωή.

Ἐπειδή αὐτό ἀκριβῶς, δηλαδή ἡ προκοπή μας στά καλά ἔργα, ἀποδεικνύει καί ὅτι ἔχουμε ἐπίγνωση τῆς δωρεᾶς πού ἀξιωθήκαμε καί ὅτι ἔχουμε ἀνακαλύψει τό θησαυρό της, τιμώντας ἔτσι σεβαστικά τήν ἑορτή καί μέ τά λόγια καί μέ τά ἔργα μας.

 Ἐκεῖνος πού βαδίζει σέ πεδιάδα περπατάει εὔκολα, ἐπειδή ὁ τόπος εἶναι ὁμαλός καί διευκολύνει τήν ὁδοιπορία. Ὅποιος ὅμως ἀνεβαίνει σέ βουνό κοπιάζει καί λούζεται στόν ἱδρώτα, ἐξαιτίας τῆς ἀνηφοριᾶς, τῆς σωματικῆς πίεσης καί τῆς κόπωσης πού ἐκείνη προκαλεῖ.

Μέ ἴσια, ὁμαλή καί εὐκολοπερπάτητη γῆ, παρομοίασε τό βίο μέσα στίς ἡδονές, τήν ἄνεση καί τήν τρυφή τῆς “κατά σάρκαν” ζωῆς. ᾿Eπειδή ἡ ζωή αὐτή περνάει μέσα στήν ἄνεση καί τήν εὐκολία τῶν μάταιων ἡδονῶν.

Μέ βουνό πάλι, παρομοίασε τήν ἐνάρετη ζωή, ἐξαιτίας τῆς ἐγκράτειας σέ ὅλα, τῆς ἀγριάδας τῆς ἄσκησης καί τοῦ πόνου πού ὑποφέρουμε ἀπ’ ὅσα θλιβερά μᾶς ἀπαντοῦν στή ζωή.

 Ὅποιος συζεῖ μέ τήν ἐγκράτεια καί πορεύεται σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί ὅποιος καταμαραίνει τίς σωματικές ἡδονές, ἐκεῖνος ἀποδεικνύεται, σάν τόν ἀπόστολο Πέτρο, πιστός καί θερμός μαθητής τοῦ Κυρίου. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, θανατώνει τό κοσμικό φρόνημα, καταργεῖ τούς σαρκικούς λογισμούς, ἑτοιμάζεται γιά τήν κακοπάθεια πού συνεπάγεται τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἐλέγχει ἐκείνους πού ζοῦν ἄσχημη καί ἁμαρτωλή ζωή καί ὑπομένει γιά χάρη τῆς ἀλήθειας τίς κακώσεις πού αὐτοί τοῦ προκαλοῦν, ἐπιδεικνύοντας ἔτσι τό ζῆλο τοῦ ἀποστόλου Ἰακώβου.

Ὅποιος πάλι ἔχει κάνει ἀπόλαυση καί τροφή τῆς διανοίας του τά ἱερά λόγια, ὅποιος φλέγεται ἀπό τήν ἐπιθυμία τῆς μελέτης καί ἀσχολεῖται ἐπίμονα καί εὐχάριστα μέ τούς λόγους τῆς φύσεως καί τήν κατανόηση τῆς ἀλήθειας, αὐτός μιμεῖται τόν τρόπο σκέψεως καί ζωῆς τοῦ εὐαγγελιστή Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου. Αὐτός μέ τό σῶμα, τήν ψυχή καί τή διάνοια ἀκολουθεῖ κατά βῆμα τόν Κύριο. Αὐτός πάντα τρέχει τό θλιβερό δρόμο τῆς ἀρετῆς, ἀνεβαίνει στό νοητό ὄρος καί προσεύχεται ἀπερίσπαστα. Ἐπειδή ἐκεῖ ἐκτελεῖται ἡ καθαρή προσευχή, πού διώχνει μακριά κάθε ἔννοια αὐτοῦ τοῦ κόσμου καί φωτίζει ὁλόκληρο τό νοῦ, αὐξάνοντάς τον μέ τό λάδι τῆς θείας ἀγάπης καί καταυγάζοντάς τον μέ θεῖες φωτοχυσίες.

 Ὅταν ὁ νοῦς φωτίζεται μέ τή μνήμη τοῦ Θεοῦ καί ὅταν, μέ τήν ἀπερίσπαστη προσευχή, λάμπει καί ἀκτινοβολεῖ ἀπό τή θεία γνώση, ὅταν ἐπίσης διατηρεῖ καθαρά ὅλα τά κινήματα τοῦ σώματός του, τότε ἀπό τό στόμα βγαίνουν λόγια γεμάτα σύνεση καί σοφία. Τότε τά αἰσθητήριά του καλύπτονται ἀπό τή ὀμορφιά τῆς σεμνότητας καί τά σωματικά μέλη του κοπιάζουν στή διακονία τῶν καλῶν πράξεων. Τότε ὅλος ὁ ἄνθρωπος γίνεται φῶς, γιατί ἡ ψυχή γίνεται λυχνάρι του φωτεινό, πού φέγγει ‘τό φῶς τό ἀληθινό, ἐκεῖνο πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο” τῶν ἀρετῶν. (Ἰωάν. 1,19).

Αὐτός πού ζεῖ καί πορεύεται μ’ αὐτό τόν τρόπο «δέν συμμορφώνει τή ζωή του μέ τό φρόνημα αὐτοῦ τοῦ κόσμου» (Ρωμ. 12,2 & Γαλ. 1,4) πού φθείρεται καί πεθαίνει. Αὐτός, ἀκούγοντας τόν ἀπόστολο Παῦλο -ὁ ὁποῖος βλέποντας τά ἀθέατα, λέει ὅτι ‘ὁ Θεός θά ἀφανίσει τή μορφή αὐτοῦ τοῦ κόσμου” (Α΄ Κορ. 7, 31)- δέν γυρίζει πίσω στά ἐπίγεια πράγματα. Αὐτός ξεπερνάει ὅσα φθείρονται καί χάνονται, ὅσα ἔχουν μόνο σχῆμα καί ὄχι ὕπαρξη. Γιατί, ὅπως τό σχῆμα ἐμφανίζεται γιά λίγο καί μετά ἀφανίζεται, ἔτσι καί τά πράγματα τῆς ζωῆς αὐτῆς δέν ἔχουν τίποτα σίγουρο καί σταθερό. Γι’ αὐτό λοιπόν, αὐτός ὁ ἄνθρωπος, καί τό λογισμό του ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἐπιθυμία τῶν ὁρατῶν πραγμάτων καί τά εὐχάριστα αὐτῆς τῆς ζωῆς, τά περιφρονεῖ ὡς κάτι οὐσιαστικά ἀνύπαρκτο. Αὐτός ἀγκαλιάζει μ’ ὅλη του τήν ὕπαρξη τά ἀθάνατα πράγματα τῆς μέλλουσας ζωῆς. Αὐτός μεταμορφώνεται συνεχῶς, μέ τό νά ἐπιστρέφει καθημερινά στόν ἑαυτό του καί μέ τό νά ἀναμορφώνει κάθε ὥρα καί στιγμή τόν τρόπο τῆς σκέψης του, ἔτσι ὥστε, μέ τήν ἐπίδοση καί τήν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν, νά ἀποχωρίζεται τά κακά καί νά ἐγκολπώνεται τά ἀγαθά.

 Ὅταν ὁ ἀγωνιστής τῆς εὐσέβειας καλλιεργεῖ τόν ἑαυτό του καί προκόβει ἀνεβαίνοντας σέ τέτοια πνευματικά ὕψη -ἐπειδή ἀκριβῶς οἰκοδομεῖται σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἐπειδή λάμπει σάν φωτεινό ἀστέρι- παρακινεῖ καί ἀνάβει καί τῶν ἄλλων τόν ζῆλο, γιά τή μίμηση τοῦ καλοῦ. Ἔτσι τιμάει τή Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ μέ ὅλο του τό σῶμα καί μέ ὅλο του τό πνεῦμα, γνωρίζοντας βαθιά καί οὐσιαστικά τό μυστήριο τῆς ἑορτῆς καί ἑρμηνεύοντάς το ἔμπρακτα στό περιβάλλον του. Γιατί ὁ Χριστός μέ τήν θεία Του Μεταμόρφωση, προμήνυσε ταυτόχρονα καί τήν ἄρρητη δόξα, μέ τήν ὁποία θά ἔρθει νά κρίνει τόν σύμπαντα κόσμο. Ἔκανε ἀκόμα ὁλοφάνερη τήν λαμπρότητα τῆς ὁποίας θά γίνουν μέτοχοι ἐκεῖνοι πού θά εὐαρεστήσουν στόν Θεό. Τέλος δίδαξε κάθε πιστό νά προετοιμάζει πάντα τόν ἑαυτό του, ὥστε νά εἶναι κάθε στιγμή δοχεῖο κατάλληλο καί χωρητικό τῆς θείας ζωῆς καί τῆς μέλλουσας μακαριότητας, ὄντας σάν τό κερί πάντα σέ θέση νά δεχθεῖ τό θεῖο φῶς.

Συμβαίνει μέ τόν πιστό ὅ,τι ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τό κερί. Αὐτό καθώς λυώνει μέ τήν πύρωση τῆς φωτιᾶς, λόγῳ τῆς λιπώδους του φύσεως, τρέφει καί συντηρεῖ τή φωτιά, διατηρώντας ἔτσι τό φῶς καί καταφωτίζοντας ὅσους τό πλησιάζουν. Ὁ πιστός ἄνθρωπος, ἔχοντας συμπήξει μέσα του τά κεριά τῆς θείας γνώσεως -πού εἶναι ἀκριβῶς τά ἄνθη τῆς ἀρετῆς- καί ἔχοντας ξεκόψει, μέ τή βοήθεια καί τή θέρμη τοῦ θείου ἔρωτος, ἀπό κάθε γήινη ἐπιθυμία, ἔχει οὐσιαστικά προετοιμάσει ἀπό ἐδῶ κιόλας τόν ἑαυτό του, γιά νά γίνει ἐκεῖνο τό κατάλληλο λυχνάρι. Βασισμένος στό νόμο τῆς θείας ἀγάπης, περιμένει κι αὐτός μέ λαχτάρα νά ὑποδεχθεῖ, ὅταν ἔρθει ἡ μέλλουσα ζωή, τό θεῖο καί ἄρρητο ἐκεῖνο Φῶς καί νά ἀπολαύσει τήν συνεχή καί ἀτελεύτητη λαμπρότητα, πού πηγάζει ἀπό ἐκεῖ.

Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καί ὁ κόπος πού καταβάλλεται γιά τήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν, γίνονται τροφοδότες τῆς θείας δόξας. Ὁ Κύριος, καθώς γράφει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, ἔχει πεῖ: ‘Θά ἀγαπήσω αὐτόν πού τηρεῖ τίς ἐντολές μου καί θά τοῦ φανερώσω τόν ἑαυτό μου” (Ἰωάν. 14,21). Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν, τό αἰσθητό φῶς καταναλώνει τό κερί γιά νά συντηρηθεῖ, ἔτσι καί ἡ δόξα τοῦ Θείου φωτός, τροφοδοτεῖται ἀπό τίς ἀρετές τῆς ψυχῆς καί καταλάμπει ἐκείνους, πού τή δέχονται μέσα τους.

Ὁ Χριστός ἔχει πεῖ: ‘Τροφή μου εἶναι τό νά κάνω τό θέλημα τοῦ οὐράνιου Πατέρα μου, πού μέ ἔχει στείλει καί νά τελειώσω τό ἔργο Του” (Ἰωάν. 4,34). Καί ὁ προφήτης Δαυίδ λέει: ‘Μέσα στό θέλημά Του εἶναι κρυμμένη αἰώνια ζωή” (Ψαλμ. 29,6).

Κατά συνέπεια, ὁ ἐργάτης τοῦ ἀγαθοῦ καί θά ζήσει καί θά θερίσει τούς καρπούς τῶν κόπων του, μέ τή Χάρη τοῦ Καθηγητή τῆς σωτηρίας μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος δοξάζει αὐτούς πού Τόν δοξάζουν.

Σ’ Αὐτόν πρέπει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνηση, μαζί μέ τόν Ἄναρχο Πατέρα Του καί τό Πανάγιο καί ζωοποιό Πνεῦμα Του, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

---------------------------

πηγή: metamorfosisourmenon



Ὁσίου Βασιλείου Σελευκείας: Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ



Άγιοι Αντρέας Κρήτης και Βασίλειος Σελευκείας, 16ος αιώνας, Ιερά Μιονή Σταυρονικήτα Ὁ ἥλιος, σὰν ἁπλώνει στὴν γῆ τὶς ἀκτίνες του, καλύπτει τοὺς χοροὺς τῶν ἄστρων καὶ σκοτίζει τὸ φέγγος τῆς σελήνης, ἀφαιρώντας τὴν θέα τῶν φωτεινῶν σωμάτων μὲ τὴν ἀσύγκριτη λαμπρότητά του.

Σταματᾶ τὴν νύχτα διαλύοντας μὲ τὸ φῶς τὸ σκοτάδι, ἐνδύει τὰ πάντα μὲ τὴν χάρη τοῦ φωτὸς ἀφαιρώντας τὸ μαῦρο τους ἔνδυμα καὶ δείχνει τὶς μεγάλες πεδιάδες στεφανωμένες μὲ ἄνθη, πορφυρὴ τὴν θάλασσα, καὶ αὐτὸς μόνος του καταυγάζει τὸ πρόσωπο τῆς ὁρατῆς κτίσεως.

Ὡστόσο, ἂν καὶ εἶναι τόσο μεγάλος, δὲν ἔφθασε ἀκόμη στὴν ἀκρότητα τοῦ φέγγους. Διότι ὀφθαλμοὶ θνητοὶ τολμοῦν καὶ τὸν βλέπουν, καὶ πολλὲς φορὲς ὁ δρόμος τοῦ σύννεφου ἀναχαίτισε τὶς μαρμαρυγές του, καὶ ὁ βαθὺς ἴσκιος τῶν δένδρων κάλυψε τὴν αὐγή, κι ἡ νύχτα, παίρνοντας θάρρος ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Δημιουργοῦ, μοιράζεται ἴσα τὸν χρόνο μαζί του. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ ἀνθρώπινος βίος εἶναι πλήρης κόπων καὶ πόνων, γι’ αὐτὸ ὁ Κτίστης ἅπλωσε τὴν ἡμέρα πρὸς ἐργασίαν, ἡ δὲ νύχτα, ὅταν ἔλθει καὶ βρεῖ τὸν κουρασμένο, δίνει μὲ τὸ πλάγιασμα τὴν ξεκούραση, χαλαρώνει μὲ τὸν ὕπνο τὰ μέλη τοῦ σώματος, παρέχει χρόνο στὴν φύση νὰ συγκεντρώσει λίγο-λίγο τὴν δύναμή της.

Μέγα λοιπὸν καὶ λαμπρὸ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου καὶ σύμμετρο πρὸς τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων. Ἄλλα δὲν εἶναι τέτοιας λογῆς τὸ φῶς τοῦ Δεσπότου —καὶ δὲν εἶναι βεβαίως σωστὸ νὰ παραβάλλεται τὸ κτίσμα πρὸς τὸν Κτίστη— οὔτε ἐκτιμᾶται μὲ σύγκριση πρὸς τὶς ἡλιακὲς ἀκτίνες τὸ φῶς πού δὲν καλύπτεται ἀπὸ τὶς διαδοχὲς τῆς νύχτας, ἀλλά εἶναι ἐκθαμβωτικὸ στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπρόσιτο στοὺς ἀγγέλους. Μὲ αὐτὸ τὸ φῶς περιβαλλόμενος ὁ Δεσπότης Χριστός, ὡς νικητὴς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ θὰ ἔλθει κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους.

Τότε μεταβάλλοντας τὸ πολεμικὸ σχῆμα θὰ περιβληθεῖ τὴν στολὴ τοῦ νικητή. Καθὼς ὁ προφήτης λέει· «γιατί εἶναι κόκκινα τὰ ἱμάτιά σου;». Διότι τὸ ποτὸ τοῦ πολέμου κοκκίνησε τὸ ροῦχο τοῦ πολεμιστῆ. Ἐπειδὴ γιὰ τὸν Θεὸ σκοπὸς ὅλης της οἰκονομίας εἶναι τὸ ὄφελος τοῦ ἀνθρώπου, ποικιλοτρόπως ἀπεργάζεται τὸ σχέδιό Του καὶ ἐνδύεται σχήματα ταπεινὰ ἀναλόγως μὲ τὴν περίσταση. Ἔτσι, ὅταν κρύβεται ὁ πρωτόπλαστος, περπατώντας στὸν παράδεισο τὸν καλεῖ σὲ συζήτηση. Καὶ πάλι μιλᾶ στοὺς ἀνθρώπους μέσα ἀπὸ νεφέλη. Ἀλλά στοὺς ἔσχατους καιροὺς προσλαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ἐμφανίζεται ἀκολουθώντας τοὺς σταθεροὺς νόμους τῆς φύσεως, πιστοποιώντας μὲ τὰ παθήματα τὴν γέννηση: Τόκος καὶ φάτνη καὶ σπάργανα, περιτομὴ καὶ καθαρμὸς καὶ ἀντίδοση νομίμων λύτρων. Καὶ μαζὶ μὲ αὐτὰ σταυρὸς καὶ πάθος καὶ θάνατος. Αὐτὸ ἦταν τὸ ταπεινὸ σχῆμα τοῦ πρώτου μέρους τῆς οἰκονομίας, ὥστε ἡ ἐμφάνιση νὰ ἐξυπηρετεῖ τὴν ἀνάγκη. Ἀλλά στὸν καιρὸ τῆς δεύτερης ἐπιφάνειας τὸ σχῆμα ἀλλάζει. Δὲν εἶναι πιὰ ταπεινό, ὅπως ἄλλοτε, ἀλλά φοβερὸ καὶ λαμπρότατο.

Ἐκείνης λοιπὸν τῆς παρουσίας τὴν δόξα θέλοντας νὰ ἀποκαλύψει στοὺς μαθητές, εἶπε: «Εἶναι κάποιοι ἀπό σᾶς, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως νὰ δοῦν τὸν Υιό τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται μέσα στὴν δόξα τοῦ Πατρός Του». Ἐσεῖς μὲν βλέποντας τὴν ταπεινότητα τοῦ σχήματος μὲ τὴν ἄγνοιά σας, δὲν θεωρεῖτε τὸ βάθος τῆς κρυμμένης σοφίας, καὶ μέτρο τῆς γνώσεως γιὰ σᾶς γίνεται τὸ μέτρο τῆς ὄψεως. «Τόσον καιρὸ ἔχω κοντά σας καὶ δὲν μὲ γνωρίσατε;». Ε! αὐτὸ λοιπὸν ἀποκαλύπτω σὲ σᾶς μέρος τῆς ἀθέατης θέας καὶ βεβαιώνω μὲ τὴν θεωρία αὐτὴ τὶς μελλοντικὲς ἐλπίδες. Σᾶς μίλησα γιὰ τὸ πάθος καὶ ἡ ψυχὴ σας ναρκώθηκε. Εἶπα ὅτι πρέπει νὰ σταυρωθῶ καὶ ὁ λογισμὸς σας κατέρρευσε ἀπ’ τὸν τρόμο. Εἶπα: «Ἐὰν θέλει κανεὶς νὰ ἔλθει μαζί μου, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του καὶ ἂς μὲ ἀκολουθήσει». Ἀλλά μὲ τὴν μνήμη τοῦ πάθους καὶ ἡ σταθερότητα χανόταν.

Εἶπα: «Τί ὠφελεῖται ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν κερδίσει τὸν κόσμο ὅλο καὶ ζημιώσει τὴν ψυχή του;». Πλὴν ὅμως μὲ τοὺς λόγους δὲν ἐκρίζωνα τὸν φόβο σας· μόνο ἔμενε τὸ πάθος ἀκίνητο. Εἰσήγαγα ἀδωροδόκητο κριτή, πού δὲν ἐξαργυρώνει μὲ δῶρα τὰ πταίσματα, λέγοντας, «τί θὰ δώσει ὁ ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς του;» κι ἦταν ὁ λόγος ἀνάμεσά σας ἀμφίβολος. Εἶπα: «Θὰ ἔλθει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου στὴν δόξα Του» καὶ νομίσατε ὅτι μυθολογῶ. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι ἀνεπαρκὴς ὁ λόγος, θὰ διδάξουν τὰ πράγματα: «Εἶναι κάποιοι ἀπό σᾶς ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως νὰ δοῦν τὸν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται στὴν δόξα τοῦ Πατρός του». Δὲν εἶναι ἀκόμη ὁ χρόνος τῆς μέλλουσας παρουσίας. Πρέπει νὰ στηθεῖ ὁ σταυρός, νὰ δεθεῖ ὁ ἅδης, νὰ δοθεῖ στοὺς νεκροὺς τὸ μήνυμα τῆς ἐλευθερίας, ὁ ἐκ νεκρῶν ἀναστάς νὰ ἀνέλθει στούς οὐρανούς, νὰ γίνει παντοῦ ὁ ἀγώνας τοῦ κηρύγματος, πρέπει μὲ τὸ κήρυγμα νὰ διαδοθεῖ καὶ νὰ ἐπικρατήσει τὸ εὐαγγέλιο καὶ τότε νὰ φανεῖ ὁ εὐαγγελιζόμενος. Ἀλλά σὲ σᾶς, τοὺς μαθητές μου σπεύδω νὰ χαρίσω ἀπὸ τώρα μιὰ εἰκόνα τῆς παρουσίας, ὥστε, ἔχοντας τρυγήσει πρόωρη θέα, νὰ ἔχετε τὰ τωρινὰ πιστοποίηση τῶν μελλόντων. Εἶναι κάποιοι ἀπ’ αὐτοὺς πού βρίσκονται ἐδῶ —κάποιοι, ὄχι ὅλοι. Ὁπωσδήποτε δὲν κάνω φανερὴ σὲ ὅλους τὴν θέα· αὐτὸ πού ἔγινε ὁρατὸ ἂς μείνει καὶ μετὰ τὴν θέα μυστήριο.

Αὐτὰ ἀφοῦ εἶπε, «παραλαμβάνει τρεῖς μαθητές του, τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη». Αὐτοὺς κατέστησε θεατές, τοὺς ἄλλους ἄφησε ἀκροατές. Καὶ «τοὺς ἀνέβασε σὲ ὄρος ὑψηλό». Καλῶς λέει «ὑψηλό», ὥστε καὶ τὸ ὄρος νὰ γειτνιάζει μὲ τὸν οὐρανό, καθὼς ὁ Παῦλος κήρυττε, «θὰ ἁρπαγοῦμε σὲ νεφέλες, γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε τὸν Κύριο στὸν ἀέρα». Καὶ τώρα ἀναζητᾶ τόπο νὰ συνυψώνεται μὲ τὰ σύννεφα. Οἱ μὲν θεατές, λοιπόν, εὐπρεπεῖς. οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ μὲ τὶς ἐλπίδες ἀναπτερώνονταν καὶ ἡ ψυχὴ μὲ δέος τῆς θέας ἔτεκε τὸν πόθο. Ἔτσι ἐνῶ ἀπέβλεπαν πρὸς τὸ μέλλον, ξαφνικὰ μεταμορφώνεται ὁ Χριστὸς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν, τὴν μορφὴ μεταβάλλει καὶ ἐνδυόμενος χιτώνα φωτὸς δείχνει θέαμα ἀπαστράπτον.

Ὢ τοῦ θαύματος! Ἀπὸ ἀνθρώπινη μορφὴ ἐκτοξεύονταν ἀκτίνες, πού ἀποστέλλονταν μὲ θεϊκὲς ἐνέργειες. Εἶδε ὁ ἥλιος αὐτὸ πού δὲν εἶχε γνωρίσει προηγουμένως καί, ἀφοῦ διδάχθηκε ἀπὸ τὸ φέγγος ἄλλου φωτός, κρύβεται. «Σταμάτησες κάποτε, ἥλιε, ἀναμένοντας τὴν νίκη τῶν Ἑβραίων. Σεβάστηκες διαταγὴ τοῦ στρατηγοῦ Ἰησοῦ, τιμώντας τὸ δεσποτικὸ ὄνομα τοῦ ὁμοδούλου. Τώρα εἶδες φῶς, πού δὲν εἶχες δεῖ ποτέ». Αὐτὴ τὴν θεωρία διηγούμενοι οἱ συγγραφεῖς τῶν εὐαγγελίων χρησιμοποιοῦν διαφορετικὲς ἐκφράσεις, μὴ δυνάμενοι νὰ παραστήσουν μὲ λόγους τὸ ὅραμα. Ὁ ἕνας λέει: «Ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του σὰν τὸν ἥλιο», μὴ ἔχοντας ἄλλη λαμπρότερη εἰκόνα. Ὁ ἄλλος: «Ἔλαμψαν τὰ ἱμάτιά Του ὅπως τὸ φῶς». Προβαίνουμε δηλαδὴ σὲ συγκρίσεις μὲ μέτρο αὐτὰ πού βλέπουμε. Ἀδυνατεῖ μαζὶ καὶ ἡ κτίση νὰ προσφέρει εἰκόνα, γιὰ νὰ παραβληθεῖ τὸ θέαμα. Ἂς βεβαιώσουν τὰ μάτια. Ἡ γλώσσα δὲν ἔμαθε γι’ αὐτὰ νὰ μιλάει.

Ἡ θέα λοιπὸν περιβάλλοντας τοὺς θεατὲς μὲ τὴν λαμπρότητα αὐτῶν πού ἔβλεπαν, ὑποδήλωσε τὸν μέλλοντα κριτὴ τῆς οἰκουμένης. Ἐμφανίσθηκαν δὲ ἀνάμεσά σας οἱ κορυφαῖοι στὴν ἀρετὴ μεταξὺ τῶν ζώντων καὶ τῶν νεκρῶν, γιὰ νὰ κηρύξουν στοὺς παρόντες τὸν Δεσπότη δικαστὴ ζώντων καὶ νεκρῶν. Ὁ Μωυσῆς, ἀφοῦ ἔγινε ἀρχηγέτης καὶ ἐργάτης τῆς ἀρετῆς καὶ νομοθέτης, πεθαίνει καὶ ἀποχωρίζεται τὴν ζωή. Κι ὁ Ἠλίας πυρακτωμένος ἀπὸ θεῖο ζῆλο ἔγινε ἡνίοχος πυρὸς καὶ ἱππεύοντας στὸν ἀέρα ὑπερπήδησε τοὺς νόμους τῆς φύσεως, βρίσκοντας ὁδό ἀνώτερη τοῦ θανάτου.

Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο θυμήσου τὶς ἐρωτήσεις τοῦ Δεσπότη καὶ τὶς ἀποκρίσεις τῶν μαθητῶν, πού τὸν ὀνόμαζαν ἄλλοι Ἠλία κι ἄλλοι ἕναν ἀπό τους προφῆτες. Βλέποντάς Τον ὅμως τώρα προσκυνούμενο ἀπό τούς προφῆτες… Ὁ Μωυσῆς ἱκετεύει, ὁ Ἠλίας ὑποκλίνεται δίνοντας μαρτυρία ὅτι ὁ παρὼν εἶναι Δεσπότης καὶ ὄχι δοῦλος. Ἀλλ’ ὁ Πέτρος μολονότι βλέπει αὐτὰ δὲν διδάσκεται. Στέκει σὰν κατακεραυνωμένος ἐνώπιον πρωτοφανῶν θαυμάτων. Ἀπὸ τὴν εὐχαρίστηση γιὰ ὅσα βλέπει, ξεχνᾶ τὰ πάντα. Δένεται στὸν τόπο ἀπὸ χαρὰ μεγάλη διακατεχόμενος. «Ἂς κάνουμε, λέει, τρεῖς σκηνές, μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία». Ἀποδεικνύει τὴν ἄγνοιά του, συναριθμώντας τὸν Δεσπότη στοὺς δούλους, θεωρώντας ὁμότιμους Δεσπότη καὶ ὑπηκόους. Ὡστόσο δὲν παρέμεινε στῆς ἄγνοιας τὸ πάθος ὁ Πέτρος. Βροντὴ ἦλθε ἀπ’ τὸν οὐρανὸ καὶ θεραπεύει μὲ τὸν φόβο τὴν ἄγνοια, σὰν νὰ φώναζε μὲ τὸν ἦχο τὰ ἀκόλουθα: Γιατί συναριθμεῖτε μὲ τοὺς δούλους τὸν Δεσπότη; Θέλετε νὰ μάθετε τὴν διαφορά; Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός. Ἐκείνους δημιούργησα δούλους, Αὐτὸν τὸν γέννησα Υἱὸ ἐκ τῆς οὐσίας μου. Δικός μου Υἱὸς εἶναι, κι ἂς ἔχει περιβληθεῖ μορφὴ δούλου γιὰ χάρη σας. Ἀπρόσιτο ἔχει τὸ φῶς, ἀκόμα κι ἂν ἔκανε ὁρατὲς γιὰ σᾶς τὶς ἀκτίνες.

Μακάρια τὰ μάτια ἐκεῖνα πού εἶδαν τὸν Χριστὸ στολισμένο ὡς νυμφίο. Μακάρια τὰ μάτια πού εἶδαν σὲ ἤπιο σχῆμα τὴν φοβερὴ ἡμέρα της κρίσεως. Διότι ἔβλεπαν μὲ χαρὰ αὐτὰ πού ἄλλοι θὰ δοῦν μὲ τρόμο. Ἀλήθεια, ποιὰ μάτια θὰ μπορέσουν νὰ ἀντέξουν τὴν φοβερὴ ἡμέρα τῆς κρίσεως, ὅταν ἡ γῆ θὰ κλονίζεται καὶ ἡ θάλασσα, βγάζοντας στὴν ἐπιφάνεια τὰ ἀπὸ τὸν ‘Ἀδὰμ ἀνθρώπινα σώματα, καὶ οἱ ἄνθρωποι μαζὶ μὲ τὶς οὐράνιες δυνάμεις θὰ τρέμουν μὴ ὑποφέροντας τὸν φόβο; Τυλίγεται σὰν εἰλητάρι ὁ οὐρανὸς στὴν παρουσία τοῦ Βασιλιά. Ξαφνικὰ οἱ δορυφόροι ἀφαιροῦν τὰ καταπετάσματα τῶν θυρῶν. Καὶ μὲ τὸ ἄνοιγμα τ’ οὐρανοῦ παρουσιάζονται προτρέχοντας μὲ λαμπρότητα οἱ τάξεις τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων, χίλιες χιλιάδων ἀγγέλων καὶ μύριες μυριάδες. Φαίνεται δὲ κατερχόμενος ὁ Δεσπότης ἀκτινοβολώντας ἄπλετο φῶς στὰ σύμπαντα. Ποιὸς λοιπὸν θὰ ὑπομείνει αὐτὴ τὴν θέα; Ποιὸς θὰ μετρήσει τὸν φόβο; Ἐὰν τὶς συνεχεῖς λάμψεις τῆς ἀστραπῆς δὲν ὑπομένουμε, ἀλλά πολλὲς φορὲς ἡ λάμψη μᾶς ρίχνει στὸ ἔδαφος, τί θὰ συμβεῖ σ’ αὐτὸν πού ἀντικρύζει τὴν ἀνατολὴ Ἐκείνου πού προκαλεῖ τὴν ἀστραπή; Ὅταν ἦχοι σαλπίγγων καλοῦν τοὺς νεκροὺς ἀπό τούς τάφους, ὅταν σπάζουν τὰ μνήματα ἀπελευθερώνοντας τοὺς δεσμῶτες, ὅταν κρίνονται προθέσεις καὶ πράξεις καὶ σκέψεις, ὅταν προσάγεται δεσμώτης ὁ διάβολος καὶ εἰσπράττει τὴν τιμωρία του γιὰ τοὺς τυραννικοὺς λογισμοὺς (τοὺς ὁποίους ὑπέβαλλε στοὺς ἀνθρώπους), ὅταν χωρίζονται οἱ ὁμάδες τῶν ἀνθρώπων, ποιὸς καὶ σὲ ποιὰ μερίδα θὰ ἔχει τὸν κλῆρο του;

Ὅταν ζῶντες μαζὶ καὶ πεθαμένοι συρρέουν, ποιὸς θὰ εἶναι τοῦ δικαστὴ Χριστοῦ καὶ ποιὸς τοῦ κατάκριτου ληστή; Κοινὴ ἀπὸ ὅλους ἡ προσκύνηση. Ἐπειδὴ ἡ ταχύτητα τῆς ἀναστάσεως φέρνει τοὺς νεκροὺς μαζὶ μὲ τοὺς ζωντανούς, σύμφωνα μὲ τὸν μακάριο Παῦλο, πού λέει ὅτι, «ἐμεῖς οἱ ζῶντες, πού θὰ ἔχουμε ἀπομείνει, δὲν θὰ προηγηθοῦμε αὐτῶν πού θὰ ἔχουν κοιμηθεῖ». Ἔτσι κανεὶς νεκρὸς δὲν θὰ ἀργοπορήσει ἐξ αἰτίας τοῦ τάφου. Ὅλοι λοιπὸν τὴν ἀπόφασή Του ἀναμένουν ἔμφοβοι, μὴ γνωρίζοντας ἂν θὰ ἀκούσουν τὸ, «ἐλᾶτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου» ἤ «πηγαίνετε ἔξω στὸ σκοτάδι, πού ἔχει ἑτοιμασθεῖ γιὰ τὸν διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του».

Ἔτσι ζυγίζοντας τὰ ἔργα δίνει στὰ πράγματα τὸ πρόσφορο τέλος τους. Εἰκόνες αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἔδωσε ὁ Δεσπότης στοὺς ἀποστόλους. Ὥστε ἐμεῖς ἀναλογιζόμενοι τὸν φόβο ἐκεῖνο, νὰ μεταβάλουμε ὅσο εἶναι καιρὸς τὸν βίο μας, μὲ ἀγαθὰ ἔργα νὰ κερδίσουμε τὴν παρρησία καί, προτοῦ φθάσει ἡ Κρίση, νὰ προετοιμάσουμε τὴν ἀπολογία μας. Ἂς μὴ συγκατακριθοῦμε μὲ τὸν κρινόμενο ἐχθρό, ἀλλά μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, πού μᾶς ἀγαπᾶ, ἂς ἀνέβουμε στὸν οὐρανό, γενόμενοι κληρονόμοι Θεοῦ καὶ συγκληρονόμοι Χριστοῦ.

Διότι σ’ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση, μαζὶ καὶ στὸν ἄναρχο Πατέρα καὶ στὸ Πανάγαθο καὶ Ζωοποιὸ καὶ ὁμοούσιο Πνεῦμα τώρα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

-------------------------

πηγή: www.imaik

en el fr

Οσίου Εφραίμ του Σύρου: Λόγος στην Θεία Μεταμόρφωση του Κυρίου

Άγιος Εφραίμ ο Σύρος Ἀπό τούς ἀγρούς τέρψεις συγκομιδῆς καί ἀπό τά ἀμπέλια τρύγος ἐδεσμάτων. Καί ἀπό τίς Γραφές διδαχή ζωοποιός. Ὁ ἀγρός μία φορά ἔχει τήν συγκομιδή καί τό ἀμπέλι μιά φορά ἔχει τόν τρύγο. Ἡ Γραφή, ὅμως, πάντοτε ἀναβλύζει διδαχή ζωοποιό.

Ὁ ἀγρός, ὅταν θεριστεῖ, μένει ἔρημος. Καί τό ἀμπέλι, ὅταν τρυγηθεῖ, ταπεινώνεται. Ἡ Γραφή, ὅμως, ἄν καί θερίζεται καθημερινά, τά στάχυα τῶν ἑρμηνειῶν τῶν λόγων της δέν ἐκλείπουν. Καθημερινά τρυγᾶται καί τά σταφύλια τῆς ἐλπίδας πού κρύβει δέν δαπανῶνται. Ἄς πλησιάσουμε λοιπόν τόν ἀγρό τοῦτο κι ἄς ἀπολαύσουμε τά ζωοποιά του ρεῖθρα καί ἄς θερίσουμε ἀπ᾽ αὐτόν στάχυα ζωῆς, τούς λόγους τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶπε: «Βρίσκονται ἐδῶ κάποιοι, οἱ ὁποῖοι δέν θά γευθοῦν θάνατο, ἕως νά δοῦν τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ ἐρχόμενο στήν δόξα Του».

Καί μετά ἀπό ἕξι ἡμέρες παρέλαβε τόν Σίμωνα Πέτρο, τόν Ἰάκωβο καί τόν ἀδελφό του Ἰωάννη καί τούς ἀνέβασε σέ πολύ ψηλό βουνό καί μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους. Καί ἔλαμψε τό πρόσωπό του ὅπως ὁ ἥλιος, τά δέ ροῦχα του ἔγιναν λευκά σάν τό φῶς. Πράγματι, οἱ ἄνδρες γιά τούς ὁποίους εἶπε ὅτι δέν θά γευθοῦν θάνατο, ἕως νά δοῦν τόν τύπο τῆς ἐλεύσεώς Του, αὐτοί οἱ τρεῖς ἀπόστολοι εἶναι, τούς ὁποίους πῆρε κοντά Του καί ἀνέβηκαν στό βουνό, ὅπου τούς ἔδειξε πῶς πρόκειται νά ἔλθει κατά τήν ἐσχάτη ἡμέρα στήν δόξα τῆς θεότητάς Του καί μέ τό σῶμα τῆς ἀνθρωπότητάς Του. Τούς ἀνέβασε στό βουνό, γιά νά τούς δείξει ποιός εἶναι καί ποίου υἱός. Διότι, ὅταν τούς ρωτοῦσε, «ποῖος λένε οἱ ἄνθρωποι ὅτι εἶμαι ἐγώ, ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου;» ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν: «Ἄλλοι, πώς εἶσαι ὁ Ἠλίας· ἄλλοι, ὁ Ἱερεμίας ἤ ἕνας ἀπό τούς προφῆτες» (Μάρκ. 8, 27-30. Ματθ. 16, 13-20. Λουκ. 9, 18-20.).

Γι᾽ αὐτό καί τούς ἀνεβάζει στό βουνό καί τούς ἀποκαλύπτει, ὅτι δέν εἶναι ὁ Ἠλίας, ἀλλά ὁ Θεός καί Πλάστης τοῦ Ἠλία. Οὔτε πάλι ὁ Ἱερεμίας, ἀλλ᾽ αὐτός πού ἁγίασε τόν Ἱερεμία ἐκ κοιλίας. Οὔτε ἕνας ἀπό τούς προφῆτες, ἀλλ᾽ ὁ Κύριος τῶν προφητῶν, ὁ Ὁποῖος καί τούς ἔστειλε. Ἀλλά καί τοῦτο ὑποδηλώνει σ᾽ αὐτούς, ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ ποιητής τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, καί ὁ κύριος ζωντανῶν καί νεκρῶν. Διότι διέταξε τόν οὐρανό, καί εὐθύς ἀμέσως κατέβασε τόν Ἠλία. Ἔκαμε νεῦμα στήν γῆ καί τόν Μωϋσῆ παρέστησε. Καί σ᾽ αὐτούς πάλι τούς κορυφαίους τῶν προφητῶν ἀπέδειξε ὅτι Κύριος εἶναι τῶν ζώντων, ἐφόσον τόν Ἠλία ἀπό τούς ζωντανούς κατέβασε. Καί ὅτι εἶναι Αὐτός πού ἐγείρει τούς νεκρούς, ἐφόσον ἤγειρε τόν Μωϋσῆ ἐκ τῶν νεκρῶν. Ἡ δέ ἀνάβαση στό βουνό τούς βεβαίωσε ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ.

Τί κι ἄν ἔλεγε σ᾽ αὐτούς ὅτι «ἐγώ εἶμαι Θεός ἐκ Θεοῦ»; Δέν θά πείθονταν εὔκολα, ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, πού εἶχε περιβληθεῖ, καί διότι συναναστρεφόταν μαζί τους σάν ὅμοιός τους. Ἔβλεπαν τήν Μαριάμ, πού Τόν γέννησε, καί τόν Ἰωσήφ, πού Τόν ἀνέθρεψε, καί πώς ὁ πατέρας Του εἶχε ἕνα κοινό ὄνομα. Παιδιά τοῦ Ἰωσήφ ἦσαν οἱ ἀδελφοί Του. Καί ὅπως αὐτοί πείνασε καί ἔλαβε τροφή, καί δίψασε καί τήν δίψα ἔσβησε μέ νερό, καί στόν κόπο βρῆκε παρηγοριά τήν ἀνάπαυση, καί στήν νύστα ἔδωσε ὕπνο. Καί τόν φόβο ἀκολούθησαν σταλαγμοί ἱδρῶτα. Ἔχοντας, λοιπόν, ὅλα τά δικά μας παρεκτός τήν ἁμαρτία, πῶς θά γινόταν πιστευτός, ἐάν ἔλεγε ὅτι, «ἐγώ εἶμαι Θεός ἐκ Θεοῦ;» Διότι αὐτά δέν ἦσαν ἁρμόδια στήν θεϊκή φύση. Γι᾽ αὐτό λοιπόν στό βουνό τούς ἀνεβάζει, ὥστε νά μιλήσει ὁ Πατήρ καί νά τούς διδάξει, ὅτι εἶναι πραγματικά Υἱός του. Ὑπέδειξε, ὅμως, καί τήν βασιλεία Του πρίν ἀπό τόν θάνατο. Καί τήν δόξα Του πρίν ἀπό τήν ὕβρη. Καί τήν δύναμή Του πρίν ἀπό τό πάθος. Καί τήν τιμή Του πρίν ἀπό τήν ἀτίμωση. Ὥστε, ὅταν δεθεῖ καί σταυρωθεῖ ἀπό τούς Ἰουδαίους, νά γνωρίσουν οἱ μαθητές Του, ὅτι δέν σταυρώνεται ἀπό ἀδυναμία ἀλλά κατά τό ἀγαθό Του θέλημα, γιά νά δωρήσει τήν χάρη, πού θά σώσει ὅλο τόν κόσμο. Δείχνει καί πρίν ἀπό τήν ἀνάσταση τήν δόξα Του, ὥστε, ὅταν ἐγερθεῖ ἐκ νεκρῶν στήν θεϊκή δόξα τῆς φύσεώς Του, νά γνωρίσουν ὅτι δέν ἔλαβε τήν δόξα ὡς μισθό γιά τόν κόπο του, σάν νά μήν τήν εἶχε, ἀλλ᾽ ἦταν ἡ δόξα Του ἀπ᾽ ἀρχῆς καί προαιώνια κοντά καί μαζί μέ τόν Πατέρα Του – καθώς ὁ Ἴδιος λέει: «Πάτερ, δόξασέ με μέ τήν δόξα, πού εἶχα κοντά σου πρίν νά ὑπάρξει ὁ κόσμος» (Ἰω. 17, 5). Αὐτή, λοιπόν, τήν δόξα τῆς θεότητάς Του, τό ἄδηλο καί κρυμμένο μέσα στήν ἀνθρώπινη φύση Του, ἔδειξε στούς ἀποστόλους κατά τήν ἀνάβαση στό ὄρος. Διότι ἔγινε τό πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος καί τά ροῦχα Του λευκά σάν τό φῶς. Δύο ἥλιους ἔβλεπαν στό βουνό τά μάτια τῶν μαθητῶν: Ὁ ἕνας ἦταν αὐτός πού φέρνει τό φῶς τῆς ἡμέρας, καί ὁ ἄλλος ἀσυνήθης καί φοβερός. Ὁ ἕνας φαινόταν καί σ᾽ αὐτούς καί τόν κόσμο ὅλο φώτιζε στό στερέωμα. Καί ὁ ἄλλος σ᾽ αὐτούς μόνους ἄστραφτε, ὁ ὁποῖος ἦταν τοῦ Ἰησοῦ τό πρόσωπο.

Ἔγινε, λοιπόν, τό πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος καί τά ροῦχα Του λευκά ὅπως τό φῶς. Μέ αὐτά ἔδειξε, ὅτι ἀπό ὅλο τό σῶμα Του ἐκχύθηκε ἡ δόξα Του, καί ἀπό ὅλη τή σάρκα Του ἔλλαμψε τό φῶς Του, καί ἀπό ὅλα τά μέλη Του ἐκπορεύονταν οἱ ἀκτῖνες τῆς θεότητάς Του. Διότι δέν ἔλλαμψε ἡ σάρκα Του ἔξωθεν, ὅπως τοῦ Μωυσῆ ὁ ὁποῖος ἀπέκτησε μέ ἐπίκτητο φῶς ὡραιότητα, ἀλλά ἀπό τόν ἴδιο ἐκχύθηκε ἡ δόξα Του καί μέσα Του ἔμεινε. Ἀπό τόν Ἴδιο ἀνέτειλε τό φῶς ου καί μέσα Του ἦταν συγκεντρωμένο. Οὔτε σέ ἄλλο μέρος πῆγε ἀφήνοντάς Τον, οὔτε ἦλθε ἐκ τοῦ πλαγίου ἄλλο φῶς καί τόν κόσμησε, οὔτε στολίσθηκε κατά χάριν μέ ἐπίχριση ξένου φωτός, ἀλλά ἔχοντας φυσική στόν ἑαυτό Του λαμπρότητα, εἶχε ἀχώριστο καί τό φῶς ὅλης τῆς θεότητας. Δικό Του ἦταν καί οὔτε ὁλόκληρη τήν ἄβυσσο τῆς δόξας Του τούς φανέρωσε, ἐφόσον τά μάτια τους δέν εἶχαν τέτοια δυνατότητα. Ἀλλά τούς ἔδειξε κατά τό μέτρο τῆς ὁπτικῆς τους δυνάμεως.

Καί παρουσιάστηκαν σ᾽ αὐτούς ὁ Μωυσῆς καί ὁ Ἠλίας νά συνομιλοῦν μαζί Του. Τί ἔλεγαν σ᾽ Αὐτόν; Ἀπ᾽ ὅσο μπορῶ νά ὑποθέσω, εὐχαριστία τοῦ ἀπηύθυναν, διότι ἐπαλήθευσε τούς λόγους τῶν προφητῶν μέ τήν παρουσία Του. Καί προσκύνηση τοῦ ἀπένειμαν ὑπέρ τῆς σωτηρίας, πού χάρισε στό ἀνθρώπινο γένος. Καί τό μυστήριο, τό ὁποῖο αὐτοί ζωγράφησαν, αὐτός ὁλοκλήρωσε μέ τό ἔργο Του. Διότι αὐτοί δεχόμενοι τίς ἀρχές καί ἀντανακλάσεις τῶν πραγμάτων προφήτευαν μέ λόγους συγκαλυμμένους. Ὁ Σωτήρας, ὅμως, πιστοποίησε μέ ἔργα τούς λόγους καί τίς εἰκόνες.

Χαρά κατέλαβε τούς προφῆτες καί τούς ἀποστόλους μέ τήν ἀνάβαση αὐτή στό βουνό. Χάρηκαν οἱ προφῆτες βλέποντας τήν ἀνθρώινη φύση Του, τήν ὁποία ἐπιθυμοῦσαν νά δοῦν, καί ἀγαλλίασαν οἱ ἀπόστολοι ἀκούγοντας τήν φωνή τοῦ Πατέρα. Μέ αὐτήν τήν πατρική φωνή πληροφορήθηκαν τό μυστήριο τῆς οἰκονομίας Του, τό ὁποῖο ἦταν κρυφό γι᾽ αὐτούς. Διότι δέν ἦταν δυνατόν νά μάθουν ἀπό ἄλλη πηγή γιά τήν ἐνανθρώπισή Του, παρά ἀπό τόν Πατέρα, πού Τόν γέννησε χωρίς πάθος. Ἀλλά καί ἡ δόξα τοῦ σώματός Του, πού φανερώθηκε, προσεπικύρωσε τήν πατρική φωνή. Καί σφραγίστηκε ἡ μαρτυρία τῶν τριῶν μέ τόν Μωϋσῆ καί τόν Ἠλία, οἱ ὁποῖοι κοντά στόν Ἰησοῦ στάθηκαν ὡς δοῦλοι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τους. Καί οἱ μέν ἔβλεπαν τούς δέ, οἱ προφῆτες τούς ἀποστόλους καί οἱ ἀπόστολοι τούς προφῆτες. Αὐτοί πού ἐξ ὀνόματος μόνο γνωρίζονταν, συναντήθηκαν τότε πρόσωπο μέ πρόσωπο. Ἔμαθαν ἐπί πλέον σ᾽ αὐτήν τήν φανέρωση τοῦ Ἰησοῦ, ὅτι Αὐτός ὁ Ἴδιος ἔθαψε τόν Μωϋσῆ καί μέ δικό Του κέλευσμα ὁ Θεσβίτης ἀναλήφθηκε. Διότι κανείς δέν εἶδε τό μνῆμα τοῦ Μωϋσῆ, παρά μόνο αὐτός πού τόν ἔθαψε. Οὔτε κανείς γνώριζε καλύτερα ποῦ βρισκόταν ὁ Ἠλίας, παρά μόνο ἐκεῖνος πού τόν ἀνέβασε στόν οὐρανό ἐπάνω σέ ἅρμα. Καί δέν θά μποροῦσε κανείς νά τούς φέρει ἔτσι αὐτομάτως, τόν μέν ἀπό τούς νεκρούς, τόν δέ ἀπό τήν ἀγγελική κατοικία, παρά μόνο ὁ Κύριος τῶν ὅλων καί ἐξουσιαστής τοῦ ἅδη καί τ᾽ οὐρανοῦ. Καί συναντήθηκαν ἐκεῖ οἱ ἀρχηγοί τῆς Παλαιᾶς καί οἱ ἄρχοντες τῆς Καινῆς. Εἶδε ὁ Μωϋσῆς ὁ ἅγιος τόν Σίμωνα νά ἔχει ἁγιασθεῖ, ὁ οἰκονόμος τοῦ Πατρός τόν ἐπίτροπο τοῦ Υἱοῦ. Ὁ μέν ἔσχισε τήν θάλασσα, γιά νά πεζοπορήσει ἀνάμεσα στά κύματα, ὁ δέ σηκώνει σκηνή γιά νά οἰκοδομήσει τήν Ἐκκλησία, τήν ὁποία οὔτε οἱ πυλῶνες τοῦ ἅδη κατέβαλαν. Εἶδε ὁ παρθένος τῆς παλαιᾶς τόν παρθένο τῆς νέας· ὁ Ἠλίας τόν Ἰωάννη. Αὐτός πού ἀνέβηκε σέ φλογερό ἅρμα, αὐτόν πού ἔγειρε στό στῆθος τῆς φλόγας. Καί ἔγινε τό ὄρος τύπος τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἕνωσε ὁ Θεός σ᾽ αὐτό τίς δύο διαθῆκες. Καί ἔτσι τόν δέχτηκε ἡ Ἐκκλησία καί μᾶς γνώρισε ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ δοτήρας καί τῶν δύο. Ἡ μία παρέλαβε τά μυστήρια Αὐτοῦ καί ἡ ἄλλη φανέρωσε τήν δόξα τῶν ἔργων Του.

Εἶπε, λοιπόν, ὁ Σίμων: «Καλό εἶναι νά μείνουμε ἐδῶ». Ὦ Σίμων, τί λές; Ἐάν μείνουμε ἐδῶ, ποιός θά ἐκπληρώσει τούς λόγους τῶν προφητῶν καί τήν διδαχή τῶν κηρύκων ποιός θά ἐπισφραγίσει; Καί τά μυστήρια τῶν ὁσίων καί δικαίων ποιός θά τελειώσει; Ἐάν μείνουμε ἐδῶ, τό «τρύπησαν τά χέρια καί τά πόδια μου» (Ψαλ. 21, 17) σέ ποιόν θά πραγματοποιηθεῖ; Καί το, «διαμοίρασαν τά ἱμάτιά μου μεταξύ τους καί στόν ἱματισμό μου ἔβαλαν κλῆρον» (Ψαλμ. 21, 14) σέ ποιόν θά ταιριάξει; Καί το, «ἔδωσαν χολή στό στόμα μου καί στήν δίψα μου μέ πότισαν ξίδι» (Ψαλμ. 68, 22) σέ ποιόν θά συμβεῖ; Καί ποιός θά βεβαιώσει το, «ἐλεύθερος ἀνάμεσα στούς νεκρούς» (Ψαλμ. 87, 5); Ἐάν μείνουμε ἐδῶ, τοῦ Ἀδάμ τό χειρόγραφο ποιός θά σχίσει καί τό χρέος του ποιός θά ἀποδώσει; Καί ποιός θά ἀποκαταστήσει τό ἔνδυμα τῆς δόξας Του; Ἐάν μείνουμε ἐδῶ, πῶς θά πραγματοποιηθεῖ τό σχέδιό μου γιά σένα, πῶς θά οἰκοδομηθεῖ ἐπάνω σου ἡ Ἐκκλησία; Τά κλειδιά τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν πού δέχθηκες, πῶς θά χρησιμεύσουν; Ἀλλά καί ποιόν θά λύσεις ἤ ποιόν θά δέσεις, Πέτρε; Ἐάν παραμείνουμε ἐδῶ, ὅλα αὐτά ἀναιροῦνται.

Εἶπε πάλι ὁ Σίμων στόν Ἰησοῦ: «Κύριε, καλό εἶναι νά μείνουμε ἐδῶ. Νά στήσουμε, ἐάν θέλεις, τρεῖς σκηνές. Μία γιά σένα, μία γιά τόν Μωϋσῆ καί μία γιά τόν Ἠλία». Σίμων, δέν ξέρεις τί λές. Στάλθηκες στόν κόσμο νά οἰκοδομήσεις Ἐκκλησία καί τώρα ἑτοιμάζεις νά στήσεις σκηνές στό ὄρος; Εἶναι, λοιπόν, φανερό ὅτι ἀκόμη εἶχε ἀνθρώπινη ἀντίληψη γιά τόν Ἰησοῦ. Γι᾽ αὐτό καί τόν κατέτασσε μαζί μέ τόν Μωϋσῆ καί τόν Ἠλία. Θέλοντας, λοιπόν, ὁ Κύριος νά δείξει ὅτι δέν ἔχει καμμία ἀνάγκη χειροποίητης σκηνῆς, μέ νεφέλη φανέρωσε ὅτι Αὐτός εἶναι πού εἶχε ἑτοιμάσει στούς πατέρες τους σκηνή νεφέλης σαράντα χρόνια στήν ἔρημο. Διότι ἐνῶ αὐτοί ἀκόμη μιλοῦσαν, νεφέλη φωτός τούς ἐπισκίασε. Βλέπε, Σίμων, σκηνή ἕτοιμη, πού ἐμποδίζει τό καῦμα, καί ὁλόφωτη, δίχως σκιά μέσα της. Σκηνή ἐξαστράπτουσα καί φωτίζουσα. Καί μέσα στόν θαυμασμό τῶν μαθητῶν φωνή ἀκούστηκε ἀπό τήν νεφέλη νά λέει: «Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στόν ὁποῖον εὐαρεστοῦμαι, αὐτόν νά ἀκοῦτε». Καί μέ τήν φωνή τοῦ Πατέρα ὁ Μωϋσῆς ἐπέστρεψε στόν τόπο του καί ὁ Ἠλίας γύρισε στήν χώρα του. Καί οἱ ἀπόστολοι ἔπεσαν μέ τό πρόσωπο στήν γῆ. Καί ὁ Ἰησοῦς μόνος στεκόταν, διότι ἡ φωνή ἐκείνη Αὐτόν μόνο ἀφοροῦσε. Ἔφυγαν οἱ προφῆτες καί ἔπεσαν οἱ ἀπόστολοι, καθώς δέν ἐκπληρωνόταν σ᾽ αὐτούς τό νόημα τοῦ λόγου. Διότι δέν ἦταν κανείς ἀπό αὐτούς υἱός ὁμοούσιος καί συναΐδιος μέ τόν Πατέρα, οὔτε γι᾽ αὐτούς ἦταν τό «αὐτόν νά ἀκοῦτε».

Μέ τό λόγο, λοιπόν, αὐτόν δήλωσε ὅτι ἀφαιρέθηκε πλέον ἡ οἰκονομία ἀπό τόν Μωϋσῆ καί τόν Ἠλία, καί στόν Υἱό ὑπακούουν κατά πάντα. Μήν πεῖτε, δηλαδή, ὅτι αὐτά εἶπε ὁ Μωϋσῆς καί αὐτά ὁ Ἠλίας. Διότι ὡς δοῦλοι ὑπηρέτησαν στόν κέλευσμα καί αὐτό πού τούς ὑποδείχθηκε κήρυξαν. Αὐτός εἶναι υἱός καί ὄχι ὁμογενής· κύριος καί ὄχι δοῦλος· ἄρχοντας καί ὄχι ἀρχόμενος· νομοθέτης καί ὄχι νομοθετούμενος· ἴσος κατά τήν θεία φύση καί υἱός ἀγαπητός. Ἔτσι οἱ ἀπόστολοι μυήθηκαν σ᾽ αὐτό πού ἦταν γι᾽ αὐτούς ἄδηλο. Ἐδῶ ὁ Πατήρ φανέρωσε τόν Υἱό Του. Ἐδῶ ὁ Ὤν ἀναγγέλει τό συναΐδιο γέννημά Του. Ἐξαίτιας τῆς φωνῆς αὐτῆς ἔπεσαν οἱ ἀπόστολοι μέ τό πρόσωπο στήν γῆ. Διότι ἦταν βροντή φοβερή, πού δονοῦσε καί τάραζε τήν γῆ καί αὐτοί ἀπό τόν φόβο ἔπεσαν χάμω. Ἔδειξε σ᾽ αὐτούς τό ἰσοδύναμο τοῦ Υἱοῦ μέ τόν Πατέρα στήν θεϊκή Του φύση. Διότι καθώς ἡ φωνή τοῦ Πατέρα τούς ἔριξε κάτω, ἔτσι καί ἡ φωνή τοῦ Υἱοῦ μέ τήν δύναμή Του τούς ἀνασήκωσε. Ἐκεῖ ἡ θεϊκή του δόξα καί ἡ ἀνθρώπινη σάρκα Του φαίνονταν σέ ἕνα πρόσωπο. Διότι δέν ἔλαβε ὅπως ὁ Μωϋσῆς ἐπίκτητη ὡραιότητα, ἀλλ᾽ ὡς Θεός στήν δόξα Του ἄστραψε. Τοῦ Μωϋσῆ τό πρόσωπο ἐξωτερικά χρίστηκε μέ λαμπρότητα, ἐνῶ ὅλο τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ ὅπως ὁ ἥλιος στίς ἀκτῖνες του ἄστραφτε καί ἡ δόξα τῆς θεότητάς Του τό σῶμα τῆς ἀνθρωπότητάς Του σκέπασε. Γι᾽ αὐτόν ἀνήγγειλε ὁ Πατήρ: «Αὐτός εἶναι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Δέν ἦταν χωρισμένη ἡ δόξα τῆς θεότητάς Του ἀπό τήν ἀνθρωπότητά Του, ἀλλά γιά ἕναν ἦταν ἡ φωνή, αὐτόν πού φαινόταν σέ σῶμα εὐτελές καί δόξα φοβερή. Καί ἡ ἁγία Μαρία υἱό τόν ἀποκαλοῦσε, τοῦ ὁποίου τό ἀνθρώπινο σῶμα δέν ἦταν χωρισμένο ἀπό τήν θεϊκή Του δόξα. Διότι εἶναι ἕνα πρόσωπο αὐτός πού φανερώθηκε στόν κόσμο μέ τό σῶμα καί τήν δόξα Του. Καί ἡ δόξα Του μήνυσε τήν ἐκ τοῦ Πατρός θεία φύση. Καί τό σῶμα Του μήνυσε τήν ἐκ τῆς Μαρίας ἀνθρώπινη φύση. Ἕνας ὅμως Υἱός μονογενής ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τῆς Μαρίας. Ἄς παύσουν τά στόματα τῶν αἱρετικῶν. Διότι ὅποιος τόν μερίζει, θά μερισθεῖ ἀπό τήν βασιλεία Του. Καί ὅποιος τόν συγχέει, θά ἀποκλεισθεῖ ἀπό τήν ζωή Του. Ὅποιος ἀρνεῖται ὅτι γέννησε Θεόν ἡ Μαρία, ἄς μή δεῖ τήν δόξα τῆς θεότητάς Του. Καί ὅποιος ἀρνεῖται ὅτι φόρεσε σάρκα, στερημένος θά εἶναι τῆς σωτηρίας καί ζωῆς πού προσφέρεται διά τοῦ σώματός Του. Διότι τά ἴδια τά πράγματα διδάσκουν ὅσους ἔχουν διαύγεια. Οἱ θεῖες δυνάμεις Του κηρύσσουν ὅτι εἶναι Θεός ἀληθινός, καί τά πάθη Του μαρτυροῦν ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ἀληθινός, καί τό σῶμα πού περιεβλήθη, ὅτι εἶναι ἀπό θυγατέρα ἀνθρώπου. Ἀλλά κι ἄν δέν τό κατανοοῦν οἱ ἀσθενεῖς κατά τήν διάνοια, ἐμεῖς θά ἐπιχειρήσουμε νά ἐκθέσουμε τήν ἀλήθεια ἀπό τά ἄχραντα Εὐαγγέλια, ὥστε νά προσφέρουμε στούς φιλόθεους ἀκροατές μεγαλύτερη ὠφέλεια, ἐξαπλώνοντας καί διατρανώνοντας τόν λόγο μέ ἐπιχειρήματα ἀψευδῆ, καί πιό λαμπρά θά πανηγυρίσουμε.

Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, γιά ποιόν λόγο ἐμφανίζεται ἡ Μαρία στό προσκήνιο, καί ἐάν δέν ἦταν Θεός, ὁ Γαβριήλ ποιόν προσφωνοῦσε Κύριο; Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, ποιός τυλιγόταν στά σπάργανα, καί ἐάν δέν ἦταν Θεός, ποιόν διακονοῦσαν οἱ ἄγγελοι πού κατέβηκαν; Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, ποιός ἦταν ξαπλωμένος στήν φάτνη, καί ἐάν δέν ἦταν Θεός, οἱ ποιμένες γιά ποιόν λόγο ὕστερα ἀπό οὐράνια μύηση τόν προσκύνησαν; Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, ποιός ὑποβλήθηκε σέ περιτομή; Ἐάν δέν ἦταν Θεός, γιά ποιόν οἱ μάγοι ἀπό τήν ἀνατολή πρόσφεραν δῶρα; Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, ποιόν βάσταξε στήν ἀγκαλιά του ὁ Συμεών, καί ἐάν δέν ἦταν Θεός, σέ ποιόν ἔλεγε, «τώρα ἄφησέ με νά πεθάνω εἰρηνικά»; Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, ποιόν πῆρε ὁ Ἰωσήφ καί κατέφυγε στήν Αἴγυπτο; Ἐάν δέν ἦταν Θεός, το, «ἀπό τήν Αἴγυπτο κάλεσα τόν υἱό μου» σέ ποιόν ἐκπληρώθηκε; Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, ὁ Ἰωάννης ποιόν βάπτισε, κι ἄν δέν ἦταν Θεός, γιά ποιόν βεβαίωσε ἀπό τόν οὐρανό ὁ Πατέρας ὅτι εἶναι ἀγαπητός Του Υἱός; Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, ποιός νήστεψε στήν ἔρημο καί πείνασε; Ἐάν δέν ἦταν Θεός, ποιόν οἱ ἄγγελοι κατέβηκαν καί διακονοῦσαν, ἄν δέν ἦταν τέλειος καί κατά τίς δύο φύσεις; Ποιός κλήθηκε στόν γάμο τῆς Κανᾶ καί μετέβαλε τό νερό σέ κρασί, ἐάν δέν ἦταν Θεός καί ἄνθρωπος; Ἐάν ἦταν ἁπλός ἄνθρωπος καί ὄχι Θεός τέλειος, πῶς συνέτρωγε μέ τόν Φαρισαῖο Σίμωνα, πῶς τά πλημμελήματα τῆς πόρνης συγχώρησε; Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, ποιός κάθησε στό πηγάδι μετά τήν ὁδοιπορία καί ζητοῦσε νερό, κι ἄν δέν ἦταν Θεός, ποιός ἐνῶ ζητοῦσε νερό ἀπό τήν Σαμαρείτιδα, ἐν τούτοις ἔδινε νερό καί ἔλεγχε; Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, πῶς ἔφτυσε στήν γῆ, κι ἄν δέν ἦταν Θεός, πῶς ἔκανε τόν ἐκ γενετῆς τυφλό μέ πηλό νά ἀναβλέψει; Στό μνῆμα τοῦ Λαζάρου ποιός δάκρυσε, καί μέ ποίου τό κέλευσμα ἐξῆλθε, νεκρός τετραήμερος, ἐάν ὁ Χριστός δέν ἦταν Θεός καί ἄνθρωπος; Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, πῶς κάθησε στό πουλάρι, κι ἄν δέν ἦταν Θεός, οἱ ὄχλοι ποιόν δοξολογοῦσαν λέγοντας τό ὠσαννά; Καί πῶς νά διηγηθῶ ὅσα οἱ παράνομοι Ἰουδαῖοι τοῦ ἔκαναν; Μιλῶ γιά τήν προδοσία τοῦ μαθητοῦ καί ὅσα μετά τήν προδοσία ἔγιναν στό κριτήριο τοῦ Πιλάτου· τά ραπίσματα, τά φτυσίματα, τά χτυπήματα στό πρόσωπο καί ὅσα τίς ὧρες μετά τήν προδοσία ἔπαθε γιά χάρη μας. Δέν τά ὑπέμεινε αὐτά ὡς ἄνθρωπος; Τά δέ τοῦ σταυροῦ ποιά γλῶσα νά διηγηθεῖ; Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, τότε ποιά χέρια καί πόδια καρφώθηκαν, κι ἄν δέν ἦταν Θεός, τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ πῶς σχίστηκε, οἱ πέτρες πῶς ράγισαν, τά μνημεῖα πῶς ἀνοίχτηκαν, οἱ νεκροί πῶς ἀνασταίνονταν;

Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, ποιός κρεμάστηκε μέ ληστές στόν σταυρό; Κι ἄν δέν ἦταν Θεός, πῶς ἔλεγε στόν ληστή, «σήμερα θά εἶσαι μαζί μου στόν παράδεισο»; Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, ποιόν ἄλειψαν μέ σμύρνα καί ἔθαψαν ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος; Κι ἄν δέν ἦταν Θεός, ποιός ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα; Ποιόν οἱ ἀπόστολοι στό ὑπερῶο εἶδαν καί ψηλάφησαν, ἐάν δέν ἦταν σάρκα, καί πῶς εἰσῆλθε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, ἐάν δέν ἦταν Θεός; Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, ποιός ἔφαγε στήν λίμνη τῆς Τιβεριάδος, κι ἄν δέν ἦταν Θεός, πῶς μέ κέλευσμα γέμισε τό δίχτυ; Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, οἱ ἀπόστολοι καί οἱ ἄγγελοι ποιόν εἶδαν, ὅταν ἀναλήφθηκε, κι ἄν δέν ἦταν Θεός, ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ ποιόν προσκύνησαν; Ἐάν δέν ἦταν σάρκα, ψεύτικη ἦταν ἡ σωτηρία μας, πού θεμέλιο εἶχε τό ὅτι ὁ Θεός γεννήθηκε ἄνθρωπος ἀπό γυναίκα, τήν ἄχραντη καί ἀειπάρθενο Μαρία. Αὐτός εἶναι ὁ μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ καί λόγος, ὁ ἐρχόμενος στόν κόσμο. Τόν ἴδιον ὁμολογῶ Θεό τέλειο καί τέλειο ἄνθρωπο· μέ δύο φύσεις ἑνωμένες σέ μία ὑπόσταση, πού γνωρίζεται δίχως διαίρεση καί δίχως σύγχιση τῶν φύσεων.

Αὐτός θεώρησε ἄξιο νά σαρκωθεῖ, δίχως τροπή τῆς θείας Του φύσεως, ἀπό τήν Θεοτόκο Παρθένο, ἡ ὁποία εἶχε προκαθαρθεῖ κατά τήν ψυχή καί τό σῶμα μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Χρημάτισε ἄνθρωπος μετά ἀπό πρόσληψη σώματος, καί γενόμενος αὐτό πού δέν ἦταν, καί μένοντας αὐτό πού ἦταν, τέλειος καί στά δύο, ἦταν ἐπίγειος καί οὐράνιος· πρόσκαιρος καί ἀθάνατος· ἄναρχος καί ὑποκείμενος στόν χρόνο· παθητός καί ἀπαθής· Θεός καί ἄνθρωπος, ἕνας συγκείμενος ἀπό δύο τέλειες φύσεις καί γνωριζόμενος ὡς μία ἀπό τρεῖς ὑποστάσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι μία οὐσία, μία δύναμη, μία θεότητα. Ἔτσι, φώναξε ὁ Πατέρας ἀπό τούς οὐρανούς: «Αὐτός εἶναι ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στόν ὁποῖον εὐδόκησα, αὐτόν νά ἀκοῦτε». Τήν φωνή αὐτή σάν ἄκουσαν οἱ μαθητές, ἔπεσαν μέ τό πρόσωπο στήν γῆ. Καί λέει πρός αὐτούς Αὐτός πού ἔλαβε τήν μαρτυρία τοῦ Πατέρα: «Σηκωθεῖτε καί μή φοβᾶσθε». Τούς παρήγγειλε δέ τό ἑξῆς: «Μή πεῖτε σέ κανένα τό ὅραμα, ἕως ὅτου ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἀναστηθεῖ ἀπό τούς νεκρούς. Σ᾽ Αὐτόν ἁρμόζει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνηση, μαζί μέ τόν ἄναρχο Πατέρα Του καί τό Πανάγιο καί ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί πάντα καί στούς ἀτελεύτητους αἰῶνες.

--------------------------

πηγή: egolpion.com

Οσίου Εφραίμ του Σύρου: Λόγος στην Θεία Μεταμόρφωση του Κυρίου Εκτύπωση

Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς: Ὁμιλία εἰς τὴν Θείαν Μεταμόρφωσιν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς Ὁ ΠροφήτηςἩσαΐαςπροεῖπεγιὰτὸεὐαγγέλιοὅτι «λόγοσυντετμημένοθὰδώσειὁΚύριοςἐπὶτῆςγῆς» (Ἡσ. 10, 25). Συντετμημένος λόγος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ μέσα σὲ λίγες λέξεις περικλείει πλούσιο νόημα.

Ἂς ἐπανεξετάσουμε λοιπὸν σήμερα ὅσα ἔχουμε ἐκθέσει κι ἂς προσθέσουμε ὅσα ὑπολείπονται, γιὰ νὰ ἐμφορηθοῦμε ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ τὰ ἐναποκείμενα ἄφθαρτα νοήματα καὶ ὁλόκληροι νὰ καταληφθοῦμε ἀπὸ τὰ θεῖα.

«Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη καὶ τοὺς ἀνεβάζει σὲ ὄρος ὑψηλὸ κατ᾽ ἰδίαν. Ἐκεῖ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος» (Ματθ. 17, 1). Ἰδοὺ τώρα εἶναι καιρὸς εὐπρόσδεκτος, σήμερα ἡμέρα σωτηρίας, ἀδελφοί, ἡμέρα θεία, νέα καὶ ἀΐδιος, ποὺ δὲν μετρεῖται μὲ διαστήματα, δὲν αὐξομειώνεται, δὲν διακόπτεται ἀπὸ νύκτα.

Διότι εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ Ἥλιου τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν ὑφίσταται ἀλλοίωση ἢ σκιὰ ἕνεκα μετατροπῆς» (Ἰακ. 1, 7). Αὐτός, ἀφ᾽ ὅτου φιλανθρώπως ἔλαμψε σὲ μᾶς μὲ εὐδοκία τοῦ Πατρὸς καὶ συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μᾶς ἐξήγαγε ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ θαυμαστό του φῶς, συνεχίζει γιὰ πάντα νὰ λάμπει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας ὡς ἄδυτος ἥλιος.

Ἐπειδή, λοιπόν, εἶναι δικαιοσύνης καὶ ἀλήθειας ἥλιος, δὲν ἀνέχεται νὰ φέγγει καὶ νὰ γνωρίζεται ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μετέρχονται τὸ ψεῦδος ἢ ὑψώνουν τὴν ἀδικία μὲ λόγια ἢ τὴν ἐπιδεικνύουν μὲ ἔργα. Ἀλλὰ ἐμφανίζεται καὶ γίνεται πιστευτὸς ἀπὸ τοὺς ἐργάτες τῆς δικαιοσύνης καὶ τοὺς ἐραστὲς τῆς ἀλήθειας καὶ αὐτοὺς εὐφραίνει μὲ τὶς λάμψεις Του. Αὐτὸ εἶναι ποὺ λέει ἡ Γραφὴ «Φῶς ἀνέτειλε γιὰ τὸν δίκαιο καὶ ἡ σύζυγός του εὐφροσύνη» (Ψαλμ. 96, 12). Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ψαλμωδὸς προφήτης ἄδει πρὸς τὸν Θεό: «Τὸ Θαβὼρ καὶ ὁ Ἑρμὼν θὰ ἀγαλλιάσουν στὸ ὄνομά σου» (Ψαλμ. 88, 12), προαναγγέλλοντας τὴν εὐφροσύνη ποὺ προκλήθηκε ἀργότερα στὸ ὄρος ἀπὸ τὴν ἔλλαμψη ἐκείνη σ᾽ αὐτοὺς ποὺ τὴν εἶδαν.

Ὁ δὲ Ἡσαΐας λέει: «λύσε κάθε δεσμὸ ἀδικίας, διάλυσε τοὺς κόμπους βιαίων συνθηκῶν, κάθε ἄδικη συμφωνία ἀναίρεσε» (Ἠσ. 58, 6). Καὶ κατόπιν: «Τότε θὰ ξεχυθεῖ σὰν τὴν αὐγὴ τὸ φῶς σου καὶ τὰ ἰάματά σου γρήγορα θὰ ἀνατείλουν, θὰ πορεύεται ἐνώπιόν σου ἡ δικαιοσύνη σου καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ θὰ σὲ προστατεύει» (Ἠσ. 58, 8). Καὶ πάλι, «ἐὰν ἀφαιρέσεις ἀπὸ σένα δεσμὸ καὶ χειρονομία καταδικαστικὴ καὶ κακολογία, καὶ δώσεις στὸν πεινασμένο ἄρτο μὲ τὴν ψυχή σου καὶ χορτάσεις ψυχὴ ταπεινωμένη, τότε θὰ ἀνατείλει μέσα ἀπὸ τὸ σκοτάδι τὸ φῶς σου καὶ τὸ σκοτάδι σου θὰ γίνει σὰν μεσημέρι» (Ἠσ. 58, 9). Πράγματι, τοὺς καθιστᾶ κι αὐτοὺς ἄλλους ἥλιους, πάνω στοὺς ὁποίους ὁ ἥλιος αὐτὸς θὰ λάμψει ἀπλέτως· «διότι θὰ λάμψουν καὶ οἱ δίκαιοι ὅπως ὁ ἥλιος στὴν βασιλεία τοῦ Πατρός τους» (Ματθ. 13, 43).

Ἂς ἀποβάλλουμε λοιπόν, ἀδελφοί, τὰ ἔργα τοῦ σκότους, κι ἂς ἐργαζόμαστε τὰ ἔργα τοῦ φωτός, ὥστε ὄχι μόνο νὰ βαδίσουμε εὐσχημόνως σὰν σὲ τέτοια ἡμέρα, ἀλλὰ καὶ ἡμέρας υἱοὶ νὰ γίνουμε. Καὶ ἂς ἀνεβοῦμε στὸ ὄρος, ὅπου ὁ Χριστὸς ἔλαμψε, γιὰ νὰ δοῦμε τί συνέβη ἐκεῖ. Ἢ μᾶλλον, ἐὰν εἴμαστε ὅπως πρέπει καὶ ἔχουμε γίνει ἄξιοι τέτοιας ἡμέρας, ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ θὰ μᾶς ἀνεβάσει στὸν κατάλληλο καιρό. Τώρα ὅμως, παρακαλῶ, ἐντείνετε καὶ ἀνυψῶστε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διάνοιας πρὸς τὸ φῶς τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, ἕως ὅτου μεταμορφωθεῖτε μὲ τὴν ἀνακαίνιση τοῦ νοῦ σας καὶ ἔτσι ἀποκτώντας τὴν θεία αἴγλη ἀπὸ ψηλά, νὰ γίνετε σύμμορφοι μὲ τὸ ὁμοίωμα τῆς δόξας τοῦ Κυρίου (Φιλ. 3, 21), τοῦ ὁποίου τὸ πρόσωπο ἐπάνω στὸ ὄρος ἔλαμψε σήμερα σὰν τὸν ἥλιο.

Τί σημαίνει «σὰν τὸν ἥλιο;» Κάποτε τὸ ἡλιακὸ φῶς δὲν ὑπῆρχε σὰν σὲ σκεῦος στὸν δίσκο τοῦτο. Τὸ μὲν φῶς εἶναι πρωτογεννημένο, τὸν δὲ δίσκο τὴν τετάρτη ἡμέρα δημιούργησε ὁ Κτίστης τῶν πάντων, ἀνάβοντας σ᾽ αὐτὸν τὸ φῶς καὶ κάμνοντάς τον ἄστρο ποὺ φέρνει τὴν ἡμέρα καὶ συγχρόνως φαίνεται τὴν ἡμέρα. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὸ φῶς τῆς θεότητας κάποτε δὲν βρισκόταν σὰν σὲ σκεῦος στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνο μὲν εἶναι πρὶν ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ δίχως ἀρχή. Τοῦτο δὲ τὸ πρόσλημμα, τὸ ὁποῖο ἔλαβε ἀπὸ μᾶς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, δημιουργήθηκε γιὰ χάρη μας στοὺς ὕστερους χρόνους, λαμβάνοντας ἐντός του τὸ πλήρωμα τῆς θεότητας. Ἔτσι ἐμφανίσθηκε φωστήρας θεοποιὸς καὶ συνάμα θεοφεγγής. Ἔτσι ἔλαμψε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὅπως ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτιά Του ἔγιναν λευκὰ ὅπως τὸ φῶς. Ὁ δὲ Μᾶρκος λέει «στιλπνὰ καὶ λευκὰ πολὺ σὰν χιόνι, τέτοια ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ λευκάνει γναφέας ἐπὶ τῆς γῆς» (Μαρκ. 9, 3).

Λαμπρύνθηκε, λοιπόν, μὲ τὸ ἴδιο φῶς καὶ τὸ προσκυνητὸ ἐκεῖνο σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἱμάτια, ἀλλ᾽ ὄχι ἐξίσου. Διότι τὸ μὲν πρόσωπό Του σὰν τὸν ἥλιο ἔλαμψε, τὰ δὲ ἱμάτια, ἐφόσον ἄγγιζαν τὸ σῶμα Του, ἔγιναν φωτεινά. Καὶ ἔδειξε μὲ αὐτὸ ποιές εἶναι οἱ στολὲς τῆς δόξας, ποὺ θὰ ἐνδυθοῦν κατὰ τὸν μέλλοντα αἰῶνα ὅσοι πλησίασαν τὸν Θεό, καὶ ποιά εἶναι τὰ ἐνδύματα τῆς ἀναμαρτησίας, τὰ ὁποῖα ὅταν ἀπέβαλε ὁ Ἀδὰμ λόγῳ τῆς παραβάσεως, φαινόταν γυμνὸς καὶ αἰσθανόταν ντροπή. Ὁ μὲν θεῖος Λουκᾶς λέει: «Ἔγινε ἡ μορφή Του διαφορετικὴ καὶ ἡ ἐνδυμασία Του λευκὴ καὶ ἀπαστράπτουσα», βλέποντας ὅτι ὅλα τὰ ἐκεῖ τελούμενα δὲν ἔχουν κάτι ἀντίστοιχο νὰ συγκριθοῦν. Ὁ δὲ Μᾶρκος εἰκονίζει μὲν τὰ ἱμάτια, λέγοντας ὅμως ὅτι εἶναι στιλπνὰ καὶ λευκὰ σὰν χιόνι ἔδειξε καὶ αὐτὸς ὅτι οἱ εἰκόνες καὶ τὰ παραδείγματα ὑστεροῦν ἔναντι τῆς θέας τῶν ἱματίων ἐκείνων. Διότι τὸ χιόνι εἶναι μὲν λευκό, ἀλλ᾽ ὄχι στιλπνό. Ἔχει πάντα ἀνώμαλη ἐπιφάνεια, ἐφόσον ὅλο ἀποτελεῖται ἀπὸ μικρὲς φυσαλίδες λόγῳ τῆς μίξεως τοῦ ἐνυπάρχοντος σ᾽ αὐτὸ ἀέρα. Ὅταν δηλαδὴ τὸ σύννεφο δὲν ἔχει ἀκόμη συσταθεῖ τελείως καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποβάλει τὸν ἐνυπάρχοντα ἀέρα, πήζει ἀπὸ τὴν σφοδρότητα τοῦ ψύχους καὶ ἔτσι κατέρχεται γεμᾶτο ἀέρα, λευκὸ καὶ ἀνώμαλο, ὅπως περίπου ὁ ἀφρός.

Ἐπειδή, λοιπόν, δὲν ἀρκοῦσε τὸ λευκὸ τοῦ χιονιοῦ, γιὰ νὰ παραστήσει τὴν τερπνότητα τῆς θέας ἐκείνης, συμπεριλήφθηκε καὶ τὸ στιλπνό, δείχνοντας καὶ μ᾽ αὐτὰ ὁ εὐαγγελιστὴς τὴν ὑπερφυῆ φύση τοῦ φωτὸς ἐκείνου, μὲ τὸ ὁποῖο τὰ ἱμάτια ἐκεῖνα ἔγιναν στιλπνὰ καὶ λευκά. Πράγματι, δὲν εἶναι ἰδιότητα τοῦ φωτὸς νὰ καθιστᾶ λευκὰ καὶ στιλπνὰ αὐτὰ ποὺ φωτίζει, ἀλλὰ νὰ δείχνει τὸ χρῶμα τους. Ἀντιθέτως, ἐκεῖνο, καθὼς φαίνεται, τὰ ἀποκάλυψε ἢ μᾶλλον τὰ ἀλλοίωσε, πρᾶγμα ποὺ δὲν συνιστᾶ ἰδιότητα αἰσθητοῦ φωτός. Τὸ δὲ ἀκόμη παραδοξότερο, ὅτι καὶ ὅταν τὰ ἀλλοίωσε, τὰ διατήρησε πάλι ἀναλλοίωτα, ὅπως φάνηκε λίγο ἀργότερα. Πῶς νὰ τὰ ἐνεργεῖ αὐτὰ φῶς γνώριμο σὲ μᾶς; Γι᾽ αὐτὸ ὁ εὐαγγελιστὴς θέλοντας νὰ δείξει ὑπερφυῆ ὄχι μόνο τὴν ὑπεροχικὴ λαμπρότητα καὶ ὀμορφιὰ τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ τὴν ὡραιότητα τῶν ἐνδυμάτων, παραμέρισε μὲ τρόπο τὴν φυσικὴ ὡραιότητα συνάπτοντας τὴν στιλπνότητα μὲ τὸ λευκὸ τοῦ χιονιοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἡ τέχνη μαζὶ μὲ τὴν φύση ἐπινοεῖ τὸ ὡραῖο, θέτοντας ἐκείνη τὴν ὀμορφιὰ πάνω ἀπὸ τεχνητοὺς ὡραϊσμούς, ἀναφέρει: «τέτοια, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ λευκάνει γναφέας ἐπάνω στὴν γῆ».

Ἀλλ᾽ ὅμως ὁ προαιώνιος Λόγος, ποὺ σαρκώθηκε γιὰ μᾶς, ἡ ἐνυπόστατη σοφία τοῦ Πατρός, φέρει ὁπωσδήποτε μέσα Του καὶ τὸν λόγο τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος· τοῦ ὁποίου τὸ γράμμα εἶναι σὰν ἐνδυμασία· λευκὸ καὶ σαφές, συνάμα δὲ στιλπνὸ καὶ λαμπρὸ καὶ σὰν μαργαριτάρι, μᾶλλον δὲ θεοπρεπὲς καὶ ἔνθεο γι᾽ αὐτοὺς ποὺ βλέπουν πνευματικὰ τὰ τοῦ Πνεύματος καὶ ἑρμηνεύουν θεοπρεπῶς τὶς λέξεις τῶν κειμένων καὶ δείχνουν ὅτι τὰ λόγια τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος εἶναι τέτοια, ποὺ γναφέας ἐπάνω στὴν γῆ, δηλαδὴ σοφὸς τοῦ κόσμου τούτου, δὲν μπορεῖ νὰ διασαφήσει. Καὶ τί λέω νὰ διασαφήσει; Δὲν μπορεῖ νὰ τὰ κατανοήσει, οὔτε ὅταν τὰ ἑξηγεῖ ἄλλος. Διότι, καθὼς λέει ὁ ἀπόστολος, «ψυχικὸς ἄνθρωπος δὲν δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος, οὔτε μπορεῖ νὰ τὰ γνωρίσει» (Α´ Κορ. 2, 14). Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐσφαλμένως θεωρεῖ αἰσθητὲς τὶς ἀσύλληπτες καὶ θεῖες καὶ πνευματικὲς ἐλλάμψεις, «ἐρευνώντας πράγματα ποὺ δὲν εἶδε, μάταια ὑπερυφανευόμενος μὲ τὸν ὑποδουλωμένο στὴν ἁμαρτία νοῦ του» (Κολ. 2, 18).

Ἀλλ᾽ ὁ Πέτρος, ποὺ ὁ νοῦς του φωτίσθηκε ἀπὸ τὴν θεσπέσια ἐκείνη θέα καὶ ἀνυψώθηκε πρὸς θεῖο ἔρωτα καὶ πόθο μεγαλύτερο, μὴ θέλοντας πλέον νὰ ἀποχωρισθεῖ τὸ φῶς ἐκεῖνο, «καλὸ εἶναι νὰ εἴμαστε ἐδῶ», ἔλεγε στὸν Κύριο, «ἂν θέλεις, ἂς κατασκευάσουμε ἐδῶ τρεῖς σκηνές, μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωϋσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία», μὴ γνωρίζοντας τί λέει. Διότι, βέβαια, δὲν εἶχε φθάσει ὁ καιρὸς τῆς ἀποκαταστάσεως. Ὅταν ἔλθει ὁ καιρός, δὲν θὰ χρειασθοῦμε σκηνὲς χειροποίητες. Πέρα ἀπὸ αὐτό, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξισώνει τὸν Δεσπότη μὲ τοὺς δούλους μὲ τὴν ὁμοιότητα τῶν σκηνῶν. Ὁ μὲν Χριστὸς ὡς Υἱὸς γνήσιος στοὺς κόλπους τοῦ Πατρὸς βρίσκεται, οἱ δὲ προφῆτες ὡς υἱοὶ γνήσιοι τοῦ Ἀβραὰμ στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραὰμ ὅπως πρέπει θὰ κατοικήσουν. Καθὼς λοιπὸν ὁ Πέτρος στὴν ἄγνοιὰ του ἔλεγε αὐτά, «ἰδού, νεφέλη φωτεινὴ τοὺς ἐπισκίασε», διακόπτοντας τοὺς λόγους τοῦ Πέτρου καὶ δείχνοντας ποιά εἶναι ἡ σκηνὴ ποὺ ἁρμόζει στὸν Χριστό. Τί ἦταν ὅμως αὐτὴ ἡ νεφέλη καὶ πῶς, ἐνῶ ἦταν φωτεινή, τοὺς ἐπισκίασε; Μήπως εἶναι αὐτὴ τὸ ἀπρόσιτο φῶς, στὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς κατοικεῖ, τὸ φῶς ποὺ ἐνδύεται σὰν ἱμάτιο; Διότι λέει: «αὐτὸς ποὺ καθιστᾶ τὰ σύννεφα ἄμαξά Του» (103, 4) καὶ «ἔθεσε τὸ σκότος περικάλυμμά Του σὰν κυκλικὴ σκηνὴ» (Ψαλμ. 17, 13), ἐνῶ ὁ ἀπόστολος λέει: «εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἔχει ἀθανασία καὶ κατοικεῖ σὲ φῶς ἀπρόσιτο» (Α´ Τιμ. 6, 16). Ὣστε τὸ ἴδιο εἶναι ἐδῶ καὶ φῶς καὶ σκότος, ποὺ ἐπισκιάζει ἀπὸ ἀσύγκριτη λαμπρότητα.

Ἀλλὰ καὶ αὐτό, ποὺ λίγο πρὶν εἶδαν τὰ μάτια τῶν ἀποστόλων, χαρακτηρίζεται ὡς ἀπρόσιτο ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς θεολόγους. «Σήμερα εἶναι φωτὸς ἀπροσίτου ἄβυσσος. Σήμερα φωτίζει τοὺς ἀποστόλους ἀπεριόριστη ἔκχυση θείας αἴγλης στὸ Θαβώρ». Καὶ ὁ μέγας Διονύσιος ἀποκαλώντας γνόφο τὸ ἀπρόσιτο φῶς, ὅπου λέγεται ὅτι κατοικεῖ ὁ Θεὸς λέει ὅτι «σ᾽ αὐτὸν τὸν γνόφο εἰσέρχεται ὅποιος ἀξιώνεται νὰ γνωρίσει καὶ νὰ δεῖ τὸν Θεό». Ἑπομένως τὸ ἴδιο φῶς ἦταν αὐτὸ ποὺ πρωτύτερα ἔβλεπαν νὰ λάμπει ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου οἱ ἀπόστολοι καὶ ἡ φωτεινὴ νεφέλη ποὺ κατόπιν ἐπισκίασε. Ἀλλὰ στὴν ἀρχὴ ἐπειδὴ ἔλαμπε μετριότερα, ἐπέτρεπε τὴν ὅραση. Ὅταν ὅμως διαχύθηκε μὲ πολὺ μεγαλύτερη ἔνταση, ἦταν γι᾽ αὐτοὺς ἀόρατο λόγῳ τῆς ἀσύγκριτης λαμπρότητας. Καὶ ἔτσι ἐπισκίασε τὴν πηγὴ τοῦ θείου καὶ ἀεννάου φωτός, τὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης Χριστό. Ἄλλωστε, καὶ στὸν αἰσθητὸ ἥλιο τὸ ἴδιο φῶς καὶ τὴν ὅραση παρέχει μέσω τῆς ἀκτίνας καὶ ἀφαιρεῖ πάλι τὴν ὅραση, ὅταν κατάματα τὸν κοιτάξει κανείς, διότι ἡ λαμπρότητά του εἶναι ὑπεράνω τῆς δυνατότητας τῶν ὀφθαλμῶν μας.

Ἀλλ᾽ ὁ μὲν αἰσθητὸς ἥλιος φαίνεται ὅπως εἶναι ἐκ φύσεως καὶ ὄχι ὅπως θέλει, οὔτε μόνο σὲ ὅποιους θέλει. Ὁ δὲ ἥλιος τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς δικαιοσύνης Χριστός, ἔχοντας ὄχι μόνο φύση καὶ φυσικὴ λαμπρότητα καὶ δόξα, ἀλλὰ καὶ θέληση ἀνάλογη, φωτίζει προνοητικῶς καὶ σωτήρια μόνο ὅσους θέλει καὶ ὅσο θέλει. Ἔτσι θέλησε καὶ φάνηκε σὰν ἥλιος ἐνώπιον τῶν ἀποστόλων καὶ μάλιστα ὄχι ἀπὸ μεγάλη ἀπόσταση. Ἔπειτα ἔλαμψε πιὸ ἔντονα κατὰ τὴν θέλησή Του καὶ ἀπὸ τὴν ἀσύγκριτη φωτεινότητα ἔγινε ἀόρατος στὰ μάτια τῶν ἀποστόλων, σὰν νὰ εἰσῆλθε σὲ φωτεινὴ νεφέλη. Ἀλλὰ καὶ φωνὴ ἀκούσθηκε ἀπὸ τὴν νεφέλη: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖον εὐδόκησα, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε». Ὅταν ὁ Κύριος βαπτίσθηκε στὸν Ἰορδάνη, ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἡ ἴδια ἀκούσθηκε φωνὴ ἀπὸ τὴν δόξα ἐκείνη ἀσφαλῶς, τὴν ὁποία δόξα καὶ ὁ Στέφανος ἀργότερα ἐνατένισε, ὅταν ἄνοιξαν γι᾽ αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ καὶ καταλήφθηκε ἀπὸ τὸν Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Τώρα ἀκούσθηκε ἀπὸ τὴν νεφέλη, ποὺ ἐπισκίασε τὸν Ἰησοῦ. Ἑπομένως εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ ὑπερουράνια δόξα τοῦ Θεοῦ. Πῶς λοιπὸν εἶναι αἰσθητὸ φῶς τὸ ὑπερουράνιο;

Δίδαξε δὲ ἡ ἀπὸ τὴν νεφέλη φωνὴ τοῦ Πατρός, ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησου Χριστοῦ, οἱ νομοθεσίες, οἱ υἱοθεσίες, ἦταν ἀτελῆ καὶ δὲν ἔγιναν οὔτε τελέσθηκαν σύμφωνα μὲ προηγούμενο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ παραχωρήθηκαν γιὰ τὴν μέλλουσα αὐτὴ τοῦ Κυρίου παρουσία καὶ ἐπιφάνεια. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνος, στὸν ὁποῖο εὐδοκεῖ καὶ ἀναπαύεται καὶ εὐαρεστεῖται τέλεια ὁ Πατήρ, ὅπως σὲ Υἱὸ ἀγαπητό. Γι᾽ αὐτὸ καὶ παραγγέλλει Αὐτὸν νὰ ἀκοῦμε καὶ σ᾽ Αὐτὸν νὰ πειθαρχοῦμε. Καὶ ὅταν λέει «εἰσέλθετε ἀπὸ τὴν στενὴ πύλη, διότι εἶναι πλατειὰ καὶ ἄνετη ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια, ἐνῶ στενὴ καὶ δύσβατη ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ζωή», Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε. Κι ὅταν λέει πῶς τὸ φῶς αὐτὸ εἶναι βασιλεία τοῦ Θεοῦ, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε, σ᾽ Αὐτὸν νὰ πιστεύετε καὶ τέτοιου φωτὸς νὰ καθιστᾶτε ἀξίους τοὺς ἑαυτούς σας.

Ὅταν λοιπὸν φάνηκε ἡ φωτεινὴ νεφέλη καὶ ἤχησε ἀπὸ τὴν νεφέλη ἡ πατρικὴ φωνή, ἔπεσαν, λέει, μὲ τὸ πρόσωπο στὴν γῆ οἱ μαθητές· ὄχι ἐξ αἰτίας τῆς φωνῆς, ἀφοῦ καὶ ἄλλοτε πολλὲς φορὲς ἀκούσθηκε, ὄχι μόνο στὸν Ἰορδάνη ἀλλὰ καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα ὅταν πλησίαζε τὸ σωτήριο πάθος. Πράγματι, ὅταν ὁ Κύριος εἶπε «Πάτερ, δόξασε τὸ ὄνομὰ Σου» ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό: «Τὸ ὄνομά μου τὸ δόξασα καὶ πάλι θὰ τὸ δοξάσω» (Ἰω. 12, 28), καὶ ὅλος μὲν ὁ ὄχλος ἄκουσε, ἀλλὰ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἔπεσε. Ἐδῶ ὅμως ὄχι μόνο φωνή, ἀλλὰ καὶ φῶς ἀπεριόριστο συνάμα φάνηκε. Εὐλόγως, λοιπόν, κατάλαβαν οἱ θεοφόροι Πατέρες ὅτι γι᾽ αὐτὸν τὸν λόγο ἔπεσαν πρηνεῖς οἱ μαθητές, ὄχι γιὰ τὴν φωνή, ἀλλὰ γιὰ τὸ παράξενο καὶ ὑπερφυὲς φῶς. Διότι καὶ πρὶν φθάσει ἡ φωνὴ ἦσαν φοβισμένοι, ὅπως λέει ὁ Μᾶρκος, σαφῶς ἀπὸ τὴν θεοφάνεια ἐκείνη.

Ὅμως, ὅταν μὲ ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ φῶς ἐκεῖνο εἶναι θεῖο καὶ ὑπερφυὲς καὶ ἄκτιστο, τί παθαίνουν πάλι αὐτοὶ ποὺ ἐπιδίδονται μὲ ὑπερβολικὸ ζῆλο στὴν θύραθεν καὶ σαρκικὴ παιδεία καὶ δὲν μποροῦν νὰ γνωρίσουν τὰ τοῦ Πνεύματος; Κατρακυλοῦν σὲ ἄλλο γκρεμό. Δὲν τὸ ὀνομάζουν θεία δόξα, οὔτε βασιλεία Θεοῦ, οὔτε κάλλος, οὔτε χάρη, οὔτε λαμπρότητα, ὅπως ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς θεολόγους διδαχθήκαμε, ἀλλὰ ἰσχυρίζονται ὅτι τοῦτο εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο προηγουμένως ἔλεγαν ὅτι εἶναι αἰσθητὸ καὶ κτιστό. Ὁ δὲ Κύριος στὰ εὐαγγέλια λέει πὼς τούτη ἡ δόξα δὲν εἶναι κοινὴ μόνο σ᾽ Αὐτὸν καὶ τὸν Πατέρα, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἁγίους ἀγγέλους, καθὼς γράφει ὁ θεῖος Λουκᾶς: «ὅποιος ντραπεῖ νὰ ὁμολογήσει ἐμένα καὶ τὴν διδασκαλία μου στὴν γενεὰ αὐτή, θὰ ντραπεῖ καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου γι αὐτόν, ὅταν ἔλθει μέσα στὴν δόξα Του καὶ τὴν δόξα τοῦ Πατρὸς καὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων» (Λουκ. 9, 26). Αὐτοὶ λοιπὸν ποὺ ἰσχυρίζονται πὼς ἡ δόξα αὐτὴ εἶναι οὐσία, θὰ δεχθοῦν ὅτι αὐτὴ εἶναι κοινὴ οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀγγέλων, πρᾶγμα ποὺ ἀποτελεῖ ἐσχάτη ἀσέβεια.

Μάλιστα, ὄχι μόνο οἱ ἄγγελοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἅγιοι μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων μετέχουν σ᾽ αὐτὴ τὴν δόξα καὶ βασιλεία. Ἀλλ᾽ ὁ μὲν Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς μαζὶ μὲ τὸ θεῖο Πνεῦμα ἔχουν φυσικὴ τούτη τὴν δόξα καὶ βασιλεία, οἱ δὲ ἅγιοι ἄγγελοι καὶ ἄνθρωποι τὴν ἀποκτοῦν κατὰ χάρη, δεχόμενοι ἀπὸ ἐκεῖ τὴν ἔλλαμψη. Ἄλλωστε καὶ ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, ποὺ ἐμφανίσθηκαν μαζί Του σ᾽ αὐτὴ τὴν δόξα, αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς παρέστησαν. Ὁ δὲ Μωϋσῆς φάνηκε κοινωνὸς τῆς θεϊκῆς δόξας ὄχι μόνο τώρα ἐπάνω στὸ Θαβώρ, ἀλλὰ καὶ τότε ποὺ τὸ πρόσωπό του δοξάσθηκε τόσο, ὥστε νὰ μὴ μποροῦν οἱ Ἰσμαηλῖτες νὰ τὸ ἀντικρύσουν. Τοῦτο δηλώνει καὶ αὐτὸς ποὺ λέει ὅτι ὁ Μωϋσῆς δέχθηκε στὸ θνητὸ πρόσωπό του τὴν ἀθάνατη δόξα τοῦ Πατρός. Καθὼς καὶ ἐκεῖνος πού, ὅταν ὁ Εὐνόμιος χαρακτήριζε ἀμετάδοτη πρὸς τὸν Υἱὸ τὴν δόξα τοῦ Παντοκράτορα, τὸν ἀντέκρουσε λέγοντας ὅτι, δὲν θὰ ἀνεχόμουν τέτοιο λόγο, ἀκόμη κι ἂν ἀναφερόταν στὸν Μωϋσῆ.

Κοινή, λοιπόν, καὶ μία εἶναι ἡ δόξα καὶ ἡ βασιλεία καὶ ἡ λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων Του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ψαλμωδὸς προφήτης ψάλλει: «ἡ λαμπρότητα τοῦ Θεοῦ μας θὰ εἶναι ἐπάνω μας» (Ψαλμ. 89, 19). Ἀλλὰ κανεὶς μέχρι τώρα δὲν τόλμησε νὰ πεῖ ὅτι εἶναι μία καὶ κοινὴ ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων. Καὶ βέβαια κοινὴ φάνηκε τελευταῖα ἐπάνω στὸ ὄρος ἡ θεία λαμπρότητα τῆς θεότητας τοῦ Λόγου καὶ τῆς ἀνθρώπινης σάρκας. Ὅτι εἶναι ὅμως κοινὴ ἡ οὐσία τῆς θεότητας καὶ τῆς σάρκας, θὰ τὸ ἔλεγαν ὁ Εὐτυχὴς καὶ ὁ Διόσκορος καὶ ὄχι αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ εἶναι εὐσεβεῖς. Καὶ τὴν μὲν δόξα αὐτὴ καὶ λαμπρότητα, ὅπως καὶ τώρα τὴν εἶδαν οἱ συνοδοιπόροι τοῦ Ἰησοῦ, ὅλοι θὰ τὴν ἀντικρύσουν, ὅταν ὁ Κύριος φανεῖ νὰ λάμπει ἀπὸ ἀνατολὴ ἕως δύση. Κανεὶς ὅμως δὲν στάθηκε στὴν ὑπόσταση καὶ οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ εἶδε ἢ περιέγραψε τὴν θεία φύση. Καὶ τὸ μὲν θεῖο τοῦτο φῶς δίδεται μὲ μέτρο καὶ ἐπιδέχεται τὸ μᾶλλον καὶ ἦττον μεριζόμενο δίχως νὰ διαιρεῖται, κατὰ τὴν ἀξία αὐτῶν ποὺ τὸ δέχονται. Ἡ ἀπόδειξη εἶναι κοντά. Τὸ μὲν πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἔλαμψε πιὸ πολὺ ἀπ᾽ τὸν ἥλιο, τὰ δὲ ἱμάτια ἔγιναν λαμπρὰ καὶ λευκὰ σὰν χιόνι. Καὶ ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας στὴν ἴδια θεάθηκαν δόξα, ἀλλὰ κανεὶς τους δὲν ἄστραψε τότε σὰν ἥλιος. Καὶ οἱ ἴδιοι οἱ μαθητὲς μέρος τοῦ φωτὸς ἐκείνου εἶδαν, μέρος δὲν μπόρεσαν νὰ ἀτενίσουν.

Ἔτσι λοιπὸν μετρεῖται καὶ μερίζεται, δίχως νὰ διαιρεῖται, τὸ φῶς ἐκεῖνο καὶ ἐπιδέχεται αὐξομείωση. Καὶ ἕνα μέρος αὐτοῦ γνωρίζεται τώρα ἕνα μέρος ἀργότερα. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ θεῖος Παῦλος λέει: «τώρα κατὰ μέρος γνωρίζουμε καὶ κατὰ μέρος προφητεύουμε» (Α´ Κορ. 13, 9). Ὅμως τελείως ἀμέριστη καὶ ἀκατάληπτη εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ καὶ καμμιὰ οὐσία δὲν ἐπιδέχεται αὐξομειώσεις. Κατὰ τὰ ἄλλα, εἶναι γνώρισμα τῶν καταραμένων Μεσσαλιανῶν τὸ νὰ νομίζουν ὅτι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ γίνεται ὁρατὴ στοὺς κατ᾽ αὐτοὺς ἀξίους. Ἐμεῖς ὅμως ἀνατρέποντας καὶ τοὺς παλαιοὺς καὶ τοὺς σύγχρονους κακοδόξους καὶ πιστεύοντας, καθὼς διδαχθήκαμε, ὅτι οἱ ἅγιοι βλέπουν καὶ κοινωνοῦν ὄχι τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ βασιλεία καὶ δόξα καὶ λαμπρότητα καὶ φῶς ἀπόῤῥητο καὶ θεία χάρη, ἂς ὁδεύσουμε πρὸς τὴν λάμψη τοῦ φωτὸς τῆς χάριτος, γιὰ νὰ γνωρίσουμε καὶ νὰ θεωρήσουμε τρίφωτη Θεότητα, ποὺ ἀκτινοβολεῖ ἑνιαία ἀπόῤῥητη αἴγλη ἀπὸ μία τρισυπόστατη φύση. Καὶ τὰ μάτια τοῦ νοῦ ἂς ἀνυψώσουμε πρὸς τὸν Λόγο, ποὺ εἶναι τώρα μὲ τὸ σῶμα Του ἐγκατεστημένος πάνω ἀπὸ τὶς οὐράνιες ἁψῖδες. Αὐτός, θεοπρεπῶς καθήμενος στὰ δεξιὰ τῆς μεγαλωσύνης, σὰν ἀπὸ μακρυνὸ τόπο μᾶς στέλνει αὐτὸ τὸ μήνυμα: «ὅποιος θέλει νὰ παραστεῖ σ᾽ αὐτὴ τὴν δόξα, ἂς μιμεῖται κατὰ τὸ δυνατὸν καὶ ἂς πορεύεται τὴν ὁδὸ καὶ τὴν πολιτεία, τὴν ὁποία ὑπέδειξα μὲ τὸν ἐπίγειο βίο μου».

Ἂς παρατηροῦμε, λοιπόν, μὲ τοὺς ἐσωτερικοὺς ὀφθαλμοὺς τὸ μέγα τοῦτο θέαμα, τὴν φύση μας νὰ ζεῖ αἰωνίως μὲ τὸ ἄϋλο πῦρ τῆς θεότητος. Καὶ ἀφοῦ ἀποβάλουμε τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, τοὺς ὁποίους φορέσαμε ἐξαιτίας τῆς παραβάσεως, τὰ γεώδη καὶ σαρκικὰ φρονήματα, ἂς σταθοῦμε σὲ γῆ ἁγία, ἀναδεικνύοντας ὁ καθένας τὴν δική του γῆ ἁγία διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἀνατάσεως πρὸς τὸ Θεό, ὥστε νὰ ἔχουμε παῤῥησία, ὅταν ἔρχεται ὁ Θεὸς μέσα σὲ φῶς, καὶ προστρέχοντας νὰ φωτισθοῦμε καὶ φωτιζόμενοι νὰ ζήσουμε αἰωνίως μαζὶ Του πρὸς δόξα τῆς τρισήλιας καὶ μοναρχικωτάτης λαμπρότητας, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

------------------------

πηγή: users.uoa.gr/~nektar/

Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς: Ὁμιλία εἰς τὴν Θείαν Μεταμόρφωσιν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ Εκτύπωση